Legislator Case Law & Legislation
1511/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal dismissal, overturning lower court's rejection of compensation claim.

Case Number 1511/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the dismissal of the appeal, ordering a retrial of the underlying appeal. The court found the lower appellate court erred in dismissing the appeal because the respondent failed to appear at the scheduled hearing without filing a declaration of non-appearance. Consequently, the court held that the appeal must be treated as if it were present and decided on its merits.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 122 παρ.1, 123, 124, 126 παρ.1 περ. α', 127 παρ.1, 128, 139, 568 παρ.4; When a respondent fails to appear at a hearing scheduled after a postponement without filing a declaration of non-appearance, the appeal must be treated as if it were present and decided on its merits.

Keywords

AI generated
appeal against appeal failure to appear declaration of non-appearance postponed hearing treated as present

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 122 παρ.1
Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (ΚΠολΔ 122 παρ.1, 123, 124, 126 παρ.1 περ.
ΚΠολΔ 123
ΚΠολΔ 124
ΚΠολΔ 126 παρ.1 περ. α'
ΚΠολΔ 127 παρ.1
ΚΠολΔ 128
ΚΠολΔ 139
ΚΠολΔ 568 παρ.4
ΚΠολΔ 242 παρ.2
ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α'
ΚΠολΔ 179

Cited Case Law

AI generated
ΣτΕ 2098/2016
ΣτΕ 3141/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1511 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1511/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελική Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζύγου Ν. Τ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν η 12/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 405/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, ανέγνωσε την από 9-10-2017 έκθεση του κωλυόμενου αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την 6664 Δ'/9-10-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Αθήνας Ε. Χ.-Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 9-8-2017 κλήσης της αναιρεσίβλητης, με την οποία επαναφέρεται νομίμως προς συζήτηση η από 13-5-2010 αίτηση αναίρεσης του καθού η κλήση Ελληνικού Δημοσίου, (μετά την ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχική δικάσιμο της 2-5-2017), με πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση προς το αναιρεσείον για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς με την κλήση (21-11-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτό( αναιρεσείον).

Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (ΚΠολΔ 122 παρ.1, 123, 124, 126 παρ.1 περ. α', 127 παρ.1, 128, 139 και 568 παρ.4). Η αναιρεσίβλητη όμως καίτοι με επιμέλειά της προσδιορίστηκε η συζήτηση της άνω κλήσης, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής από την αρχική δικάσιμο της κλήσης(21-11-2017), ούτε κατέθεσε κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή.

Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία της αναιρεσίβλητης, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτής (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ.4 και 576 παρ.2, βλ. ΟλΑΠ 9/2012, σκέψη αρ.2).

2. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη, από 15-4-2002 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, επικαλούμενη ατομική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση, ως καθαρίστρια στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, να της καταβάλει διαφορές αποδοχών από τη μη χορήγηση της πάγιας αποζημίωσης για δικαστηριακή απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-3-2002 (ήτοι 99,44 ευρώ 63 μήνες), συνολικού ύψους 5.546,40 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε 12/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. 3. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εναγόμενο άσκησε την από 29-12-2005(αριθμό κατάθεσης ..8/2006) έφεση, επί της οποίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 405/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Με αυτήν, η έφεση έγινε δεκτή, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή (ως προς το μη παραγραμμένο μέρος της αξιώσεως) και επιδικάσθηκε το ποσό των (92,44 ευρώ επί 18,5 μήνες) 1.710,14 ευρώ. Κατά της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το εναγόμενο άσκησε την υπό κρίση, από 13-5-2010 αίτηση αναιρέσεως.

4. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία.

Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, αλλά, ρητώς ή σιωπηρώς, αποκλεισθεί από αυτήν, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας.

Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, που εν προκειμένω εκδηλώνεται με την ειδικότερη αρχή της εκ μέρους του αυτού εργοδότη καταβολής της ίδιας αμοιβής για την προσφορά εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1 εδ.

β' του Συντάγματος, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1227/2012), είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992). Τέτοια διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει, όταν διαπιστώνεται ότι η διάκριση είναι δικαιολογημένη (ΑΠ 42/2017, ΑΠ 2122/2013) ή όταν πρόκειται για μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που παρέχουν εργασία σε διαφορετικό εργοδότη ή κάτω από διαφορετικούς όρους πρόσληψης, απασχόλησης και απολαβών (ΑΠ 1291/2013).

5. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του ν. 1153/1981, "1. Από 1ης Ιανουαρίου 1981 παρέχεται εις άπαντας τους δικαστικούς λειτουργούς και το κύριον προσωπικόν του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατ' αποκοπήν αποζημίωσις, προς αντιμετώπισιν των δαπανών εις τας οποίας υποβάλλονται λόγω των ειδικών συνθηκών ασκήσεως του λειτουργήματός των [...]. 2.

Η περί ης ανωτέρω αποζημίωσις, καλύπτουσα πραγματοποιουμένας δαπάνας, καταβάλλεται αποκλειστικώς και μόνον προς τους ρητώς αναφερομένους εις την προηγουμένην παράγραφον, ουχί δε και προς τους έχοντας βαθμολογικήν ή μισθολογικήν αντιστοιχίαν ή εξίσωσιν με αυτούς ή οπωσδήποτε λαμβάνοντας βάσει ειδικών ή γενικών διατάξεων αποδοχάς δικαστικού λειτουργού".

Η αποζημίωση διατηρήθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του ν. 1587/1986 περί μισθολογικού καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών, στο ύψος που ορίσθηκε με τα άρθρα 4 του ν. 1330/1983 και 29 παρ.5 του ν. 1505/1984 και, τελικώς, από 1-10-1989 διαμορφώθηκε σε 42.000 δρχ. μηνιαίως για τους μέχρι και το βαθμό του προέδρου πρωτοδικών δικαστικούς λειτουργούς με βάση την 2075009/8564/0022/26-9-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Β'721), που κυρώθηκε με το άρθρο 11 παρ.46 του ν. 1881/ 1990.

Περαιτέρω, σύμφωνα, με το άρθρο 16 παρ.19 του ν. 2298/1995, "Η κατ' αποκοπή αποζημίωση, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 1153/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, για τους μέχρι και του βαθμού του προέδρου πρωτοδικών δικαστικούς λειτουργούς, επεκτείνεται από 1-7-1995 και στους υπαλλήλους των γραμματειών των πολιτικών - ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών, του Συμβουλίου της Επικρατείας, των διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των έμμισθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, με μείωση κατά ποσοστό 25%.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου [περί επεκτάσεως της κατ' αποκοπή αποζημίωσης] εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων και η σχετική δαπάνη βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΤΑXΔΙΚ". Περαιτέρω, με το άρθρο 10 παρ.1 του ν. 2470/1997, μεταξύ άλλων επιδομάτων και παροχών διατηρήθηκε και η κατ' αποκοπή μηνιαία αποζημίωση της παραγράφου 19 του άρθρου 16 του ν. 2298/1995, στο ύψος που είχε διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος του, η οποία μετονομάσθηκε σε "πάγια μηνιαία αποζημίωση για τη δικαστηριακή απασχόληση και την έκδοση πράξεων μεταγραφών και πιστοποιητικών εν γένει και για εργασίες χρηματοδότησης δικαστικών υπηρεσιών".

Εν συνεχεία, με το άρθρο μόνο παρ. 1 της 1/8988/0022/19.2.2001 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, το ύψος της ανωτέρω μηνιαίας αποζημιώσεως καθορίσθηκε σε 63.000 δρχ. ανά μήνα. Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ.1 του ν. 3205/2003, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2004 (άρθρο 56), καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 1 έως και 27 του ν. 2470/1997.

Στο δε άρθρο 8 παρ. Α 11 του ν. 3205/2003 ορίζεται ότι: "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής Επιδόματα κατά μήνα: 11. Ειδικών συνθηκών εργασίας, στο οποίο ενοποιούνται τα Επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας, τα οποία διατηρήθηκαν με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 2470/ 1997 [...]".

Τέλος, με το άρθρο 75 του ν. 3659/2008, το οποίο δεν ίσχυε κατά το χρόνο που ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, προστέθηκε στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 19 του άρθρου 16 του ν. 2298/1995 εδάφιο, στο οποίο ορίζεται ότι : "Η ανωτέρω αποζημίωση καταβάλλεται, κατ' αναλογία του χρόνου ημερησίας απασχολήσεως του και στο προσωπικό των δικαστηρίων που απασχολείται, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, με τη φύλαξη και τον καθαρισμό τους".

Από τη διαχρονική εξέλιξη των ρυθμίσεων που έγιναν με τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη ρητή βούληση του ιστορικού νομοθέτη, η "αποζημίωση λόγω ειδικών συνθηκών" προβλέφθηκε αρχικά μόνο για τους δικαστικούς λειτουργούς (ν. 1153/1981), με αποκλεισμό από αυτήν άλλων κατηγοριών υπαλλήλων ή λειτουργών ως προς τους οποίους δεν συνέτρεχε ο αυτός λόγος ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης (άρθρο 88 παρ.2 του Συντάγματος).

Ότι πολύ αργότερα (μετά από 14 χρόνια), η ίδια παροχή, μετονομασθείσα σε "πάγια μηνιαία αποζημίωση για τη δικαστηριακή απασχόληση", επεκτάθηκε στους υπαλλήλους της γραμματείας των δικαστηρίων, στους οποίους ορίσθηκε να καταβάλλεται μειωμένη κατά 25% (ν. 2298/1995). Και ότι μόλις κατά το έτος 2008 (μετά από άλλα 13 χρόνια) επεκτάθηκε έτι περαιτέρω στο προσωπικό φύλαξης και καθαριότητας των δικαστικών υπηρεσιών (ν. 3659/2008), γεγονός που υποδηλώνει ότι προηγουμένως ο νομοθέτης δεν είχε θελήσει την επέκταση αυτή στην εν λόγω κατηγορία προσωπικού. 6.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Κρήτης δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι την 24-6-1996, η ενάγουσα, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, προσλήφθηκε από το εναγόμενο, εκεί εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στο κατάστημα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης.

Ότι αν και έκτοτε η ενάγουσα προσφέρει εργασία υπό καθεστώς υπηρεσιακής και μισθολογικής αντιστοιχίας με τις καθαρίστριες που υπηρετούν στο ΤΑΧΔΙΚ και απασχολούνται με συμβάσεις δημοσίου δικαίου, ουδέποτε καταβλήθηκε σ' αυτήν η "πάγια μηνιαία αποζημίωση για τη δικαστηριακή απασχόληση και την έκδοση πράξεων μεταγραφών και πιστοποιητικών εν γένει και για εργασίες χρηματοδότησης δικαστικών υπηρεσιών", που καταβάλλεται σ' εκείνες σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, παρά το γεγονός ότι η εργασία της είναι ουσιωδώς όμοια και παρέχεται σε ανάλογους χώρους, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τις ίδιες δυσκολίες.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η παράλειψη καταβολής της ένδικης αποζημίωσης στην αναιρεσίβλητη παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, που καθιερώνουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και απαγορεύουν τις διακρίσεις μεταξύ προσώπων που υπάγονται στην ίδια κατηγορία και προσφέρουν ουσιωδώς όμοια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Κατόπιν αυτού, το εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 12/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που είχε απορρίψει την ένδικη, από 15-4-2002 αγωγή ως μη νόμιμη και, αφού δίκασε εκ νέου κατ' ουσία και δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση παραγραφής για μέρος της αξίωσης, την έκανε εν μέρει δεκτή για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, επιδικάζοντας το ποσό των (92,44 ευρώ επί 18,5 μήνες) 1.710,14 ευρώ. 7.

Με την ως άνω υπαγωγική κρίση, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι καθαριότητας του ΤΑΧΔΙΚ, το οποίο κατά τις διατάξεις του ν.δ. 1017/1971 συνιστά ίδιο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, αποτελούν μία διακριτή κατηγορία εργαζομένων έναντι των υπαλλήλων της αντίστοιχης κατηγορίας και κλάδου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία υπάγεται η αναιρεσίβλητη ως καθαρίστρια ιδιωτικού δικαίου σε δικαστική υπηρεσία.

Ως εκ τούτου, η επέκταση της χορήγησης της ένδικης αποζημίωσης στους εν γένει υπαλλήλους του ΤΑΧΔΙΚ, μεταξύ των οποίων και στο προσωπικό καθαριότητας αυτού, ταυτόχρονα με την επέκτασή της στους υπαλλήλους των γραμματειών των δικαστηρίων (άρθρο 16 παρ.19 του ν. 2298/1995), αλλά όχι και στο προσωπικό καθαριότητας των δικαστηρίων, το οποίο αφ' ενός δεν έχει σχέση με το ΤΑΧΔΙΚ, διότι συνδέεται υπηρεσιακά με το Ελληνικό Δημόσιο και αφ' ετέρου αποτελεί διαφορετική κατηγορία εργαζομένων σε σχέση με τους υπαλλήλους της γραμματείας, δεν συνιστά άνιση μεταχείριση εκ μέρους του νομοθέτη (ΣτΕ 2098/2016, ΣτΕ 3141/2015).

Η κρίση αυτή ενισχύεται από την ειδική πρόβλεψη της ως άνω διάταξης, σύμφωνα με την οποία η δαπάνη από την επέκταση της παροχής στους εν γένει υπαλλήλους του ΤΑΧΔΙΚ θα επιβαρύνει μόνο το δικό του προϋπολογισμό. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. 8.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α'), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη και, μετ'απόρριψη του μοναδικού λόγου αυτής, με τον οποίο υποστηρίζει, ότι με κακή εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε η αγωγή της ως μη νόμιμη, να απορριφθεί η έφεση από ουσιαστική άποψη, να επικυρωθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τον νόμο σύμφωνα και με τις άνω με αριθμούς 4 και 5 μείζονες σκέψεις, είχε απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας-ήδη αναιρεσίβλητης, ως μη νόμιμη, διότι είχε κρίνει ότι η παράλειψη καταβολής της ένδικης αποζημίωσης στην τελευταία, δεν παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β'του Συντάγματος, που καθιερώνουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και απαγορεύουν τις διακρίσεις μεταξύ προσώπων που υπάγονται στην ίδια κατηγορία και προσφέρουν ουσιωδώς όμοια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες, ούτε υπάρχει παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης αποζημίωσης.

Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 405/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Δικάζοντας εκ νέου, δέχεται τύποις την από 29-12-2005 έφεση κατά της 12/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και απορρίπτει αυτήν κατ' ουσίαν. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ