Legislator Case Law & Legislation
1511/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by one defendant but overturns conviction against another due to flawed reasoning on joint liability.

Case Number 1511/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by G. X. but overturned the lower court's decision regarding G. S. due to flawed reasoning. The court found the trial court erred in treating the principal signer as an accomplice to the unauthorized check issuance without properly distinguishing between direct and moral authorship. Consequently, the judgment was annulled for G. S. and remanded for retrial, while the appeal by G. X. was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Art. 510(1)(E) of the Criminal Procedure Code; Art. 79(1) of Law 5960/1933: The Supreme Court must annul a lower court decision if it fails to correctly interpret substantive criminal provisions regarding joint liability, specifically when it incorrectly classifies a principal offender as an accomplice without distinguishing between direct and moral authorship.

Keywords

AI generated
unauthorized check issuance joint criminal liability moral authorship direct authorship criminal procedure appeal remand for retrial flawed reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 510(1)(E) of the Criminal Procedure Code
Art. 79(1) of Law 5960/1933
Art. 6 of Law 5960/1933
Art. 10 of Law 5960/1933
Art. 11 of Law 5960/1933
Art. 46 of the Criminal Code
Art. 47 of the Criminal Code
Art. 519 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1511 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1511/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Μαρτίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέα Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Γ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΙΤ 01/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 22-2-2019 και 18-2-2019 αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν με δηλώσεις, οι οποίες επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-2-2019 και 18-2-2019, αντίστοιχα, και έλαβαν αριθμούς πρωτοκόλλου 2525/25-2-2019 και 2225/18-2-2019 αντίστοιχα, και που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 308/2019.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 22 Φεβρουαρίου 2019 αίτηση αναίρεσης της Γ. Χ. του Θ., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25.02.2019, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2525/25.02.2019 και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και β) να αναιρεθεί η με αριθμό ΙΤ 01/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς τις διατάξεις που αφορούν στον αναιρεσείοντα Γ. Σ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 22-2-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-2-2019) της Γ. Χ. του Θ., κατοίκου ... και β) η από 18-2-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν) του Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης, με αριθμό ΙΤ 01/7-1-2019, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Ι. Επί της αίτησης αναίρεσης της Γ. Χ.:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ.

α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί προσηκόντως, ήτοι μετά ή διά συνηγόρου, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα δύο αποδεικτικά επίδοσης με ημεροχρονολογία 1-3-2019, που συντάχθηκαν αρμοδίως από τον Επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ.

Χ., προκύπτει ότι επιδόθηκε, αντίστοιχα: α) με θυροκόλληση στο δηλωθέντα με το αναιρετήριο τόπο κατοικίας της αναιρεσείουσας Γ. Χ., επειδή δεν βρέθηκε εκεί η ίδια προσωπικά ούτε άλλο, από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 155 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, πρόσωπο, και β) στη σύνοικο ενήλικο συνεργάτη του Δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Σώλου, νομοτύπως διορισθέντος αντικλήτου της αναιρεσείουσας Γ.

Χ., επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος προσωπικά στον τόπο κατοικίας του, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 2 εδ. β' και δ', 155 παρ. 1 εδ. β', 166 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η κλήση 308/27-2-2019 της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να παραστεί η εν λόγω αναιρεσείουσα δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-3-2019), προκειμένου να υποστηρίξει την υπό κρίση από 22-2-2019 αίτησή της (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-2-2019), για αναίρεση της απόφασης, με αριθμό ΙΤ 01/7-1-2019, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Συνεπώς, εφόσον η εν λόγω αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δικηγόρο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της κατά την ανωτέρω δικάσιμο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η από 22-2-2019 αίτησή της. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα Γ. Χ. τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 και ήδη 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΙΙ. Επί της αίτησης αναίρεσης του Γ. Σ.:

Με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, ορίζεται ότι "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης του Ν. 1325/1972 ρύθμισης, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, περίπτωση που συντρέχει, όταν αυτή εμφανισθεί στην πληρώτρια τράπεζα εντός οκτώ (8) ημερών από την επομένη της έκδοσής της (άρθρο 29 σε συνδυασμό με το άρθρο 56 του ως άνω νόμου "Περί επιταγής") και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής, που είναι ακάλυπτη.

Ειδικότερα, με τη νέα ρύθμιση, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται πλέον ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο η ύπαρξη κοινού δόλου (πρόθεσης), ακόμη δε και ότι αυτός (εκδότης) θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται (ενδεχόμενος δόλος).

Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε από πρόθεση (από δόλο), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία, που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.

Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και το σκοπό της διάταξης του ως άνω άρθρου, σαφώς προκύπτει, ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βούλησης (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο, για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή.

Ως εκ τούτου, επί εκδότη νομικού προσώπου, το φυσικό πρόσωπο, που εκδίδει με την υπογραφή του επί του τίτλου την ακάλυπτη επιταγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπεί, υπέχει ατομική ποινική ευθύνη για την έκδοση και τη μη πληρωμή της επιταγής αυτής από το λογαριασμό της εταιρίας. Περαιτέρω, ναι μεν η ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή μπορεί να γίνει και με εκπρόσωπο (άρθρο 11 του Ν. 5960/1933), ο οποίος μπορεί να υπογράψει είτε με το δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου (εκδότη), οπότε πρόκειται για έμμεση αντιπροσώπευση (άρθρο 6 εδ.

β' του Ν. 5960/1933), επί της οποίας υποκείμενο της δημιουργούμενης σχέσης είναι αυτός ο ίδιος ο αντιπρόσωπος, είτε και με το όνομα του αντιπροσωπευομένου μόνο ή με το δικό του όνομα και τη δήλωση ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου (εκδότη), οπότε πρόκειται για άμεση αντιπροσώπευση (άρθρο 10 και 11 του Ν. 5960/1933), επί της οποίας υποκείμενο της ιδρυόμενης σχέσης δεν είναι ο δικαιοπρακτών αντιπρόσωπος, αλλά ο αντιπροσωπευόμενος.

Όμως, η ύπαρξη πληρεξουσιότητας προς ενέργεια από τον πληρεξούσιο, στο όνομα των παραχωρησάντων την πληρεξουσιότητα αυτή νόμιμων εκπροσώπων της εταιρίας, εμπορικών πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η έκδοση επιταγής, δεν καλύπτει την παράνομη πράξη της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, γιατί αντιπροσώπευση στην αδικοπραξία δεν είναι δυνατή.

Στην περίπτωση που ο φερόμενος ως αντιπρόσωπος εξέδωσε ακάλυπτη επιταγή, ενέχεται ο ίδιος ως αυτουργός της παράνομης αυτής πράξης, ο δε εντολέας του ενέχεται ως ηθικός αυτουργός ή συνεργός, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 46 ή 47 του ΠΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Τέλος, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΟλΑΠ 3/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό ΙΤ 01/2019, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "....αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στο ....., στις 7.1.2012, εξέδωσαν, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "...", με πρόθεση τη με αριθμό ...56-1 επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 07.01.2012, για να πληρωθεί από την Τράπεζα ......, για το χρηματικό ποσό των 30.000,00 ευρώ, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας "...

Α.Ε.", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε από την προαναφερόμενη νόμιμη κομίστρια στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι στις 16.1.2012, πλην όμως δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η επίδικη επιταγή φέρει δύο υπογραφές, ήτοι μία της πρώτης κατηγορουμένης, Γ.

Χ. και μία του δεύτερου κατηγορουμένου, ήτοι του Γ. Σ., την οποία έθεσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του η πρώτη κατηγορουμένη. Ειδικότερα, η Γ. Χ. είχε κατά τον επίδικο χρόνο τη θέση της Αντιπροέδρου της ως άνω ανώνυμης εταιρίας (εκδότριας της επίδικης επιταγής) και κατά το καταστατικό και τη σχετική απόφαση του Δ.Σ.

της εταιρίας αυτής μπορούσε να εκπροσωπεί την εταιρία στην έκδοση επιταγών υπογράφοντας αυτές από κοινού με τον Γ. Σ., Πρόεδρο της εταιρίας ή με τον Γ. Τ., Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας. Ο Γ. Σ. υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του εξουσιοδότησε ήδη από το έτος 2000 την Γ. Χ. να υπογράφει για λογαριασμό του τις επιταγές που εξέδιδε για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας.

Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ο Γ. Σ., ο οποίος ήταν μέτοχος της ανωτέρω εταιρίας με ποσοστό 65%, ενημερωνόταν από όλο το προσωπικό της εταιρίας σε καθημερινή βάση για τη λειτουργία και την πορεία της εταιρίας, αλλά και τις οικονομικές συναλλαγές με τρίτους και κυρίως για την έκδοση αξιογράφων και το χρόνο πληρωμής αυτών.

Συνεπώς, η επίδικη επιταγή εκδόθηκε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας από τους δύο προαναφερόμενους κατηγορούμενους, οι οποίοι ευθύνονται ποινικά για την έκδοση και μη πληρωμή της.

Συνεπώς, πρέπει οι κατηγορούμενοι αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη....". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός των άλλων, κήρυξε τον τότε δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Γ. Σ. ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση ότι στην πράξη ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.

β' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους εκκαλούντες κατηγορούμενους ένοχους....του ότι: Στο ... στις 07/01/2012, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "...", εξέδωσαν με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσαν την επιταγή με αριθμό ...56-1, με ημερομηνία εκδόσεως την 07/01/2012, για να πληρωθεί από την Τράπεζα ...., για το χρηματικό ποσό των #30.000# €, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας "...

Α.Ε.", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. Και αφού ο νόμιμος κομιστής την εμφάνισε προς πληρωμή στις 16/01/2012, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, καθώς και τις, συνδεόμενες με αυτή, διατάξεις των άρθρων 6, 10 και 11 του ίδιου Νόμου, αλλά τις παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, και αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε, ότι η επίμαχη επιταγή, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εκδόθηκε για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "...", φέρει δύο υπογραφές, ήτοι μία της τότε συγκατηγορούμενης του αναιρεσείοντος Γ. Σ., δηλαδή της Γ. Χ., και μία του αναιρεσείοντος Γ. Σ., την οποία έθεσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του, κατόπιν εξουσιοδότησης αυτού, η Γ.

Χ., στη συνέχεια κήρυξε ένοχο και τον αναιρεσείοντα Γ. Σ., ως συναυτουργό της ως άνω πράξης, παρά το ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αντιπροσώπευση στην αδικοπραξία δεν είναι δυνατή και αυτουργός του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι εκείνος που υπέγραψε στη θέση του εκδότη, ενώ ο εντολέας ενδεχομένως ενέχεται ως ηθικός αυτουργός ή συνεργός, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 46 και 47 του ΠΚ, πράγμα το οποίο δεν ερευνήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Γ. Σ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων της ίδιας αίτησης αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στον αναιρεσείοντα Γ.

Σ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα, ως προς το αναιρούμενο μέρος, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-2-2019) της Γ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης, με αριθμό ΙΤ 01/2019, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα Γ. Χ. του Θεολόγου τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Αναιρεί την προαναφερόμενη απόφαση, με αριθμό ΙΤ 01/2019, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στον αναιρεσείοντα Γ. Σ.. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα, ως προς το αναιρούμενο μέρος, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ