Legislator Case Law & Legislation
1512/2007 AI generated

1512/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1512/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2149/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5963/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/10/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 19/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1512/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Keywords

AI generated
suspension of benefits sick pay insurance benefits hospital stay co-payment health impairment in military insurance hospital and medical care sick leave
AI generated
1552/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 774/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2462/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2004 αίτησή του.
2024/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/1997 αγωγή του αρχικώς αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 561/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7026/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/5/2002 αίτησή του.
698/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
807/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
796/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 548/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5116/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/11/2012 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1512 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1512/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος ανακάλεσε την από 23/5/2007 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2149/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5963/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/10/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 19/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαρίστριες και οι καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομοιούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Α.Υ.Ε. 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης όπως συμπληρώθηκαν με το Ν.1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.

Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ., στις 24-4-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως καθαρίστρια, με μηνιαίες αποδοχές που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες για την ειδικότητά της συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, ότι επί προηγουμένων αγωγών της, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 24-4-1985 μέχρι 31-12-1997, εκδόθηκαν οι 9114/1990, 373/1997 και 5395/2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών καθώς και η 2640/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έχει κριθεί τελεσίδικα ότι η αναιρεσείουσα για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με τις διατάξεις της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιά, σε συνδυασμό με την 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και ότι εδικαιούτο τα 8/6 του κατωτάτου ορίου ημερομισθίου, το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, την αμοιβή των δύο ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975,το επίδομα τριετιών, ανθυγιεινής εργασίας και ειδικό επίδομα 40% του άρθρου 44 του ν. 1193/1981 κλπ, ότι όμως για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-1999 η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, το δε αναιρεσίβλητο δεν δεσμεύεται από τους όρους και τις προϋποθέσεις των ΕΓΣΣΕ και ότι από τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο για το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού πρόκειται για διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, δεδομένου ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας διέπονται από την από 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η κρινόμενη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητεί τις διαφορές των αποδοχών της του επιδίκου χρονικού διαστήματος, που προέκυψαν από τον μη υπολογισμό του βασικού μισθού της με βάση το προβλεπόμενο από τη ΔΑ 42/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιά και την από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ κατώτατο ημερομίσθιο (ασφαλείας) εργατοτεχνίτη, ως μη νόμιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις και σύμφωνα με το νόμο δεν δέχθηκε πράγματα προταθέντα από την αναιρεσείουσα, (την μη ύπαρξη δηλαδή δεδικασμένου), ενώ δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 16, 8 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά ένα σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, παρά το νόμο κηρύχθηκε η έκπτωση της αναιρεσείουσας να αμείβεται σύμφωνα με το προϊσχύον της συμβάσεως της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως την μη ύπαρξη δεδικασμένου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι, δεν απορρέει δεδικασμένο από τις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις, καίτοι το αναιρεσίβλητο δεν είχε προτείνει κάτι τέτοιο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. παρέχεται όταν, το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Τέλος, απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη 1269/21-10-2004 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 5963/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα(770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ