Supreme Court dismisses appeal on labor contract duration and dependent work status under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Institute of Youth's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The lower court found that the architect's services constituted a dependent employment relationship with an indefinite duration, despite the formal fixed-term contracts. The Court upheld this finding, ruling that the employer's control over work methods and location, combined with the continuous nature of the service, legally defined the relationship as dependent and indefinite.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. and 6 of the Civil Code; Articles 1 and 8 of Law 2112/1920; A dependent employment contract exists when the worker is subject to legal and personal dependence regarding the employer's instructions, and an indefinite-term contract exists when the duration is not determined or implied by the nature or purpose of the work.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1512 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1512/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας", το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ορφανού.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ταρσίτσα Καλλιμπάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4051/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1138/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 22-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 1-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους.
Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό.
Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως "ορισμένου χρόνου", φέρει "εν τοις πράγμασι" τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία.
Περαιτέρω, με την μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ.164|2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999|70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όρους αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου Φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδαφίου α' του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου.
Στις ρυθμίσεις αυτές, εξάλλου, υπάγονται και εργαζόμενοι με συμβάσεις "ορισμένου χρόνου" σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δημοσίου χαρακτήρα, που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ. 164/2004 και 51 παρ. 1γ του Ν. 1892/1990 (για επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' του Π.Δ. 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός, που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ.81/2003".
Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 8Α του ΠΔ 81/2003 "περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο, για την εργασία ορισμένου χρόνου", στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς, που ανήκουν ή ανήκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 Ν, 1892|1990 ή από άλλες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 ήσαν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του η) 11 του ως άνω Π.Δ. (164/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είναι ΝΠΙΔ και υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 51 παρ.1 εδ. γ' του Ν. 1892/1990, καθόσον επιχορηγήται από το Κράτος και επιδιώκει κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς και εποπτεύεσαι και ελέγχεσαι για το σύνολο των δραστηριοτήτων του από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Η οργανωτική διάθρωση των υπηρεσιών και οι οργανικές θέσεις του προσωπικού του αναιρεσείοντος, ορίζονται από τον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ Ε.Ι.Ν", σύμφωνα με τον οποίο λειτουργεί η κεντρική Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών, όπου υπάγεται και το περιφερειακό τμήμα βορείου Ελλάδος. Το εν λόγω τμήμα διαθέτει οργανικές θέσεις:
α) για 2 διπλωματούχους μηχανικούς, β) για 1 πτυχιούχο μηχανικό, γ) για δύο εργοδηγούς, και δ) για 1 διοικητικό υπάλληλο και είναι εκ των ανωτέρω καταλαμβάνει τη θέση του τμηματάρχη. Στο άνω περιφερειακό τμήμα έχει ανατεθεί η εκπόνηση μελετών, καθώς και η επίβλεψη των έργων του αναιρεσείοντος στη Βόρεια Ελλάδα, τα οποία κατασκευάζονται από τρίτα πρόσωπα (αναδόχους) μέσα από διαγωνισμό.
Το ΔΣ του αναιρεσείοντος με την ... απόφασή του προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο-αρχιτέκτονα μηχανικό, με 10μηνη σύμβαση έργου, προκειμένου ο τελευταίος να στελεχώσει τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Περιφερειακού Τμήματος Μακεδονίας Θράκης. Στην απόφαση αυτή δεν γίνεται μνεία για κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών του Ιδρύματος.
Μετά ταύτα το αναιρεσείον δια του Προέδρου του ΔΣ συνήψε με τον αναιρεσίβλητο, την από 17-5-2002 έγγραφη "σύμβαση ανάθεσης έργου" συμφωνά με την οποία αυτός ως αρχιτέκτων μηχανικός, ανέλαβε την υποχρέωση της εκπόνησης μελετών και τις επιβλέψεις έργων, αρμοδιότητας του Περιφερειακού Τμήματος της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων του Ε.
Ι.Ν. Με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης αυτής προβλέφθηκε ότι το ανατιθέμενο σ' αυτόν έργο δεν ανάγεται στον κύκλο καθηκόντων που ασκεί το μόνιμο προσωπικό του Ε.Ι.Ν., και συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια της σύμβασης αυτής θα είναι από 17-5-2002 έως την 16-3-2003 (10 μήνες), η οποία "συμπίπτει με το χρονικό διάστημα ολοκλήρωσης του αναληφθέντος έργου", ότι "ο εργολάβος κατά την εκτέλεση των πιο πάνω καθηκόντων του δεν θα υποβάλλεται σε έλεγχο και εποπτεία του Ε.Ι.Ν.
ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής της υπηρεσίας του, αλλά θα εκτελεί τις υποχρεώσεις του σε χρόνο ανεξάρτητο από το ωράριο υπηρεσίας του ιδρύματος, υποχρεούμενος όμως να παραδώσει το συμφωνημένο έργο εντός της συμφωνημένης προθεσμίας". Τέλος, συμφωνήθηκε ως αμοιβή του, για τους δέκα μήνες διάρκειας της σύμβασης, το ποσό των 9.100,00 Ευρώ, πλέον ΦΠΑ, το οποίο υπήρχε η δυνατότητα να καταβληθεί τμηματικά ανά μήνα, εκδιδομένων των νομίμων παραστατικών πληρωμής και αντίστοιχου τιμολογίου παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, μετά από αντίστοιχη παράδοση τμήματος του έργου ή μετά την αντίστοιχη υποβολή στη Διευθύνουσα Σύμβουλο του Ιδρύματος έκθεσης προόδου των εργασιών του και τη συνακόλουθη έγκρισή της.
Και στην σύμβαση αυτή δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος θα καλύψει πρόσκαιρες και έκτακτες ανάγκες του άνω Ιδρύματος. Πριν από τη λήξη (16-3-2003) της πιο πάνω σύμβασης, το ΔΣ του αναιρεσείοντος, με την με αριθμό ... απόφασή του, ενέκρινε την κατακύρωση του έργου "Ανακαίνιση της ... Φοιτητικής Εστίας Θεσσαλονίκης" (πρώην ξενοδοχείο "...") στον ανάδοχο ...
και αποφάσισε να ορίσει επιβλέποντα των οικοδομικών εργασιών του εν λόγω έργου τον αναιρεσίβλητο, παρατείνοντας τη διάρκεια της προαναφερόμενης από 17-5-2002 "σύμβασης ανάθεσης έργου" έως την προσωρινή παραλαβή του έργου της επίβλεψης των οικοδομικών εργασιών της "Ανακαίνισης της ... Φοιτητικής Εστίας Θεσσαλονίκης".
Στη συνέχεια, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η από 5-5-2003 "σύμβαση μίσθωσης έργου", με την οποία ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο η επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών του εν λόγω έργου, αντί μηνιαίου "εργολαβικού ανταλλάγματος" 1.500,00 €, πλέον ΦΠΑ. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίστηκε "να συμπέσει" με το χρονικό διάστημα ολοκλήρωσης του εν λόγω έργου της "Ανακαίνισης της ...
Φοιτητικής Εστίας Θεσσαλονίκης". Και στην δεύτερη αυτή "σύμβαση έργου" δεν γίνεται μνεία για κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών του εναγομένου Ιδρύματος. Ενώ, όμως, οι όροι των δυο αυτών συμβάσεων ανταποκρίνονταν σαφώς σε συμβάσεις μίσθωσης έργου και όχι σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ο αναιρεσίβλητος από 17-05-2002 έως και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής του (13-12-2005), παρείχε τις υπηρεσίες του αρχιτέκτονα μηχανικού στο αναιρεσείον και δη στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Περιφερειακού Τμήματος Μακεδονίας -Θράκης, υπό συνθήκες διάφορες των συμφωνηθέντων.
Συγκεκριμένα αυτός εργαζόταν καθημερινά στο χώρο των γραφείων του Ιδρύματος στη Θεσσαλονίκη και ενίοτε εκτός έδρας, κατόπιν εντολής των προϊσταμένων του, με πλήρες ωράριο εργασίας, ίδιο με αυτό του μόνιμου προσωπικού του εναγόμενου, δηλαδή από 07.00 έως 14.30 ώρας. Ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του αρχιτέκτονα, ενεργώντας όχι αυτοβούλως, αλλά πάντα υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του Προϊσταμένου ..., μηχανολόγου μηχανικού.
Απασχολείτο σε έργα που κατ' επίφαση ορίζονταν στις συμβάσεις που υπέγραφε ότι "δεν ανάγονται στον κύκλο των καθηκόντων που ασκεί το μόνιμο προσωπικό του Ε.Ι.Ν, ενώ στην πραγματικότητα παρείχε υπηρεσίες όμοιες με αυτές του μόνιμου προσωπικού. Επίσης, ο αναιρεσίβλητος προσέφερε ενίοτε τις υπηρεσίες του, σε όλο τούτο το χρονικό διάστημα, και εκτός έδρας, πάντα όμως κατόπιν έγκρισης της μετακίνησης αυτής και της οικείας εκτός έδρας αποζημίωσης από τη διευθύνουσα σύμβουλο του αναιρεσείοντος.
Δέχτηκε επίσης το Εφετείο ότι οι παραπάνω, από 17-5-2002 και από 5-5-2003 διαδοχικές συμβάσεις έχουν συναφθεί πριν από την από την 19-7-2004, δηλαδή πριν από την ισχύ του εν λόγω ΠΔ/τος. Η συνολική διάρκεια αυτών από 17-5-2002 έως 19-7-2004 ήταν 24,5 μηνών. Κατά το χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον ίδιο εργοδότη δηλαδή στο αναιρεσείον ΝΠΙΔ, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με την ειδικότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε παραπάνω.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, στη συνέχεια, ότι οι επίδικες εργασιακές συμβάσεις έφεραν το χαρακτήρα αφενός μεν συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και αφετέρου ότι οι συμβάσεις αυτές κατέστησαν αορίστου χρόνου, απορρίπτοντας έτσι την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις αφού ορθώς τις ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις προναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως έργου.
Ωσαύτως δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του ΠΔ 164/2004, αφού διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του κανόνα του άρθρου 11 παρ.1γ του ΠΔ 164/2004 που εφήρμοσε για την απαγγελθείσα έννομη συνέπεια. Επομένως, τα περί αντιθέτου δια του πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου ΚΠολΔ εκτιθέμενα είναι αβάσιμα.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2008 αίτηση του ΝΠΙΔ "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1138/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ