Supreme Court allows appeal on lack of legal basis due to insufficient factual findings on contractor's fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a second-instance judgment regarding a construction contract dispute. The appellants argued that the lower court failed to establish facts necessary to determine if the contractor concealed material defects through fraud. The court found the appellate decision insufficiently reasoned regarding the contractor's knowledge of hidden defects and the fourth appellant's ability to detect them, rendering the legal characterization of the contractor's conduct unclear.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on lack of legal basis is admissible when the appellate judgment fails to establish the factual prerequisites for applying a substantive rule, creating uncertainty regarding the correct legal characterization of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1511 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1511/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Α., 2. Ε. Μ. του Α., 3. Σ. Κ. του Θ. και 4. Μ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσακίρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γραφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Απριλίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2176/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 745/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιανουαρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 745/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (ΟλΑΠ 8/2006).
Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής τής διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι εν λόγω όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ότι, παρά την έγκριση του έργου, ο αναιρεσίβλητος ευθύνεται για τις ουσιώδεις ελλείψεις του, επειδή αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση κατά την παραλαβή του και αποκαλύφθηκαν αργότερα και επειδή ο τελευταίος τις απέκρυψε με δόλο, τους οποίους αυτοτελείς ισχυρισμούς είχαν προβάλει νόμιμα στον πρώτο και δεύτερο βαθμό. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αξιολόγησε τους προαναφερόμενους" αυτοτελείς ισχυρισμούς (αντενστάσεις στην ένσταση έγκρισης του έργου, την οποία είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος με τις πρωτόδικες προτάσεις του) και τους απέρριψε ως αβάσιμους. Επομένως, ο σχετικός λόγος "αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο "αναίρεσης από τον αρ.11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη δύο έγγραφα, που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και στους δύο βαθμούς της δίκης. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη η από 9-5-2000 τεχνική γνωμάτευση του μηχανικού Δ. Π. και η από 14-7-2000 μελέτη του Γ. Π., καθηγητή στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στις οποίες περιέχονται διαπιστώσεις για τις ελλείψεις του έργου (διάβρωση και οξείδωση σε πολλά σημεία των σωλήνων ύδρευσης δέκα μόλις μήνες μετά την τοποθέτηση τους, πρόσμιξη ασβέστη κατά το τσιμεντάρισμα των σιδηροσωλήνων, που έχει καταστροφικές συνέπειες κλπ.). Στην προσβαλλόμενη απόφαση (τέταρτο φύλλο πίσω σελίδα) υπάρχει η βεβαίωση ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, "... έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...", εκτός από μία υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, την οποία ρητά εξαιρεί. Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο τη απόφασης δεν προκύπτουν αμφιβολίες ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα προαναφερόμενα έγγραφα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ, μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η έγκριση προϋποθέτει παράδοση του έργου και μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή.
Ρητή είναι η έγκριση όταν ο εργοδότης επιδοκιμάζει το έργο και δηλώνει ότι αυτό είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης, ενώ σιωπηρή είναι η έγκριση που συνάγεται από την ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου από τον εργοδότη. Ως κανονική εξέταση νοείται η εξέταση που γίνεται είτε από τον ίδιο τον εργοδότη (ή από τον αντιπρόσωπο του εργοδότη ή από άλλο πρόσωπο που όρισε ο εργοδότης γι' αυτόν τον σκοπό) είτε από πρόσωπο που διαθέτει τις αναγκαίες ειδικές γνώσεις για την εξέταση του έργου, όταν πρόκειται για περιπτώσεις, όπου οι ελλείψεις του έργου, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από άτομο που δεν διαθέτει τέτοιες γνώσεις.
Παρά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη, ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις του έργου α) εάν αυτές δεν μπορούσαν κατά την παραλαβή του έργου να διαγνωστούν με την προαναφερόμενη κανονική εξέταση (ανεξάρτητα αν αυτή έγινε ή όχι) και β) εάν κατά την παραλαβή ο εργολάβος απέκρυψε με δόλο τις ελλείψεις, δηλαδή εμφάνισε το έργο σαν άρτια εκτελεσμένο, αποσιωπώντας τις μη εμφανείς ελλείψεις του με συνείδηση ότι ο εργοδότης αγνοεί την ύπαρξη τους και αδυνατεί να τις εντοπίσει και με την απατηλή προαίρεση να επωφεληθεί ο ίδιος από τη σχετική άγνοια του εργοδότη και να αποκομίσει επιλήψιμα τη συμφωνημένη αμοιβή.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και στερείται νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά το μέρος αυτής που αφορά την προαναφερόμενη αιτίαση, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "Οι ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες της επί της οδού Φερεκύδου αρ. 6, στην Αθήνα, οικοδομής, κατά ποσοστό 210/1000 ο πρώτος, 300/1000 η δεύτερη, 160/1000 η τρίτη και 330/1000 η τέταρτη.
Στις 11-5-1999 οι ενάγοντες ανέθεσαν στον εναγόμενο και αυτός ανέλαβε το έργο της εγκατάστασης των υδραυλικών και της αποχέτευσης με δικά του υλικά, έναντι αμοιβής 2.200.000 EURO, σύμφωνα με την από 11-5-1999 έγγραφη προσφορά του εναγομένου. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι : α) Η υδραυλική εγκατάσταση θα γινόταν από σιδηροσωλήνες γαλβάνιζε βαρέως τύπου (πράσινη ετικέτα) της ΙΒΣ με τα ανάλογα εξαρτήματα και θα τσιμενταριζόταν.
β) Οι σωληνώσεις αποχέτευσης και τα σιφώνια θα ήταν NOVADOUR ΠΕΤΖΕΤΑΚΗΣ. γ) Οι υδρορροές 6X10 πλαστικές, NOVADOUR ΠΕΤΖΕΤΑΚΗΣ, κατ' ερμηνεία του υπό στ'/γ' μέρους της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αφού και οι υδρορροές περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο της προσφοράς του εναγομένου για την αποχέτευση, όπου ρητά ορίζεται ότι όλες οι σωληνώσεις θα είναι NOVADOUR.
ΠΕΤΖΕΤΑΚΗΣ. Ο εναγόμενος εκτέλεσε το έργο που ανέλαβε, χρησιμοποιώντας ως βοηθό τον Α. Κ., υπό την επίβλεψη της τέταρτης από τους ενάγοντες Μ. Κ., που είναι Αρχιτέκτων-Μηχανικός, που ήταν και η επιβλέπουσα το έργο, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, αλλά και του Σ. Λ., Μηχανολόγου-Ηλεκτρολόγου, στον οποίο ο πρώτος από τους ενάγοντες προφορικά είχε αναθέσει την επίβλεψη του έργου στο στάδιο αυτό των οικοδομικών εργασιών.
Η Μ. Κ., ως αντιπρόσωπος και των λοιπών συνιδιοκτητών, καθ' όλο το διάστημα που ο εναγόμενος εκτελούσε το αναληφθέν έργο, ήταν καθημερινά παρούσα, αφού αυτή άνοιγε το πρωί την οικοδομή και την έκλεινε μετά το τέλος της εργασίας του εναγομένου. Τα υλικά που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος παρελήφθησαν, αφού ελέγχθηκαν από κοινού από τους ανωτέρω δύο επιβλέποντες (βλ.
τις από δική,, τους αντίληψη καταθέσεις των Στ. Λ. και Α. Κ.). Η Μ. Κ. επέβλεπε καθημερινά το έργο, συμφωνούσε με τον τρόπο εκτέλεσης του και μόνο δύο φορές ζήτησε τροποποιήσεις, τις οποίες εκτέλεσε ο εναγόμενος. Περίπου τέλος Νοεμβρίου 1999 ο εναγόμενος παρέδωσε το έργο στην άνω επιβλέπουσα- αντιπρόσωπο των εναγόντων και έλαβε το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής του.
Το Μάρτιο του 2000, κατά την εκτέλεση εργασιών τοποθέτησης μαρμάρου, αποκαλύφθηκε μέρος του δικτύου ύδρευσης και διαπιστώθηκε ότι ο σωλήνας είχε υποστεί οξείδωση σε διάφορα σημεία του. Οι ενάγοντες ανέθεσαν στον Ηλεκτρολόγο - Μηχανολόγο Δ. Π. τον έλεγχο του έργου, ο οποίος συνέταξε την, ελεύθερα εκτιμώμενη από το Δικαστήριο, από 9-5-2000 τεχνική γνωμάτευσή του.
Πράγματι, το παραδοθέν έργο δεν είχε εκτελεστεί κατά τα συμφωνηθέντα, αφού, α) η υδραυλική εγκατάσταση δεν είχε τσιμενταριστεί σε όλη της την έκταση, β)το 30% των σωληνώσεων αποχέτευσης λυμάτων και σχεδόν το σύνολο των υδρορροών δεν ήταν NOVADOUR. ΠΕΤΖΕΤΑΚΗΣ αλλά του εργοστασίου FASO PLAST, που είναι κατώτερης ποιότητας.
Λόγω των παραπάνω ελαττωμάτων του έργου και της έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων των υλικών που τοποθετήθηκαν, οι ενάγοντες με προφορική δήλωση τους προς τον εναγόμενο, το Μάιο του 2000, υπαναχώρησαν από τη σύμβαση και ζήτησαν την απόδοση της καταβληθείσας αμοιβής των 2.200.000 δραχμών. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνάγεται ότι πράγματι ο εναγόμενος παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αφού δεν τοποθέτησε τα συμφωνημένα υλικά, ούτε τσιμεντάρισε το σύνολο των υδραυλικών εγκαταστάσεων, πλην όμως οι ενάγοντες δια των αντιπροσώπων τους Στ.
Λ. και κυρίως της Μ. Κ., ενέκριναν σιωπηρά το έργο που τους παρέδωσε ο εναγόμενος, αφού ανεπιφύλακτα το παρέλαβαν και κατέβαλαν στον εναγόμενο το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής του. Η τέταρτη εναγομένη, λόγω της συνεχούς παρουσίας της στην οικοδομή καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εκτέλεσης του έργου, αλλά και λόγω της ιδιότητας της ως Αρχιτέκτονος - Μηχανικού, διέθετε τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις και μπορούσε να καταλάβει ότι ο εναγόμενος δεν χρησιμοποίησε τα συμφωνηθέντα υλικά καθώς και ότι δεν τσιμεντάρισε το σύνολο των υδραυλικών εγκαταστάσεων, παρόλα αυτά όμως παρέλαβε και ενέκρινε το έργο για λογαριασμό και των λοιπών συνιδιοκτητών.
Η μη διάγνωση των ανωτέρω λόγω της πλημμελούς εξέτασης του έργου και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν από την τέταρτη εναγομένη δεν ασκεί έννομη επιρροή και εξακολουθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, να μη φέρει ευθύνη ο εναγόμενος εργολάβος, αφού τα ελαττώματα αυτά υπήρχαν κατά την παράδοση και ανακαλύφθηκαν αργότερα.
Αφού, λοιπόν, ο εναγόμενος δεν ευθύνεται για τις ανωτέρω ελλείψεις και ελαττώματα του έργου, η υπαναχώρηση που άσκησαν οι ενάγοντες είναι άκυρη, δεν επέφερε τα αποτελέσματα της και συνεπώς οι ενάγοντες δεν διατηρούν κατά του εναγομένου αξιώσεις λόγω της παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση έφεσης του περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης του περί έγκρισης του έργου.
Οι ενάγοντες, όμως, δεν διατηρούν αξιώσεις κατά του εναγομένου ούτε κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, καθόσον δεν προέκυψε δόλια "απόκρυψη της κατώτερης ποιότητας τω υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, αφού αυτά παρελήφθησαν από την τέταρτη εναγομένη, η οποία λόγω των ειδικών της γνώσεων μπορούσε να διακρίνει ότι τα υλικά που παρελάμβανε δεν ήταν τα συμφωνηθέντα, όπως βάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος με τον έκτο λόγο της υπό κρίση έφεσης".
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου - εναγόμενου εργολάβου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων - εργοδοτών για απόδοση της εργολαβικής αμοιβής λόγω υπαναχώρησης αυτών εξαιτίας ουσιωδών ελλείψεων του έργου και για επιδίκαση αδικοπρακτικής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεχόμενο ως βάσιμη την ένσταση σιωπηρής έγκρισης του έργου και απορρίπτοντας ως αβάσιμες τις αντενστάσεις, ότι οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση του έργου κατά την παραλαβή του και ότι ό εργολάβος απέκρυψε με δόλο τις ελλείψεις.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές που καθιστούσαν εφαρμοστέα τη διάταξη της περ. α' και μη εφαρμοστέα τη διάταξη της περ. β' του άρθρου 692 ΑΚ και απορριπτέες τις σχετικές αντενστάσεις των εναγόντων. Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, το εφετείο αναφέρει α) ότι η 4η αναιρεσείουσα - ενάγουσα, που είναι αρχιτέκτων -μηχανικός και επέβλεπε το έργο, ήταν καθημερινά παρούσα, αφού άνοιγε το πρωί την οικοδομή και την έκλεινε μετά το τέλος της εργασίας του εναγόμενου σ' αυτή, και ενέκρινε σιωπηρά το έργο ως αντιπρόσωπος και των λοιπών ενάγοντος - συνιδιοκτητών της οικοδομής, παραλαμβάνοντας αυτό ανεπιφύλακτα και εξοφλώντας τη συμφωνημένη αμοιβή β) ότι η 4η ενάγουσα, λόγω της συνεχούς παρουσίας της στην οικοδομή ολόκληρη τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου (γεγονός που είχαν αρνηθεί οι ενάγοντες) και των τεχνικών γνώσεων της, μπορούσε να είχε αντιληφθεί ότι ο εναγόμενος δεν χρησιμοποίησε τα συμφωνημένα υλικά και ότι δεν τσιμεντάρισε τις υδραυλικές εγκαταστάσεις στο σύνολο τους, γ) ότι η μη διάγνωση των ανωτέρω ελλείψεων, που υπήρχαν (χωρίς να είναι ορατές) κατά την παράδοση του έργου και ανακαλύφθηκαν αργότερα, λόγω της πλημμελούς εξέτασης από την 4η ενάγουσα του έργου και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την ευθύνη του εργολάβου και δ)ότι δεν προέκυψε δόλια απόκρυψη της κατώτερης ποιότητας των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στο έργον αφού παραλήφθηκαν από την 4η ενάγουσα (γεγονός που επίσης αρνούνται οι ενάγοντες), η οποία μπορούσε να διακρίνει αν τα υλικά αυτά ήταν τα συμφωνημένα, ενώ για την απόκρυψη ή μη των λοιπών ελλείψεων δεν γίνεται λόγος στην απόφαση.
Από τα προαναφερόμενα δεν προκύπτει με σαφήνεια και επαρκή πληρότητα : α)αν οι ένδικες μη εμφανείς ελλείψεις του έργου μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση από άτομο με τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις της κατά νόμο επιβλέπουσες το έργο τέταρτης αναιρεσείουσας Μ.Κ., που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών αναιρεσειόντων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της (γενομένης δεκτής) ανεπιφύλακτης παραλαβής και σιωπηρής έγκρισης του έργου και β) σε ποια περιστατικά στηρίχτηκε η κρίση, ότι ο εναγόμενος εργολάβος δεν απέκρυψε με δόλο κατά τον ίδιο χρόνο τις ελλείψεις, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή διάταξης του άρθρου 692 περ. β' ΑΚ. Ειδικότερα δε, ως προς την αντένσταση της δόλιας απόκρυψης των ελλείψεων, δεν διαλαμβάνεται στην εφετειακή απόφαση καμία παραδοχή ως προς τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα αν ο εργολάβος κατά την παραλαβή του έργου γνώριζε ή όχι την ύπαρξη των ελλείψεων και αν αποσιώπησε ή όχι συνειδητά την ύπαρξη τους, για να αποκομίσει επιλήψιμα τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή. Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 (και όχι και από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 745/2009-του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ