Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague imputability claim regarding tax debt reductions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a tort claim for damages. The appellant argued that the defendant's failure to utilize debt restructuring laws constituted a specific imputable fault, but the lower court rejected this as too vague to quantify potential savings. The Supreme Court upheld this decision, ruling that the appeal failed because the appellant did not specify the exact degree of debt reduction that would have occurred, rendering the claim of imputable fault legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216 of the Code of Civil Procedure and Articles 914, 297, 298 of the Civil Code; A claim for imputable fault based on the non-utilization of debt restructuring laws is inadmissible if the appellant fails to specify the exact degree of potential debt reduction, rendering the fault unquantifiable for judicial assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1511 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1511/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρυσόστομου Βελάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Η. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κοντογεώργη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 942/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5028/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/1/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από17-1-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 5028/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-3-2017 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.942/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς την κυρία βάση της από την αδικοπραξία και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 65.411,23 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής . Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552,553,556,558,564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι στην αγωγή για αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, όσα παρέλειψε, από το νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 838/2011). Παράνομη δε συμπεριφορά που μπορεί, συντρεχόντων και των λοιπών προϋποθέσεων, να οδηγήσει σε ευθύνη με τις διατάξεις της αδικοπραξίας, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό κανόνα δικαίου, που θεμελιώνει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος ή σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου.
Έτσι, για το ορισμένο της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί να εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, ότι η συμπεριφορά αυτή είναι υπαίτια (δόλος ή αμέλεια), ότι εξ αυτής προκλήθηκε ζημία στον ενάγοντα, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του εναγομένου και να καθορίζεται το ποσό κατά αιτία.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι η ιστορική της βάση παρουσίαζε ποιοτική αοριστία ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα στον πρώτο βαθμό και παραδεκτώς επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του ότι η αγωγή ήταν αόριστη, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύονται τα στοιχεία της επικαλούμενης αδικοπραξίας και δεν εκτίθενται αναλυτικά τα επικαλούμενα ποσά της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα από αυτή.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι εκτίθενται τα ακόλουθα: " Ότι ο ενάγων από το έτος 1996 υπήρξε εργαζόμενος στο υποκατάστημα … της Α.Ε. "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε.", της οποίας ο εναγόμενος ήταν αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος. Ότι, κατά το έτος 2005, ο εναγόμενος απευθύνθηκε σ' αυτόν για την ίδρυση νέας εταιρείας με συναφές αντικείμενο, η οποία θα λειτουργούσε υποστηρικτικά στη χρηματοδότηση και την οικονομική ενίσχυση της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ότι εκμεταλλευόμενος τη συγγενική τους σχέση αλλά και τη μακροχρόνια εργασιακή σχέση τον έπεισε να συστήσει μια μονοπρόσωπη ΕΠΕ, με δαπάνες του ίδιου του εναγόμενου, η οποία θα ελεγχόταν αποκλειστικά από τον τελευταίο, χωρίς καμία οικονομική, φορολογική ή άλλη επιβάρυνση για τον ενάγοντα.
Ότι, πεισθείς από τις υποσχέσεις του εναγόμενου, ο ενάγων τον Απρίλιο του έτους 2005 υπέγραψε ως μοναδικός εταίρος και διαχειριστής την με αρ. 17.757/13-4-2005 πράξη σύστασης μονοπρόσωπης ΕΠΕ του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Γ., νομίμως δημοσιευθείσα, με την οποία συστήθηκε η μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "...", με έδρα το ....
Ότι, κατόπιν της οριστικής διάρρηξης των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων προέβη στη λύση της ανωτέρω μονοπρόσωπης ΕΠΕ και στη φορολογική διακοπή των εργασιών της. Ότι, μετά τη διακοπή των εργασιών της εν λόγω ΕΠΕ, ο ενάγων διενήργησε έλεγχο, από τον οποίο προέκυψε ότι, κατά τη λειτουργία της, γεννήθηκαν οφειλές στο πρόσωπο του ίδιου ως μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της, αφενός προς τον Ο.Α.Ε.Ε.
ύψους 57.108,54 ευρώ, αφετέρου προς την Εφορία ύψους 5.302,69 ευρώ. Ότι το συνολικό ποσό των (57.108,54 + 5.302,69) 62.411,23 ευρώ αποτελεί τη ζημία του, συνεπεία της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών εκ μέρους του εναγομένου και συγκεκριμένα ότι δήθεν ουδεμία οφειλή θα υπήρχε σε βάρος του ενάγοντος σε Εφορία και ασφαλιστικούς οργανισμούς, διότι δήθεν είχε εξαιρεθεί από την υποχρέωση καταβολής εισφορών στον Ο.Α.Ε.Ε.
με ενέργειες του εναγομένου και του λογιστή του και ότι, καθ' όλη την πορεία της εν λόγω ΕΠΕ, οι υποχρεώσεις προς τρίτους καλύπτονταν από τον εναγόμενο. Ότι ο τελευταίος προέβη στις ενέργειες αυτές με δόλο, έχοντας εξαρχής ως αποκλειστικό σκοπό να ποριστεί ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του, καταλείποντας αυτόν με τις ως άνω οφειλές προς τον ΟΑΕΕ και την Εφορία, που βάρυναν τον ίδιο, με συνέπεια να ωφεληθεί αυτός (εναγόμενος) κατά το ποσό των 62.411,23 ευρώ .
Ότι τα ως άνω γεγονότα προκάλεσαν στον ενάγοντα έντονο άλγος και ψυχική αναστάτωση λόγω της εμπλοκής του σε μια ψυχοφθόρα διαδικασία και σε έναν ατέρμονο δικαστικό αγώνα, αλλά και έντονη λύπη και έκπληξη εξαιτίας της αδιαφορίας του εναγομένου να αναλάβει την αποκλειστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ηθική βλάβη.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούσε ο ενάγων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 62.411,23 ευρώ ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία της αδικοπραξίας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής". Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή έχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της και συγκεκριμένα είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της επί των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι περιγράφεται λεπτομερώς η παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Επίσης, εκτίθεται η ζημία, που ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έχει υποστεί από την παράνομη ενέργεια του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να εκθέτει αναλυτικά τα επί μέρους ποσά που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει, εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας, για ασφαλιστικές εισφορές και οφειλές προς την αρμόδια ΔΟΥ.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο υποβλήθηκε παράπονο από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από αυτόν ένστασης αοριστίας της αγωγής, έλαβε υπόψη τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια ότι απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο παραπονέθηκε για την απόρριψη της ένστασης αοριστίας της αγωγής, χωρίς αιτιολογία, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον σχετικό λόγο έφεσης, δεν κατάρτισε για το επίδικο ζήτημα ελάσσονα πρόταση, αφού δεν εισήλθε κατά τα κεφάλαιο αυτό στην ουσία της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 1809/2007).
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 149 εδ. β', 914, 297 εδ. β' και 937 παρ.2 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον ο οποίος με απατηλή συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του οδηγήθηκε στην κατάρτιση δικαιοπραξίας, παρέχεται, εκτός από το δικαίωμα ακύρωσης της δικαιοπραξίας με παράλληλη δυνατότητά του να ζητήσει την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, και αυτοτελές δικαίωμα αποδεχόμενος τη δικαιοπραξία να ζητήσει μόνον την ανόρθωση της ζημίας του με τις ίδιες διατάξεις περί αδικοπραξιών, χωρίς να είναι απαραίτητο, για τη θεμελίωση μιας τέτοιας αξιώσεως, η δόλια παραπλανητική συμπεριφορά να αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος ή του παρόντος, όπως επιβάλλεται επί ποινικού αδικήματος απάτης (άρθρο 386 ΠΚ), αλλά αρκεί για τη θεμελίωση του αστικού αδικήματος οι παραπλανητικές ψευδείς παραστάσεις να αναφέρονται και σε μελλοντικά γεγονότα, η δε τυχόν παράλληλη ύπαρξη και ποινικού αδικήματος έχει σημασία μόνον για το ενδεχόμενο επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής του αστικού αδικήματος, που συστοιχείται στην περίπτωση αυτή με τον μακρότερο χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.2 του ΑΚ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν όμως δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Παράλληλα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την 17757/13-4-2005 σχετική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Γ. (δημοσιευθείσης στο 2457/2005 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ) συνεστήθη από τον ενάγοντα η μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "....". Ως σκοπός της εταιρείας ορίστηκε η εμπορία και οι εισαγωγές και εξαγωγές μαρμάρων, ενώ η έδρα της στο ... και μάλιστα στο επί της οδού ... κατάστημα. Η εταιρεία αυτή λειτούργησε έως το Μάρτιο του 2014, οπότε ο ενάγων προέβη στη λύση της δυνάμει της σχετικής 3192/17-3-2014 πράξης της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σ.
Δ. και ακολούθως σε φορολογική διακοπή των εργασιών της λόγω παύσης εργασιών. Όμως παράλληλα και ήδη πριν τη σύσταση της ως άνω ΕΠΕ ο ενάγων υπήρξε εργαζόμενος της εταιρείας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής, διευθύνων σύμβουλος της οποίας ήταν ο εναγόμενος. Συγκεκριμένα εργαζόταν στην επιχείρηση αυτή ήδη από έτος 1996, απασχολούμενος καθ' όλο αυτό το διάστημα στο υποκατάστημα ...
ως υπεύθυνος για τη λειτουργία του από κοινού με τη σύζυγό του, επίσης εργαζόμενη της ίδιας επιχείρησης. Στην ίδρυση δε της προαναφερόμενης ΕΠΕ προέβη ο ενάγων κατόπιν συνεννοήσεων με τον εναγόμενο, με τον οποίο, πέραν της μακροχρόνιας εργασιακής σχέσης, συνδεόταν και με συγγενική σχέση. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, υποσχόμενος στον ενάγοντα ότι θα αναλάβει ο ίδιος όλες τις φορολογικές και λοιπές δαπάνες και όλα τα βάρη που θα δημιουργούνταν, καθώς και ότι του έχει χορηγηθεί απαλλαγή από τις εισφορές του Ο.Α.Ε.Ε.
χάρις σε ενέργειες δικές του και του λογιστή του, και εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, βασιζόμενη τόσο στη μακροχρόνια εργασιακή όσο και στη συγγενική τους σχέση, ζήτησε από τον ενάγοντα και τον έπεισε να προβεί στη σύσταση εταιρείας με συναφές αντικείμενο, η οποία θα δρούσε υποστηρικτικά προς την αρχική εταιρεία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε.", ενισχύοντας την οικονομική της ρευστότητα μέσω επιταγών, της οποίας ο αποκλειστικός έλεγχος θα ανήκε στον ίδιο τον εναγόμενο.
Περί αυτών βεβαιώνουν κυρίως ο μάρτυρας Χ. Π. (με αρ. 5012/2016 ένορκη βεβαίωση), καταθέτοντας ότι ο εναγόμενος ήταν αυτός που του ανέθεσε ως λογιστή τη σύσταση της ως άνω ΕΠΕ, καθώς και ο μάρτυρας Η. Α. (με αρ. 5011/2016 ένορκη βεβαίωση) πρώην υπάλληλος του λογιστηρίου της "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε", καταθέτοντας ότι αυτός χειριζόταν όλα τα λογιστικά της συσταθείσας από τον ενάγοντα ΕΠΕ και διατηρούσε όλα τα φορολογικά της στοιχεία στο γραφείο του στην έδρα της "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε.".
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η εταιρεία "..." ιδρύθηκε προσχηματικώς και μόνο από τον ενάγοντα, ενώ στην πραγματικότητα ο απόλυτος έλεγχός της ανήκε στον εναγόμενο, ο οποίος από την έδρα της δικής του επιχείρησης κατηύθυνε την όλη επιχειρηματική της δράση με αποκλειστικό στόχο την μέσω της ΕΠΕ οικονομική ενίσχυση της "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε.".
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την από 13-4-2005 εξουσιοδότηση του ενάγοντος προς τον γιό του εναγομένου Π. Λ., με την οποία τον εξουσιοδοτεί να προβεί σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια ενώπιον των αρμόδιων φορέων (Επιμελητήριο, ΙΚΑ, ΔΟΥ κλπ) σχετικά με τη σύσταση της ΕΠΕ, η σωρεία των εξουσιοδοτήσεων του ενάγοντος προς υπαλλήλους της "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε." για ανάληψη μετρητών από τραπεζικό λογαριασμό της ΕΠΕ, καθώς και το γεγονός ότι η έδρα της εν λόγω ΕΠΕ ορίστηκε στο ...
και όχι στην …, όπου κατοικούσε και εργαζόταν ο εναγόμενος. Να σημειωθεί μάλιστα ότι στο διακριτικό τίτλο της ΕΠΕ περιελήφθη η ένδειξη L.B., που προέρχεται από το όνομα του εναγομένου (L. B.) και περιέχεται και στο διακριτικό τίτλο της "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε." (L.B. NAXOS MARBLES S.A.), ενώ η ίδια ένδειξη με ελληνικούς χαρακτήρες (Λ.Β.) περιέχεται και στην επωνυμία, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι δύο εταιρείες υπήρξαν κοινών συμφερόντων.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ως άνω ΕΠΕ ιδρύθηκε κατόπιν επιθυμίας του ενάγοντος και για οικονομική του ενίσχυση και ότι επετράπη η χρήση της ένδειξης L.B. προκειμένου η νέα εταιρεία να αντλήσει απ' αυτήν αναγνωρισιμότητα στις συναλλαγές, δεν πείθει το Δικαστήριο ως αντίθετος προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η ίδρυση από υπάλληλο εταιρείας νέου εταιρικού φορέα με το ίδιο αντικείμενο συνιστά σαφώς ανταγωνιστική ενέργεια μη επιτρεπόμενη στις συναλλαγές, πολλώ μάλλον όταν συνοδεύεται από τη χρήση του ίδιου διακριτικού τίτλου.
Επίσης δεν πείθουν το Δικαστήριο τα όσα κατέθεσε ενόρκως η Ε. Π. (με αρ. 5567/2016 ένορκη βεβαίωση) ενόψει της εργασιακής σχέσης που τη συνδέει με την "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε.", διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο εναγόμενος, ενώ σε κάθε περίπτωση τα όσα αυτή καταθέτει ότι η "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε." ήταν συνεπής στις εν γένει υποχρεώσεις της και δεν έχρηζε οικονομικής στήριξης, δεν μπορούν να αναιρέσουν την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η στήριξη από την ΕΠΕ είναι δυνατόν να αφορούσε τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών της Α.Ε.
και όχι απαραίτητα την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων ή την αποφυγή κινδύνου πτωχεύσεως, ο οποίος άλλωστε δεν αποδείχθηκε. Όμως ο ενάγων ουδέποτε θα προέβαινε στη σύσταση ΕΠΕ στο όνομά του, αν γνώριζε ότι θα επιβαρυνόταν με τις φορολογικές υποχρεώσεις και τις ασφαλιστικές εισφορές στον Ο.Α.Ε.Ε.
Αποτέλεσμα της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, στην οποία προέβη αποσκοπώντας στην οικονομική ενίσχυση της "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε.", ήταν να καταλογιστούν στο όνομα του ενάγοντος ως διαχειριστή της ως άνω ΕΠΕ για τον Ο.Α.Ε.Ε. συνολικό ποσό οφειλομένων εισφορών 57.108,54 ευρώ και για την Εφορία συνολικό ποσό οφειλών 7.762,03 ευρώ, ποσά που αποτελούν την περιουσιακή του ζημία.
Σημειώνεται ότι η ένσταση οικείου πταίσματος που παρέβαλε πρωτοδίκως (και επαναλαμβάνει με την έφεσή του) ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων ως οφειλέτης του ΟΑΕΕ και του Δημοσίου παρέλειψε να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 51 ναι 55 του ν. 4305/2014, περί ρύθμισης οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και το Ελληνικό Δημόσιο με έως και 100 δόσεις, έκπτωση ή και διαγραφή χρέους, καθώς και ότι παρέλειψε να συμψηφίσει τον οφειλόμενο υπέρ της εταιρείας του ΦΠΑ, ορθώς απερρίφθη ως αόριστος με την εκκαλουμένη απόφαση, καθώς ο εναγόμενος δεν εκθέτει σε ποιό βαθμό θα είχε ενδεχομένως απομειωθεί η οφειλή του εναγομένου προς τον ΟΑΕΕ και την Εφορία σε περίπτωση υπαγωγής του στις ως άνω ευεργετικές διατάξεις, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προσδιορίσει το βαθμό του ενδεχόμενου συντρέχοντος πταίσματός του.
Σημειώνεται επίσης ότι τυχόν αξιώσεις της εταιρείας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε." (και όχι ανταπαιτήσεις του ίδιου του εναγομένου) κατά του ενάγοντα ουδόλως σχετίζονται με την παρούσα μεταξύ των διαδίκων διαφορά, ούτε μπορούν να προταθούν σε συμψηφισμό από τον εναγόμενο, καθώς δεν υφίσταται αμοιβαιότητα εκατέρωθεν απαιτήσεων.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, πέραν της περιουσιακής ζημίας, από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη, καθόσον ταλαιπωρήθηκε ηθικά και συναισθηματικά, αναγκαζόμενος να εμπλακεί σε πολύχρονους και ψυχοφθόρους (σε αστικό και ποινικό πεδίο) δικαστικούς αγώνες για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη και για την ποινική καταδίκη του εναγομένου.
Για την αποκατάσταση λοιπόν της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους της ζημίας, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και των εν γένει συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται ποσό 40 ευρώ, που ο ενάγων έχει εισαγάγει ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων, επιφυλασσόμενος ρητώς για την άσκηση των λοιπών αξιώσεών του ενώπιον των αστικών δικαστηρίων ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία της την από 27-3-2017 έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενόψει ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως αναλύθηκαν στην προαναφερθείσα νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, περιγράφεται η παράνομη ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγομένου, ότι η συμπεριφορά αυτή είναι υπαίτια και εξ αυτής προκλήθηκε ζημία στον ενάγοντα, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του εναγομένου, αφού ο ενάγων εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου οδηγήθηκε στη σύσταση της Μον.
ΕΠΕ και στη συνέχεια υπέστη την προαναφερθείσα περιουσιακή ζημία, αρκούσαν δε για τη θεμελίωση του αστικού αδικήματος οι παραπλανητικές ψευδείς παραστάσεις να αναφέρονται και σε μελλοντικά γεγονότα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως ο δεύτερος ως προς το πρώτο σκέλος του λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, καθώς και με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που κατά τα εκτεθέντα εφάρμοσε, τον οποίο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αφού με σαφείς παραδοχές εκτίθεται η παράνομη και υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγομένου και η εξ αυτής προκληθείσα ζημία σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του εναγομένου, αφού ο ενάγων, εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς του τελευταίου, οδηγήθηκε στη σύσταση της Μον.ΕΠΕ και στη συνέχεια υπέστη την προαναφερθείσα περιουσιακή ζημία, ενώ οι επιπλέον αιτιολογίες, που αφορούν την οικονομική στήριξη της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΒΕΕ", μέσω τραπεζικών επιταγών, με σκοπό τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών αυτής, δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς και παρατίθενται πλεοναστικά.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος κατά το οποίο, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους δήθεν σε παραβίαση των ίδιων νομικών κανόνων, πλήττουν στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ.15 .2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002, ΑΠ 1864/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει υπάρξει απόδειξη περί τούτων και ειδικότερα δέχθηκε αυθαιρέτως, χωρίς να έχουν προκύψει αυτά από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, τα ακόλουθα :
α) ότι ο λόγος της σύστασης της Μον ΕΠΕ ήταν ότι αυτή θα δρούσε υποστηρικτικά προς την αρχική εταιρεία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΒΕΕ", ενισχύοντας την οικονομική της ρευστότητα μέσω επιταγών και β) το ότι η "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ Α.Β.Ε.Ε." ήταν συνεπής στις εν γένει υποχρεώσεις της και δεν έχρηζε οικονομικής στήριξης, η οποία είναι δυνατόν να αφορούσε τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών της Α.Ε.
και όχι απαραίτητα την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων ή την αποφυγή κινδύνου πτώχευσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο παραπάνω άρθρο (559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ), πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).
V.Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 493/2015), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Δεν αποτελούν πράγματα, και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΑΠ 11/2017), καθώς και οι ισχυρισμοί που δεν έχουν αυτοτέλεια και συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013) ή νομικά επιχειρήματα, όπως οι νομικοί ισχυρισμοί ή νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 1/2016, ΑΠ 933/2014), ούτε τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, ή από το νόμο (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 141/2017, ΑΠ 99/2017).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 250/2014), ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 839/2010) είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 54/2017).
Εξάλλου, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης.
Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, συνιστά όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της διάταξης του προαναφερόμενου άρθρου (ΑΠ 614/2016, ΑΠ 410/2016). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την πλευρά του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-εναγομένου ισχυρισμό για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτού. Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός περί της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία, σε κάθε περίπτωση, έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και την απέρριψε εκ των πραγμάτων .
VΙ. Κατά το άρθρο 300 εδ. α' ΑΚ "εάν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση(ΑΠ 567/2017, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1729/2013).
Προκειμένου για αγωγή αποζημίωσης, η οποία στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914 επ. ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής.
Ο ισχυρισμός αυτός, που δεν περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, πρέπει να προβάλλεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και με σχετικό αίτημα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 131/2013).
Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ συνάγεται ότι, προϋποθέσεις μείωσης του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης ή και μη επιδίκασής της είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση. β) Συμπεριφορά του ζημιωθέντα θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας.
γ) Πταίσμα του ζημιωθέντα από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντα και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του (ΑΠ 1630/2010).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την ένστασή του από το άρθρο 300 ΑΚ, που υπέβαλε κατά την πρωτόδικη δίκη και επανέφερε στο Εφετείο με τον έκτο λόγο της έφεσής του με το ακόλουθο περιεχόμενο: " α.
Ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι υφίστανται οφειλές του προς τον ΟΑΕΕ ύψους 57.108,54 ευρώ. Παράλληλα, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. 3102/17.3.2014 λύση της μονοπρόσωπης εταιρίας με την επωνυμία "..." η εταιρία αυτή λύθηκε από τον ίδιο την 17/3/2014. Όπως προκύπτει από το προσαγόμενο και επικαλούμενο από 29/4/2015 δελτίο τύπου του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, παρατάθηκε η ρύθμιση οφειλών φορείς κοινωνικής ασφάλισης, η οποία προβλεπόταν με το άρθρο 54 Ν. 4305/2014 (ΦΕΚ 237/31.10.2014) ενώ η προθεσμία για την υποβολή αίτησης υπαγωγής σε καθεστώς ρύθμισης παρατάθηκε έως και την 2/6/2015, αφορώντας όλες τις οφειλές προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως και την 1/4/2015.
Με τη ρύθμιση αυτή, προβλέφθηκε ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων ο οποίος μπορεί να φτάσει μέχρι τις 100, με ελάχιστο ποσό καταβολής τα 50 ευρώ, ενώ προβλέφθηκε η έκπτωση 80 % για ρύθμιση έως 36 δόσεις. Ο αντίδικος, όντας σε γνώση της συγκεκριμένης οφειλής, όντας σε γνώση ότι η υποχρέωση για τη συγκεκριμένη οφειλή βάρυνε τον ίδιο, παρέλειψε με αποκλειστική υπαιτιότητα του να υπαχθεί στην ανωτέρω ρύθμιση, η οποία θα εκμηδένιζε το ποσό της οφειλής του, άλλως επικουρικά, θα μείωνε τούτο στο ελάχιστο, με αποτέλεσμα να είναι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του ως προς το αναφερόμενο στην αγωγή του ποσό των 57.108,54 € προς τον ΟΑΕΕ.
β. Ως προς την αναφερόμενη οφειλή του αντιδίκου των 5302,69 € προς την Εφορία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από το προσαγόμενο και επικαλούμενο από 26/6/2015 δελτίο τύπου του Υπουργείου Οικονομικών, κατατέθηκε τροπολογία από το Υπουργείο Οικονομικών, με την οποία παρατάθηκε η ρύθμιση οφειλών προς το δημόσιο και η υπαγωγή στη ρύθμιση των 100 δόσεων, η οποία προβλεπόταν με το άρθρο 51 Ν 4305/2014 (ΦΕΚ 237/31.10.2014) ενώ η προθεσμία για την υποβολή αίτησης υπαγωγής σε καθεστώς ρύθμισης παρατάθηκε έως και την 15/7/2015, αφορώντας όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο.
Ο αντίδικος, όντας σε γνώση της συγκεκριμένης οφειλής, όντας σε γνώση ότι η υποχρέωση για τη συγκεκριμένη οφειλή βάρυνε τον ίδιο, παρέλειψε με αποκλειστική υπαιτιότητα του να υπαχθεί στην ανωτέρω ρύθμιση, η οποία θα εκμηδένιζε το ποσό της οφειλής του, άλλως επικουρικά, θα μείωνε τούτο στο ελάχιστο, με αποτέλεσμα να είναι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του ως προς το αναφερόμενο στην αγωγή του ποσό των 5302,69 € προς την Εφορία .
Παραλλήλως, ο αντίδικος παρέλειψε να συμψηφίσει τον οφειλόμενο υπέρ της εταιρίας του ΦΠΑ, ο οποίος εκμηδενίζει την οφειλή, όντας αποκλειστικά υπαίτιος και για την ύπαρξη της. γ. Ως προς τον ισχυρισμό του αντιδίκου ότι δήθεν η οφειλή του προς τον ΟΑΕΕ οφείλεται σε εμένα (ισχυρισμό που κατηγορηματικά αρνούμαι), θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. 53/27.7.2005 εγκύκλιο του ΟΑΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ΝΑ 4277/1962, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 παρ. 3 του νόμου 3232/2004: "Ουδείς δύναται να είναι ασφαλισμένος συγχρόνως σε περισσότερους από ένα Οργανισμούς για ασφάλιση ασθένειας".
Ο αντίδικος, ενώ κατά το έτος 2005 προσεκόμισε ενώπιον του ΟΑΕΕ τα ένσημα του από την εργασία του στην εταιρία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΒΕΕ", τα οποία αποδεικνύουν την υπαγωγή του σε ασφάλιση ασθένειας στο ΙΚΑ, παρέλειψε να το πράξει για τα επόμενα έτη (με αποκλειστική υπαιτιότητα του). Σημειωτέον, ότι εφόσον προσκομιστούν στον ΟΑΕΕ, τα σχετικά ένσημα που αποδεικνύουν ασφάλιση στο ΙΚΑ και μεταγενεστέρους (και σήμερα) η υπαγωγή του για τον αντίστοιχο κλάδο ασθένειας στον ΟΑΕΕ διαγράφεται.
Ο αντίδικος και μετά την λύση της εταιρίας και μέχρι την άσκηση της αγωγής και μέχρι σήμερα παρέλειψε υπαίτια να πράξει τούτο, πράξη η οποία μπορεί να γίνει μόνον από τον ίδιο, με αποτέλεσμα να είναι αποκλειστικά υπαίτιος της φερόμενης ως οφειλής του προς τον ΟΑΕΕ και για τον λόγο αυτό. Με τούτα τα δεδομένα προτείνω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά του συνόλου των αναφερομένων απαιτήσεων του αντιδίκου στην υπό κρίση αγωγή (των 57.108,54 € προς τον ΟΑΕΕ, των 5302,69 € προς την Δ.Ο.Υ.
και της φερόμενης ως ηθικής βλάβης από τη μη πληρωμή των κονδυλίων αυτών) την ένσταση οικείου πταίσματος σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ και ζητώ την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής για το λόγο αυτό...". Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού δέχθηκε ότι: " ... η ένσταση οικείου πταίσματος που προέβαλε πρωτοδίκως (και επαναλαμβάνει με την έφεσή του) ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων ως οφειλέτης του ΟΑΕΕ και του Δημοσίου παρέλειψε να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 51 ναι 55 του ν. 4305/2014, περί ρύθμισης οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και το Ελληνικό Δημόσιο με έως και 100 δόσεις, έκπτωση ή και διαγραφή χρέους, καθώς και ότι παρέλειψε να συμψηφίσει τον οφειλόμενο υπέρ της εταιρείας του ΦΠΑ, ορθώς απερρίφθη ως αόριστος με την εκκαλουμένη απόφαση, καθώς ο εναγόμενος δεν εκθέτει σε ποιό βαθμό θα είχε ενδεχομένως απομειωθεί η οφειλή του ενάγοντος προς τον ΟΑΕΕ και την Εφορία σε περίπτωση υπαγωγής του στις ως άνω ευεργετικές διατάξεις, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προσδιορίσει το βαθμό του ενδεχόμενου συντρέχοντος πταίσματός του".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και τούτο διότι η σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος ήταν πραγματικά αόριστη, αφού δεν διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία και ειδικότερα το συγκεκριμένο βαθμό μείωσης των ανωτέρω οφειλών του αναιρεσίβλητου σε περίπτωση υπαγωγής του στις ως άνω ευεργετικές διατάξεις, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προσδιορίσει το βαθμό του ενδεχόμενου συντρέχοντος πταίσματός του, αρκεσθείσα σε γενικές αναφορές των διατάξεων περί ρύθμισης οφειλών προς τον ΟΑΕΕ και τη ΔΟΥ.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 17-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.5028/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 -1-2019 αίτηση του Α. Λ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5028/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ