Legislator Case Law & Legislation
1511/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of invalid termination of company contract and procedural defects.

Case Number 1511/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased plaintiff's heirs against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The plaintiffs argued that the company contract was voidable due to a significant reason and sought its dissolution, while the defendants contended the termination was valid. The court ruled that the termination was exercised as a right of revocation rather than a legal appeal, rendering the contract valid and the dissolution request inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 of the Civil Code; The right of revocation cannot be exercised via a genuine suspensive appeal as it renders the action void, whereas a legal appeal based on a past fact or abuse of right is permissible.

Keywords

AI generated
contract termination company dissolution legal appeal invalid revocation supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 201 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1511 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1511/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο. Α. του Π., κατοίκου εν ζωή …. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο Παναγιώτης Λαδάς, δικηγόρος Θεσσαλονίκης και δήλωσε την βίαια διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος, την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος, θυγατέρες αυτού, ``1.Φ. Α. του Ο., 2Ζ. Α. του Ο. και 3 Π. Α. του Ο., κάτοικοι ..., με την από 28 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση - κλήση, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από το ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2. της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρίας που φέρει την επωνυμία "Γυναικολογική και Μαιευτική Εταιρία ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΣΑ ΜΑΝΝΑ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΜΑ-ΝΑ", έχει έδρα στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, 3.Μ. Γ. Σ., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., 4.Φ. θυγ. Γ. Σ., συζ. Κ. Κ., κατοίκου ... και 5.Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκιβιάδη Παναγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25 Ιουνίου 1996 και 17 Νοεμβρίου 1997 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδίκασθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10937/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2375/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση - κλήση και ύστερα από την από 14 Ιουνίου 2011 αίτηση του ήδη αποβιώσαντος Ο. Α. του Π..

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α',287, 291και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο αναιρεσείων, Ο. Α., απεβίωσε στις 11-7-2011, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης (14-6-2011) και άφησε μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του τις θυγατέρες του Φ. και Ζ. καθώς και τον υιό του Π. Α., οι οποίοι με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στους αναιρεσίβλητους το γεγονός του θανάτου, του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν, για εκείνον, τη διακοπείσα δίκη.

όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. .../12-9-2012 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μητροδώρα Μουρατίδου, που κατέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους. Επομένως, νόμιμα συνεχίζεται η δίκη, από τους ως άνω, κληρονόμους του αναιρεσείοντος.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσοτέρων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση που διήλθε και τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τυπικά την έφεση του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος), κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος, που στρέφεται κατά των αποφάσεων (προδικαστικής και οριστικής) του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα των υπ' αριθ.17863/1998 και 10937/2008, αντίστοιχα, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που ενσωματώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

3. Ο καθολικός δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Ο. Α. ( που απεβίωσε μετά την άσκηση της αναίρεσης). άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. την από 25-6-1996 αγωγή του στην οποία ιστορούσε τα εξής: " τον Ιούνιο του 1995 ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τo πρώτο εναγόμενο (και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), γιατρό, προκειμένου να λειτουργήσουν από κοινού αλλά και σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους τους την γυναικολογική κλινική με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη και την οποία, ως γιατρός με την ειδικότητα του μαιευτήρα, λειτουργούσε νόμιμα από το έτος 1971.

Ότι, τα κύρια ζητήματα που τους απασχολούσαν κατά τις διαπραγματεύσεις ήταν αυτά της εξειδίκευσης του σκοπού, της συνεκμετάλλευσης της κλινικής και ο καθορισμός των επί μέρους νέων δραστηριοτήτων, η επιλογή του νομικού τύπου της κοινής δράσης, η επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων συνεργατών-γιατρών, η απόφαση για το σύνολο της επένδυσης και η διεύρυνση του αντικειμένου της με νέες δραστηριότητες, μία από τις οποίες επρόκειτο να είναι ο προγεννητικός έλεγχος και η εξωσωματική γονιμοποίηση, η ρύθμιση της μισθωτικής σχέσης και ο προσδιορισμός του ανταλλάγματος που θα ελάμβανε ο ενάγων για την εκ μέρους του εισφορά μίας οργανωμένης κλινικής, με φήμη και πελατεία 25 ετών, στην οποία είχε εισφέρει δικό του καινούργιο εξοπλισμό.

Ότι στη συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ τους το από 1-6-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού προηγουμένως επέλεξαν τον εταιρικό τύπο της ανώνυμης εταιρίας ως τον πλέον κατάλληλο για τη συνεργασία τους και αποφάσισαν να εκτιμήσουν και να προσδιορίσουν σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο την αξία της εισφοράς (κλινικής) του ενάγοντα, με το οποίο (συμφωνητικό) ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει, εκχωρήσει ή συνεισφέρει στον δεύτερο εναγόμενο ή στην εταιρία που θα ίδρυαν μεταξύ τους, κατά τα συμφωνηθέντα, την άδεια λειτουργίας της κλινικής, ενώ προέβησαν και σε επιπρόσθετες συμφωνίες, με την ίδια σύμβαση, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι, με το με αριθ. .../12-7-1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου-Βασιλάκη, συστάθηκε η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία (Μακεδόνισσα Μάνα), με μέλη τον ενάγοντα και τους πρώτο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγόμενων, ήδη αναιρεσίβλητων. Ότι ο ενάγων, με την προοπτική ότι το αντάλλαγμα που θα ελάμβανε για την εισφορά της κλινικής του θα προσδιοριζόταν στο μέλλον, δέχθηκε και έλαβε το 4% των μετοχών της ΑΕ ονομαστικής αξίας 400.000 δραχμών η καθεμία, χωρίς να καταβάλει το αντίστοιχο ποσό ενώ οι υπόλοιποι εναγόμενοι (πλην της δεύτερης) έλαβαν το 96% των μετοχών της.

Ότι την ίδια μέρα υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντα και του πρώτου εναγόμενου και το από 12-7-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο συμφώνησαν, να ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος εις ολόκληρο με την ανώνυμη εταιρία για την εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης σε αντίθεση με τα όσα ορίζονταν στη σύμβαση μίσθωσης και ότι σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εναγόμενης από τα 10.000.000 δρχ.

που ορίσθηκε με το καταστατικό στα 50.000.000 δρχ., ο πρώτος εναγόμενος θα κάλυπτε εξ ίδιων το 4% της συμμετοχής του ενάγοντα σε αυτό ως αναγνώριση της συμβολής του τελευταίου στην επίτευξη του σκοπού της εταιρίας, ενώ αν η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου υπερέβαινε τα 50.000.000δρχ. την υποχρέωση να καλύψει την συμμετοχή του στο επιπλέον των 50.000.000 δραχμών κεφάλαιο ανέλαβε ο ενάγων.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος, κάνοντας χρήση της πληρεξουσιότητας που του παρέσχε ο ενάγων με το παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο ίδρυσης της δεύτερης εναγόμενης, προκείμενου να προβεί αν χρειασθεί σε τυπικές διορθώσεις του καταστατικού αυτής, προέβη, με την με αριθμό 10551/26-7-1995 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, σε διόρθωση του σκοπού της εταιρίας και ειδικότερα ενώ ο σκοπός της διατυπώνονταν αναλυτικά κατ' αρχήν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο ίδρυσής της, έτσι ώστε να περιλαμβάνει όλες, τις δραστηριότητες που επιθυμούσαν και είχαν συμφωνήσει, στη συνέχεια, στην τελική του μορφή, διατυπώθηκε στην διορθωτική πράξη, ότι σκοπός της εταιρία είναι, η λειτουργία μαιευτικής χειρουργικής γυναικολογικής κλινικής, η οποία μέχρι σήμερα λειτουργεί επ' ονόματι Ο.

Α. και η άσκηση κάθε άλλης συναφούς και παρεμφερούς προς τη λειτουργία και το αντικείμενο τέτοιας κλινικής δραστηριότητας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ότι, στις 24-7-1995 ο πρώτος εναγόμενος επικοινώνησε με τον ενάγοντα τηλεφωνικά και τον πίεσε όπως εσπευσμένα υπογράψει όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας της κλινικής στην δεύτερη εναγόμενη, με την αιτιολογία ότι έληγε η προθεσμία για τη μεταβίβαση της άδειας.

Ότι την επόμενη ημέρα ο ενάγων πληροφορήθηκε από συναδέλφους γιατρούς ότι ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε σε αυτούς ψευδώς ότι είχε καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 110.000.000 δραχμών ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας της κλινικής, ότι κατέβαλε σημαντικά ποσά ως αέρα στις εκμισθώτριες της κλινικής και ότι υπολόγιζε ότι θα απαιτηθεί μία δαπάνη της τάξης των 40.000.000 δραχμών για την ανακαίνιση της κλινικής και με τους ισχυρισμούς αυτούς αναβίβαζε την αξία της εταιρικής περιουσίας στο ποσό των 150.000000 δραχμών, κάλεσε δε τους παραπάνω γιατρούς να αγοράσουν τις μετοχές του στην ανώνυμη εταιρία (δεύτερη εναγόμενη), η αξία των οποίων θα ανέρχονταν στο ποσό των 1.500.000 δραχμών ανά εκατοστό συμμετοχής στην εταιρική περιουσία.

Ότι, μετά τις ενέργειες αυτές ο ενάγων αρνήθηκε να μεταβιβάσει στην δεύτερη εναγόμενη την άδεια λειτουργίας της κλινικής. Κατ' ακολουθίαν του ιστορικού αυτού, ζήτησε: 1] να αναγνωρισθεί, ότι είναι ανυπόστατες οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν με τα από 1-6-1995 και 12-7-1995 ιδιωτικά συμφωνητικά καθώς και η συμβολαιογραφική πράξη σύστασης της ανώνυμης εταιρίας, γιατί δεν προσδιορίζεται σε αυτές ο κοινός σκοπός, ο οποίος σε κάθε περίπτωση κατ' ουσία ματαιώθηκε μετά την διόρθωση του και οι κοινές εισφορές που είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε εταιρικής σύμβασης, 2) επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω συμβάσεις δεν είναι καταρτισμένες, γιατί δεν υπήρξε συμφωνία σε όλα τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη και ιδίως από τον ενάγοντα για την επίτευξη συμφωνίας, όπως τα στοιχεία αυτά εξειδικεύονται στην αγωγή, 3) επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω συμβάσεις είναι άκυρες, ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη και στο άρθρο 179 του ΑΚ, 4) επικουρικά, να κηρυχθούν άκυρες οι δηλώσεις βούλησης του που περιέχονται στις παραπάνω συμβάσεις, καθόσον καταρτίστηκαν με απάτη αυτού (ενάγοντα), την οποία μετήλθε ο πρώτος εναγόμενος, οι δε λοιποί εναγόμενοι, συμμερίσθηκαν τις προθέσεις του, όπως ειδικότερα τα περιστατικά αναφέρονται στην αγωγή, άλλως πλάνης αυτού, η οποία είναι ουσιώδης και επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελαν κριθούν έγκυρες όλες οι παραπάνω συμβάσεις, καταγγέλλεται με την αγωγή η εταιρική σύμβαση για σπουδαίο λόγο που συνίσταται στα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά και ζητεί να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της καταγγελίας αυτής και η συνέπεια αυτής λύση της εταιρίας".

Παράλληλα, η δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) με την από 17-11-1997 [αριθ. κατάθ. 42093/ 20-11¬1997] αγωγή της ισχυριζόμενη ότι, με την από 1-6-1995 σύμβαση η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του Α. Σ. (πρώτου εναγόμενου στην παραπάνω αγωγή) και του εναγόμενου, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει είτε στον Α.

Σ. είτε στην ανώνυμη εταιρία που θα ίδρυαν στο μέλλον, όπως συμφώνησαν, την προσδιοριζόμενη και στην αγωγή αυτή άδεια λειτουργίας της κλινικής του, ότι η ενάγουσα είναι τελικά η εταιρία που ίδρυσαν οι παραπάνω συμβαλλόμενοι με το αριθ. .../12-7-1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου-Βασιλάκη και την τήρηση όλων των προβλεπόμενων από τον νόμο διατυπώσεων δημοσιότητας του καταστατικού της και ότι ο εναγόμενος, αν και οχλήθηκε, αρνείται να προβεί στην μεταβίβαση, ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτός να προβεί στην εν λόγω δήλωση βουλήσεως για μεταβίβαση σε αυτήν της παραπάνω άδειας καθώς και στην επιχείρηση όλων των απαιτούμενων, γι' αυτό, υλικών ενεργειών, όπως αυτές ειδικότερα καθορίζονται στην αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προδικαστική απόφασή του [17863/1998], αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές, έκρινε Α) νόμιμη την δεύτερη των συνεκδικαζόμενων αγωγών και Β) σχετικά με την πρώτη από αυτές, 1) απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, 2) απέρριψε, ως νομικά αβάσιμο, α] το αίτημα της αγωγής, με το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί ότι η σύσταση της εταιρίας [εταιρική σύμβαση] είναι ανυπόστατη γιατί δεν προσδιορίζονται ο σκοπός και οι κοινές εισφορές, β] τις επικουρικές βάσεις της αγωγής με τις οποίες 1] ζητείται να αναγνωριστούν ως άκυρες οι δηλώσεις βουλήσεως που περιέχονται στις παραπάνω συμβάσεις, ως αντίθετες στα χρηστά ήθη και στη διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ και 2] το αίτημα που αφορά την καταγγελία της συστατικής πράξης της ανώνυμης εταιρίας, Γ) έκρινε δε νομικά βάσιμη την αγωγή αυτή κατά το μέρος που επιδιώκεται με αυτή να κηρυχθεί άκυρη η σύμβαση για την μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας της κλινικής, καθόσον αυτή δεν είναι καταρτισμένη με τις παραπάνω συμβάσεις γιατί δεν επήλθε συμφωνία επί όλων των όρων που τέθηκαν υπόψη από τους συμβαλλόμενους καθώς και κατά την επικουρική βάση ότι ο ενάγων παρασύρθηκε με απάτη στη σύναψη της σύμβασης αυτής και Δ] διέταξε την διεξαγωγή αποδείξεων υποχρεώνοντας τον ενάγοντα της πρώτης των αγωγών να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τους αγωγικούς του ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι σχετικοί, υπό μορφή ενστάσεων και στην δεύτερη των αγωγών.

Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 10937/2008 απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την πρώτη των παραπάνω αγωγών και δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την δεύτερη από αυτές, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να προβεί στην αιτούμενη μεταβίβαση και στην επιχείρηση των υλικών πράξεων οι οποίες είναι αναγκαίες για την συντέλεση της μεταβίβασης.

Κατά της αποφάσεως αυτής αναιρεσείων άσκησε την με αριθ. κατάθεσης 2627/1-7-2008 έφεσή του και εκδόθηκε η 2375/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 4. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2, 12 παρ. 1 και 2 και 48 παρ. 1 του Κωδ. Ν. 2190/1920, η εταιρική περιουσία στην ανώνυμη ανταποκρίνεται στο δηλούμενο ποσό του μετοχικού κεφαλαίου, συγκεντρώνεται με την καταβολή των εισφορών, δηλαδή την καταβολή της αξίας των μετοχών εκ μέρους των μετόχων.

Η καταβολή των εισφορών, τόσο των χρηματικών όσο και των εις είδος, πρέπει να συντελεσθεί το αργότερο μέχρι την ολοκλήρωση της ιδρυτικής διαδικασίας. Να σημειωθεί ότι οι εισφορές σε είδος, στις ανώνυμες εταιρίες, κατά παρέκκλιση από τις προσωπικές, λόγω του κεφαλαιουχικού χαρακτήρα τους, αποτιμώνται σε χρήμα από ειδική επιτροπή ( άρθρο 9 ν.2190/1920), και στον εισφέροντα παρέχονται μετοχές αντίστοιχες της αξίας των πραγμάτων που εισέφερε, ενώ στις εταιρείες αυτές (ανώνυμες) δεν μπορεί να γίνει λόγος για κοινές εισφορές, όπως στις προσωπικές, εταιρείες, αφού το εταιρικό κεφάλαιο διαιρείται σε μετοχές η αξία των οποίων καλύπτεται από τους μετόχους της.

Ωστόσο όμως, υπό το ισχύον και αμέσως κατωτέρω αναλυόμενο καθεστώς ακυρότητας της ανώνυμης εταιρείας, η μη κατά τον παραπάνω τρόπο καταβολή του κεφαλαίου δεν είναι λόγος ακυρότητας της εταιρίας, αλλά απλώς, ως προς το μέτοχο που δεν κατέβαλε την εισφορά του, πέραν από την αξίωση που έχει κατ' αυτού η εταιρία για καταβολή, μπορεί να εφαρμοσθούν αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2190/1920.

Ούτε βεβαίως η μη πρόβλεψη στην εταιρική σύμβαση, για τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας, από τι θα αποτελούνται οι κοινές εισφορές, αποτελεί λόγο ακυρότητας, ούτε η έλλειψη αυτή συνιστά μη καταρτισμένη τη σύμβαση, Κατά τις διατάξεις αυτές, αν δεν καταβληθεί η οφειλομένη αξία των μετοχών, οι μετοχές αυτές θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες, μετά την πάροδο τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας.

Ο μέτοχος που δεν κατέβαλε αποκλείεται από την εταιρεία, η τελευταία δε, είναι υποχρεωμένη να προβεί σε χρηματιστηριακή πώληση νέων μετοχών, αν η πώληση αποτύχει, η εταιρεία είναι υποχρεωμένη να μειώσει το κεφάλαιό της κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των μη αποπληρωθέντων μετοχών. Με δεδομένα τα ως άνω, από καμιά διάταξη του ν. 2190/1920 ή άλλη διάταξη νόμου δεν αποκλείεται η σε χρήμα ή σε είδος καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου, δηλαδή η καταβολή της εισφοράς του μετόχου ανώνυμης εταιρίας, να είναι εικονική και συνεπώς άκυρη, έχοντας απλώς τις προαναφερόμενες συνέπειες της μη καταβολής του κεφαλαίου από τον μέτοχο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4α του ν. 2190/1920 μετά τις τροποποιήσεις του με το ΠΔ 409/1986 [άρθρο 6 αυτού] για την προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών προς το Κοινοτικό Δίκαιο και ειδικότερα προς τις διατάξεις της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 1968, οι λόγοι της ακυρότητας ανώνυμης εταιρείας αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό, το οποίο έχει ως εξής: "1.

Η εταιρεία κηρύσσεται άκυρη με δικαστική απόφαση μόνο αν: α) δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 2 περιπτώσεις α και δ, 4 παρ. 1 εδάφιο πρώτο και 8 παρ. 2, β) ο σκοπός ή αντίκειται στη δημόσια τάξη, γ) ο αριθμός των ιδρυτών είναι κατώτερος από δύο και δ] όλοι οι ιδρυτές, όταν υπογράφηκε η εταιρική σύμβαση, δεν είχαν την ικανότητα για δικαιοπραξία...".

Αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται πλέον η επίκληση άλλων λόγων ακυρότητας του Ν. 2190/1920 και του κοινού δικαίου, εκτός από τους προαναφερόμενους, οι οποίοι κατά νομική κυριολεξία αποτελούν λόγους λύσης της εταιρείας, που επέρχεται με διαπλαστική δικαστική απόφαση και προκαλείται μόνο με αγωγή, και όχι ακυρότητας του άρθρου 180 του ΑΚ, Έτσι, δεν υφίσταται πλέον η αμφισβήτηση που υπήρχε στο δίκαιο που ίσχυε πριν, αν στην περίπτωση της ανώνυμης εταιρείας που ιδρύθηκε αντικανονικά μπορούν να εφαρμοσθούν οι γενικές διατάξεις του ΑΚ για ακυρότητα στις ελαττωματικές δικαιοπραξίες ή όχι.

Στη περίπτωση που κρίνεται, ο αναιρεσείων-ενάγων, με την κύρια βάση της πρώτης των αγωγών, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτίθεται πιο πάνω, ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι είναι ανυπόστατες οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν με τα από 1-6-1995 και 12-7-1995 ιδιωτικά συμφωνητικά καθώς και η συμβολαιογραφική πράξη σύστασης της ανώνυμης εταιρίας, γιατί δεν προσδιορίζεται σε αυτές ο κοινός σκοπός, ο οποίος σε κάθε περίπτωση κατ' ουσία ματαιώθηκε, μετά την διόρθωση του και οι κοινές εισφορές που είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε εταιρικής σύμβασης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή για την πρώτη κύρια βάση της ήταν μη νόμιμη. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά το μέρος που αφορά τον σκοπό τα εταιρίας, αυτός, υπήρχε και ήταν διατυπωμένος στις μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου εναγομένου συμβάσεις καθώς και στην εταιρική σύμβαση, που περιβλήθηκε τον εταιρικό τύπο, στην οποία μετείχαν ο αναιρεσείων και οι εναγόμενοι, πλην της δεύτερης τούτων, (κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη των αγωγών), δεν είναι παράνομος ούτε αντίκειται στη δημόσια τάξη, προσδιορίζεται δε επακριβώς.

Το ότι δεν εξειδικεύονται, κατά τον ενάγοντα, σε αυτό το καταστατικό, και μετά την επικαλούμενη διόρθωση του, όλες οι επί μέρους δραστηριότητες με τις οποίες οι συμβαλλόμενοι θέλησαν να διευρύνουν το αντικείμενο της ήδη υφιστάμενης κλινικής, δεν επιδρά στο κύρος της σύμβασης σύστασης της εταιρίας, ενόψει και του ότι και με την γενικότητα της διατύπωσής του, παρέχεται η δυνατότητα στην δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία να αναπτύξει όχι μόνο τις επί μέρους δραστηριότητες που συμφωνήθηκαν, αλλά κάθε άλλη νόμιμη και συναφή για την εκμετάλλευση της κλινικής δραστηριότητα και μάλιστα τέτοια που τυχόν αρχικά δεν προβλέφθηκε και θα αποφασισθεί ενδεχομένως στο μέλλον, αφού έτσι με την γενικότητα της διατύπωσης της ο σκοπός της δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες.

Κατά το μέρος δε που αφορά τις κοινές εισφορές, ο μη προσδιορισμός αυτών δεν καθιστά ανυπόστατη την εταιρία, αφού η σύσταση της ανώνυμης εταιρίας δεν προϋποθέτει εισφορές, υπό την έννοια που τις υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ούτε καταβολή αυτών ή του κεφαλαίου της ήδη κατά την σύνταξη του καταστατικού, ή κατά τον χρόνο χορήγησης της άδειας σύστασης ή πλήρωσης των όρων διατύπωσης, αλλά προϋποθέτει μόνο την κάλυψη αυτού.

Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη των αγωγών το μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας ορίσθηκε στο ποσό των 10.000.000 δρχ. και ο μεν ενάγων ανέλαβε να καλύψει το 4% των μετοχών στις οποίες διαιρέθηκε αυτό ονομαστικής αξίας 400.000 δρχ. η κάθε μία, οι δε λοιποί [πλην της δεύτερης] εναγόμενοι ανέλαβαν να καλύψουν το 96% των μετοχών της. 0 τρόπος δε της καταβολής του ορίσθηκε στο άρθρο 50 του καταστατικού της, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 αυτού, το οποίο αναφέρεται ρητά στην αγωγή.

Εφόσον λοιπόν, προβλέπεται στο καταστατικό της εταιρίας: α) ο σκοπός της, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε δεν είναι παράνομος ούτε αντίκειται στη δημόσια τάξη, αλλά και εκείνος που συμφωνήθηκε μεταξύ των εταίρων, β) η κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της και γ) ο τρόπος της καταβολής του (δηλ. σε χρήμα ή σε είδος)), δεν πρόκειται για ανυπόστατη εταιρική σύμβαση και δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 741 ΑΚ, και του άρθρου 2 του ν. 2190/1920.

Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει και αυτό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, για την πρώτη κύρια βάση της ήταν νομικά αβάσιμη και στην συνέχεια να απορρίψει κατ' ουσίαν τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεώς του, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή για τους ίδιους λόγους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως(με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με το υπόλοιπο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, Επί της ειδικότερης αυτής πλημμέλειας θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις, που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 περ. 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η αγωγή ή η ένσταση κλπ, είναι ή όχι σύννομη, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ή αρκέστηκε σε λιγότερα ελέγχεται μόνο ως παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως ο δεύτερος κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως σ' αυτήν, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση αυτή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή της, ότι η ένδικη αγωγή είναι, με βάση τα όσα εκτίθενται σε αυτή, νομικά αβάσιμη κατά το μέρος της που, κατά τα πιο πάνω, στηρίζεται σε παραβίαση των άρθρων 741 ΑΚ, και του άρθρου 2 ν. 2190/1920, και ειδικότερα προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση της τελευταίας διατάξεως, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, απλώς έκρινε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, κατά το αμέσως πιο πάνω αίτημά της, με βάση εκείνα που εκτίθενται σ' αυτήν, χωρίς να προχωρήσει σε περαιτέρω κατ' ουσίαν ερευνά της και στη συνέχεια να διατυπώσει οποιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά και με την εν λόγω βάση της αγωγής αυτής. 5.

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων την, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης ( με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα εκείνων των άρθρων 211, 216, 219 επ. 281 και 174 ΑΚ και 2 παρ. 1α, 29 παρ.3 και 31 παρ.2 του ν. 2190/1920.

Τούτο διότι, η από τον πρώτο εναγόμενο γενόμενη διόρθωση του σκοπού της εταιρίας, όπως είχε καταχωρηθεί στο πρώτο, πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, κάνοντας χρήση της δοθείσης, με αυτό (συμβολαιογραφικό έγγραφο), πληρεξουσιότητας, και περιορίζοντας τον σκοπό της εταιρίας, έγινε καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσωπεύσεώς του, άλλως κατά κατάχρηση αυτής, καθόσον η χορηγηθείσα σε αυτόν πληρεξουσιότητα για την τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης (που δεν είχε εγκριθεί ακόμη από την διοίκηση), αφορούσε διορθώσεις σε ήσσονος σημασίας τυπικά θέματα και όχι στον κατά τροποποίηση σημαντικό περιορισμό του εταιρικού σκοπού, ο οποίος αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της εταιρικής συμβάσεως.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, αποφάνθηκε επί του συγκεκριμένου αιτήματος ως εξής: " .... κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη των αγωγών, κατά το μέρος που αφορά το σκοπό της εταιρίας, αυτός, δεν είναι παράνομος ούτε αντίκειται στη δημόσια τάξη, προσδιορίζεται δε επακριβώς.

Το ότι δεν εξειδικεύονται, κατά τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) στο καταστατικό, μετά την επικαλούμενη διόρθωσή του, όλες οι επί μέρους δραστηριότητες με τις οποίες οι συμβαλλόμενοι θέλησαν να διευρύνουν το αντικείμενο της ήδη υφισταμένης κλινικής, δεν επιδρά στο κύρος της σύμβασης σύστασης της εταιρίας, ενόψει δε και της γενικότητας της διατύπωσής του, παρέχεται η δυνατότητα στην υπό σύσταση εταιρία να αναπτύξει κάθε άλλη και συναφή για την εκμετάλλευση της κλινικής δραστηριότητα και μάλιστα τέτοια που τυχόν δεν προβλέφθηκε και θα αποφασισθεί στο μέλλον, αφού έτσι με τη γενικότητα της διατύπωσης ο σκοπός της δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες...".

Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η από τον πρώτο εναγόμενο γενόμενη διόρθωση, δεν μετέβαλε και δεν περιόρισε τον σκοπό της εταιρίας, και συνακόλουθα ότι ανταποκρινόταν στις βουλήσεις των συμβαλλομένων, όπως αυτές εκφράστηκαν και περιλήφθηκαν στις οικείες έγγραφες συμβάσεις, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται υπέρβαση των ορίων της δοθείσης στον πρώτο εναγόμενο πληρεξουσιότητας ή κατάχρησης αυτής.

Με τις κρίσεις αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο, εκ των πραγμάτων (αφού δέχτηκε ως έγκυρη την εταιρική σύμβαση) τον αγωγικό ισχυρισμό, αλλά και την ένσταση στη δεύτερη των αγωγών, περί ακυρότητας της εταιρικής σύμβασης, λόγω υπερβάσεως των ορίων της πληρεξουσιότητας, άλλως λόγω κατάχρησης αυτής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού πράγματι από τα ιστορούμενα στην αγωγή, και την ένσταση, συνάγονται ευθέως οι παραδοχές του Εφετείου.

Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβίασης (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, και, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης εκείνοι, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, οι αλυσιτελείς, οι επουσιώδεις ισχυρισμοί καθώς και εκείνοι, που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο η από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοi, ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί η μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει, τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως.

Ακόμη ο λόγος αναιρέσεως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως ή σιωπηρώς για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, διότι η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, όπως και όταν η απόφαση περιλαμβάνει παραδοχές αντίθετες προς τον ισχυρισμό, δηλαδή, το δικαστήριο αντιμετωπίζει, κα! απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδεχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν).

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου, ως άνω λόγου, αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό του ισχυρισμό περί υπερβάσεως της δοθείσης στον πρώτο εναγόμενο πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσείοντα, άλλως καταχρήσεως αυτής, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα.

Ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω σκέλος του, αληθώς μόνο από τον αριθ. 8 της ως άνω διάταξης, αφού η από τον αριθ. 10 προβλεπόμενη πλημμέλεια δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Τούτο διότι, όπως, αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, αναγκαίο προαπαιτούμενο των αγωγικών αυτών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ήταν το αν με την επικαλούμενη διόρθωση (αναδιατύπωση) του σκοπού της μεταξύ των διαδίκων υπό σύσταση εταιρίας περιορίστηκε η επιχειρηματική της δραστηριότητα (σκοπός). Επί του ζητήματος αυτού, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο από τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, δέχτηκε ότι τέτοιος περιορισμός, δεν προέκυπτε, απορρίπτοντας εκ των πραγμάτων τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου και ειδικότερα ότι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, καθόσον οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής για την βάση της την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 211, 216, 219. 281,174 ΑΚ, και 2 παρ,1α, 29 παρ.3 και 31 παρ.2 ν. 2190/1920, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η πλημμέλεια αυτή, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε ή απέρριψε κατ' ουσίαν αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς, όχι όμως και όταν απέρριψε αυτούς ως νομικά αβάσιμους. 7.

Με τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ θεσμοθετείται ένα ιδιότυπο μέσο εκτέλεσης και εξαναγκασμού του οφειλέτη για εκπλήρωση υποχρεώσεως του προς επιχείρηση νομικής πράξεως, η οποία και θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έγινε από της τελεσιδικίας της αποφάσεως που καταδικάζει τον οφειλέτη σε σχετική δήλωση βουλήσεως.

Η υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στη δήλωση βούλησης του προς τον ενάγοντα πρέπει να ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία, απορρέουσα είτε απευθείας από το νόμο (π.

χ. άρθρα 424,758,896 και 1945 Α.Κ.) είτε από σύμβαση την οποία ο νόμος (π.χ. τα άρθρα 166, 361 ΑΚ) εξοπλίζει με δεσμευτικότητα. Συνήθως έχει ως γενεσιουργό λόγο τη δικαιοπραξία και κατευθύνεται προς επιχείρηση άλλης δικαιοπραξίας, ενώ αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 1396/2005, Νόμος, ΑΠ 76/2004).

Η τελευταία πιο πάνω διάταξη (949 ΚΠολΔ), όμως, δεν έχει εφαρμογή σε σχέσεις οικογενειακού δικαίου ή προσωπικής κατάστασης καθώς και όπου τίθεται ζήτημα συνειδήσεως. Περαιτέρω, με την τελεσιδικία της σχετικής αποφάσεως αναπληρώνεται μόνον η δήλωση βουλήσεως του εναγομένου και όχι η δικαιοπραξία στο σύνολο της (ΑΠ 732/1993).

Εξάλλου, ενόψει ότι η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. δ' και ε' του ΚΠολΔ, επιτρέπει την παροχή έννομης προστασίας, ακόμη και όταν η γένεση ή άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση της αποφάσεως ή την επέλευση άλλων γεγονότων, παρέχεται η ευχέρεια σωρεύσεως αιτημάτων, που έχουν ως προϋπόθεση το νομικό πλάσμα του άρθρου 949 ή και άλλες ενέργειες του υποχρέου.

Κατά συνέπεια, παραδεκτώς σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής από το άρθρο 949 ΚΠολΔ αιτήματα, τα οποία έχουν ως προϋπόθεση, όχι μόνο τη δήλωση βουλήσεως του αρνουμένου να προβεί εκουσίως σε αυτή, αλλά και άλλες υλικές πράξεις που επακολουθούν και αποβλέπουν στην ολοκλήρωση της δικαιοπραξίας στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι.

Τέλος η αδυναμία προς εκπλήρωση της παροχής, αρχικής ή επιγενόμενης δεν εμποδίζει την κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, καταδίκη του υποχρέου σε δήλωση βουλήσεως. Τούτο διότι το ζήτημα της κατάρτισης μιας δικαιοπραξίας, είτε με δηλώσεις που προέρχονται απευθείας από τους συμβαλλόμενους, είτε σύμφωνα με το άρθρο 949 ΚΠολΔ, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, καθιερώνει νομικό πλάσμα, συνεπεία του οποίου επέρχεται αντικατάσταση της δικαιοπρακτικής βούλησης, είναι εντελώς διαφορετικό από το ζήτημα της αδυναμίας προς εκπλήρωση της παροχής.

Τούτο θα κριθεί, κατά το, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, στάδιο εκτέλεσης. Αν η εκπλήρωση της παροχής αποβαίνει ανέφικτη, εξαιτίας αδυναμίας του οφειλέτη, ο δανειστής έχει τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 335, 362, 365, 380, 381 και 382 ΑΚ δικαιώματα(ΑΠ 891/1982). Περαιτέρω, το β.δ. 349/1962 (Φ.Ε.Κ. 88), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 του ν.δ.

της 18-27.10.1925 (Φ.Ε.Κ. 522) και αναδημοσιεύθηκε ως β.δ. 451/1962 (Φ.Ε.Κ. 108), ορίζει, εκτός άλλων, ότι "προ πάσης ανεγέρσεως ή αγοράς ή μισθώσεως ή χρησιμοποιήσεως κτιρίου δια την εγκατάστασιν και λειτουργίαν ιδιωτικής κλινικής, ως νοείται και το ιδιωτικόν σανατόριον, απαιτείται άδεια ιδρύσεως..." (άρθρο 1), εφ' όσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο συγκεκριμένο κτίριο προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 2 και υποβληθούν τα σχετικά στοιχεία, ότι "ιδρυθείσα ιδιωτική κλινική...

δεν δύναται να λειτουργήση, εφ' όσον δεν τύχει ειδικής αδείας λειτουργίας..." (άρθρο 5) και ότι "μεταβίβασις αδείας ιδρύσεως ή λειτουργίας κλινικής ενεργείται κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, δι' αποφάσεως της δημοσίας αρχής δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (άρθρο 10). Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 1397/1983 (Φ.Ε.Κ. 143) απαγορεύθηκε εφεξής η ίδρυση, η επέκταση σε δύναμη κλινών και η μετατροπή κατ' αντικείμενο ιδιωτικών κλινικών, η απαγόρευση, όμως, αύτη ήρθη για το μέλλον, με την παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 1892/1990 (Φ.Ε.Κ. 101), η παρ. 2 του οποίου παρέσχε εξουσιοδότηση για τον καθορισμό με προεδρικά διατάγματα, εκδιδόμενα με πρόταση του Υπουργού Υγείας, Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, των προϋποθέσεων, των όρων, της διαδικασίας και κάθε σχετικής λεπτομέρειας για την ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση των ιδιωτικών κλινικών.

Δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως αυτής εκδόθηκε και το π.δ. 247/1991 (Φ.Ε.Κ. 93), στο άρθρο 22 του οποίου ορίζεται ότι η μεταβίβαση αδείας ιδρύσεως ή λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής χωρεί, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, με απόφαση του οικείου νομάρχη, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εξάλλου, η παρ. 4 του προμνησθέντος άρθρου 53 του ν. 1892/1990, η οποία όριζε ότι "οι ιδιωτικές κλινικές που ήδη λειτουργούν υποχρεούνται να προσαρμοσθούν στις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων και των υπουργικών αποφάσεων που θα εκδοθούν, εντός προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση τους...", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2345/1995 (Φ.Ε.Κ. 213/12.10.1995) ως εξής: "Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ορίζονται ειδικές ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό των ιδιωτικών κλινικών που λειτουργούσαν κατά τη δημοσίευση των προεδρικών διαταγμάτων 247/1991 και 517/1991, καθώς και εκείνων του άρθρου 149 του ν. 2071/1992 (Φ.Ε.Κ. 123).

Ειδικότερα, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, καθώς και τα κάθε είδους θέματα που αφορούν τη λειτουργία και τον εκσυγχρονισμό των παραπάνω ιδιωτικών κλινικών,... ο χρόνος προσαρμογής τους στις νέες ρυθμίσεις... και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Μέχρι τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις, που θα καθορισθεί με το παραπάνω προεδρικό διάταγμα, οι ιδιωτικές κλινικές της παραγράφου αυτής θα διέπονται από τις διατάξεις των βασιλικών διαταγμάτων 451/1962 και 521/1963". (Το μνημονευόμενο στο πρώτο εδάφιο της ανωτέρω διατάξεως άρθρο 14, του ν. 2071/1992 αναφέρεται σε ειδικές περιπτώσεις είτε ιδιωτικών κλινικών που διέκοψαν την λειτουργία τους μετά την έναρξη ισχύος του ν. 1397/1983 λόγω αποχωρήσεως ή αποβιώσεως εταίρου, είτε ιδιωτικών κλινικών, στις οποίες, καίτοι είχε χορηγηθεί άδεια ιδρύσεως, δεν χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας λόγω των απαγορευτικών διατάξεων του ανωτέρω νόμου).

Δυνάμει της τελευταίας ως άνω εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 53 παρ. 4 του ν. 1892/1990 (όπως αντικαταστάθηκε), για τις ιδιωτικές κλινικές στις οποίες αφορά η διάταξη αυτή -δηλαδή για εκείνες που λειτουργούσαν κατά την έναρξη ισχύος των π.δ. 247/1991 και 517/1991 και εκείνες του άρθρου 149 του ν. 2071/1992, στη συνέχεια, εκδόθηκε το π.δ. 235/2000 (Φ.Ε.Κ. 199), το άρθρο 1 του οποίου, (υπό τον τίτλο "αναθεώρηση άδειας λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών"), ορίζει ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 2 (περί επεκτάσεως και μετατροπής κατ' αντικείμενο των ιδιωτικών κλινικών), "οι υπεύθυνοι των ιδιωτικών κλινικών υποχρεούνται να προσαρμοσθούν στις διατάξεις του παρόντος και να ζητήσουν από τον αρμόδιο νομάρχη την έκδοση νέας άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, σε αντικατάσταση εκείνης που είχε χορηγηθεί με τις διατάξεις των β.δ. 451/1962 και 521/1963" (παρ. 2) και ότι "η άδεια χορηγείται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των β.δ. 451/1962 και 521/1963, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις του παρόντος" (παρ. 3).

Από το συνδυασμό των τελευταίων διατάξεων, συνάγεται ότι μέχρι την έκδοση του π.δ. 235/2000, δεν απαγορευόταν η μεταβίβαση της αδείας των κλινικών, αλλά μόνο η μετατροπή και η επέκταση κατ' αντικείμενο των ιδιωτικών κλινικών. Αντίθετα για την μεταβίβαση των αδειών λειτουργίας, εφαρμογή είχαν οι διατάξεις των άρθρων 6 και 10 του β.δ. 451/1962, καθώς και εκείνων του π.δ 247/1991 (ΣτΕ 3433/2008).

Όπως, αναφέρθηκε πιο πάνω, η δεύτερη των αναιρεσίβλητων, με την αγωγή της ζήτησε, αφενός την καταδίκη του αναιρεσείοντος σε δήλωση βουλήσεως προκειμένου να της μεταβιβάσει την άδεια λειτουργίας της κλινικής του, αφετέρου δε να προβεί στην επιχείρηση όλων των απαιτούμενων υλικών ενεργειών, υπό την ιδιότητά του ως επιστημονικού διευθυντή της υπό ίδρυση κλινικής (α.

υποβολή υπεύθυνης δήλωσης προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης ότι μεταβιβάζει την άδεια λειτουργίας της ανωτέρω κλινικής, β. υποβολή υπεύθυνης δήλωσης προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης ότι ορίζεται ο ίδιος Επιστημονικός Διευθυντής της κλινικής, γ. υποβολή αίτησης προς τη Γραμματεία Ποινικού Μητρώου της αρμόδιας Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών περί εκδόσεως πιστοποιητικού ότι δεν έχει καταδικασθεί για παράβαση διατάξεως του Ποινικού Νόμου, που συνεπάγεται ανικανότητα κτήσης της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας, ή για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών, δ.

υπεύθυνη δήλωση προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης ότι δεν υπηρετεί στο Ε.Σ.Υ., ε. υποβολή αίτησης προς τον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης για τη χορήγηση πιστοποιητικού εγγραφής του και διατηρήσεως της ιατρικής του ιδιότητας), ώστε να καταστεί δυνατή η λειτουργία της κλινικής, υπό την επωνυμία της ενάγουσας (β' αναιρεσίβλητης).

Τα αιτήματα αυτά, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, παραδεκτά σωρεύτηκαν στο ίδιο δικόγραφο, εφόσον αφορούν υλικές πράξεις που επακολουθούν εκείνη της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως και αποβλέπουν στην ολοκλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε ο αναιρεσείων, και έχουν σχέση με τη σύμπραξή του, στη λειτουργία της επιχείρησης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως επιστημονικού διευθυντή, ιδιότητα που ανέλαβε κατά την κατάρτιση της από 1-6-1995 σύμβασης, μετά του πρώτου των αναιρεσίβλητων.

Έτσι δεν υπόκεινται στους περιορισμούς εκείνους, που καθιστούν ανεφάρμοστη τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ. Ούτε άλλωστε η ενέργεια των πράξεων αυτών, ενέχει προσβολή της προσωπικότητάς του, υπό την έννοια της υπερβολικής δέσμευσης της ελευθερίας του ή εκμετάλλευση της ανάγκης κουφότητας και απειρίας του.

Τα αιτήματα λοιπόν αυτά ήταν νόμιμα. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως δεν έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου. Κατά συνέπεια, οι επί μέρους αιτιάσεις, που περιέχονται στους τέταρτο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες, μόνο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, με τις λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους λόγους, κατά τα λοιπά μέρη τους, υπό την επίκληση του ίδιου πιο πάνω λόγου, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι, η εν λόγω αγωγή, ήταν μη νόμιμη, αφού δεν ήταν δυνατή η μεταβίβαση της αδείας, διότι : 1) εξαιτίας της μεταβολής του νομικού καθεστώτος με το π.

δ. 235/2000, που προϋποθέτει εν λειτουργία κλινική, προκειμένου να μεταβιβαστεί η άδεια, κατέστη αδύνατη, αφού αυτός το 1999 (πριν την ισχύ του ως άνω π. δ.), παρέδωσε την άδεια της μέχρι τότε λειτουργούσης στο όνομά του κλινικής, την οποία και έπαυσε έκτοτε να λειτουργεί. Και 2) ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2345/1995, μέχρι την έκδοση του π.

δ. 235/2000, απαγορευόταν οποιαδήποτε επέκταση ή μετατροπή του αντικειμένου των ιδιωτικών κλινικών που υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι: 1) δεν πρόκειται για επέκταση ή μετατροπή του αντικειμένου της κλινικής, για να εμποδίζεται η μεταβίβαση της αδείας της, και 2) η ένδικη διαφορά δεν καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του πιο πάνω π.

δ. (235/2000), αλλά από εκείνες των π. δ. 247/1991 και 517/1991, του άρθρου 149 του ν. 2071/1992 καθώς και των άρθρων 6 και 10 του β. δ. 451/1962, σύμφωνα με τις οποίες ήταν δυνατή η μεταβίβαση της άδειας, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Σημειώνεται ότι, όπως πιο πάνω έχει αναφερθεί, η επιγενόμενη αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής, δεν αποτελεί κώλυμα για την καταδίκη του αναιρεσείοντος στην αιτούμενη με την αγωγή δήλωση βουλήσεως, έτσι ώστε, να μην καθίσταται μη νόμιμη η εν λόγω αγωγή.

8. Α) Κατά τις διατάξεις των άρθρων 410 και 411 ΑΚ, για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση ότι, τα συμβαλλόμενα μέρη, σκοπούσαν να προσπορίσουν απευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος να ζητήσει την παροχή.

Συγκεκριμένα, ο τρίτος αποκτά το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν πού υποσχέθηκε, αν αυτό προκύπτει από τη θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί, ή συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης. Τα κριτήρια που τάσσει ο νόμος, για τη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου είναι η ρητά εκπεφρασμένη ή συναγομένη βούληση των συμβληθέντων, ή η φύση και ο σκοπός της σύμβασης.

Η ΑΚ 411 είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου και ο θεσμός της σύμβασης υπέρ τρίτου, διέπεται από την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης. Η έρευνα, λοιπόν, ως προς τη βούληση των μερών προηγείται και είναι αποφασιστική. Η φύση και ο σκοπός της συμβάσεως έχουν δευτερεύουσα και βοηθητική σημασία, αν δεν προκύπτει σαφής βούληση των μερών.

Η θέληση των συμβληθέντων μερών να αποκτήσει ο τρίτος, άμεσο και ανεξάρτητο από την αξίωση του δέκτη της υπόσχεσης, δικαίωμα να απαιτήσει απευθείας την παροχή, πρέπει είτε να εκδηλώνεται ρητά, είτε να συνάγεται ερμηνευτικά. Στην τελευταία περίπτωση, τίθεται θέμα ερμηνείας της σύμβασης με βάση τις γενικές διατάξεις (173 και 200 ΑΚ).

Οι τρίτοι, υπέρ των οποίων συνάπτεται μια τέτοια σύμβαση, δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται ονομαστικώς ή αριθμητικώς και μπορεί να είναι πρόσωπα μέλλοντα να υπάρξουν (κυοφορούμενοι, νομικά πρόσωπα που πρόκειται να συσταθούν κλπ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες, που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή γεννιέται αμφιβολία για τις δηλωθείσες βουλήσεις, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεων των δηλώσεων των συμβληθέντων. Όταν, όμως οι δηλωθείσες βουλήσεις δεν αφήνουν αμφιβολία για το περιεχόμενο τους, τότε δεν υπάρχει ανάγκη προσφυγής στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών για την ερμηνεία αυτών, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι η έννοια της συμβάσεως και των όρων αυτής είναι σαφής και αναμφίβολη, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Έτσι, δεν ιδρύεται ούτε και, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσεως περί του αν υφίσταται έδαφος εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βρίσκει κενό ή αοριστία στην ερμηνευόμενη σύμβαση και κρίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων είναι σαφείς και αναμφίβολες.

Στην προκείμενη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2375/2010 απόφασή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά το ενδιαφέρον τμήμα της, για τη σύμβαση υπέρ τρίτου, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) της πρώτης των συνεκδικαζόμενων, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αγωγών, είναι γιατρός μαιευτήρας και διατηρεί, στη …, στην οδό ..., αριθ… κλινική, με τον διακριτικό τίτλο "...", εκδόθηκε αρχικά στο όνομα του Γ.

Μ. η με αριθ. 1651/17-2-1968 άδεια Ίδρυσης του Υπουργού Βορείου Ελλάδος, από το έτος δε 1971, όταν εκμισθώθηκε στον ενάγοντα αυτή λειτουργεί έκτοτε με την με αριθ. 6501/21-12-1971 απόφαση του Περιφερειακού Διοικητή Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, στο όνομα του τελευταίου Ο ενάγων από τον Μάρτιο του 1995 ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον πρώτο εναγόμενο, επίσης γιατρό μαιευτήρα, ο οποίος εργαζόταν στη …επί σειρά ετών, προκειμένου να συνεργαστούν επαγγελματικά, με συνεκμετάλλευση της κλινικής του, της οποίας το αντικείμενο σκόπευαν να διευρύνουν και με νέες δραστηριότητες.

Έτσι, μετά από διαπραγματεύσεις, αυτοί κατάρτισαν το από 1-6-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την άδεια λειτουργίας της κλινικής στον αντισυμβαλλόμενο του ή σε εταιρία που θα συστήσουν μεταξύ τους στο μέλλον. Επίσης συμφώνησαν ότι, καθήκοντα διοικητικού διευθυντή της κλινικής θα αναλάβει ο πρώτος εναγόμενος [Α.

Σ.], επιστημονικού διευθυντή θα εξακολουθήσει να ασκεί ο ενάγων [Ο. Ά.]. Οι ίδιοι πάντα συμβαλλόμενοι στις 12-7-1995 σε εκτέλεση της από 1-6-1995 παραπάνω συμφωνίας τους για σύσταση εταιρίας, προέβησαν με το με αριθ. .../12-7-1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου Βασιλάκη στη σύσταση ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "Μακεδόνισσα Μάνα ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο <<Μάνα>>, δεύτερη εναγόμενη στην πρώτη των παραπάνω αγωγών και ενάγουσα στην δεύτερη από αυτές, με έδρα το Δήμο …και μέλη εκτός από τους παραπάνω, τους Μ.

Σ., Φ. Σ. και Δ. Σ. (τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγόμενων της πρώτης αγωγής). Η διάρκεια της εταιρίας ορίσθηκε πενήντα ετών, το εταιρικό κεφάλαιο καθορίσθηκε σε 10.000.000δρχ., διαιρούμενο σε 1.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών η κάθε μία, καλύφθηκε δε εξ ολοκλήρου από τους ιδρυτές κατά ποσοστό 90% από τον πρώτο εναγόμενο, 4% από τον ενάγοντα και 2% από καθένα των λοιπών.

Όλοι οι παραπάνω ορίσθηκαν μέλη του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, ενώ πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ορίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος.... Μετά την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων, ο πρώτος εναγόμενος επιμελήθηκε όλων των ενεργειών που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση των διαδικασιών σύστασης της εταιρίας και απόκτησης από αυτήν νομικής προσωπικότητας, και, αφού τηρήθηκαν όλες οι εκ του νόμου επιβαλλόμενες διατυπώσεις, κάλεσε, αυτός και η συσταθείσα εταιρία, με την 20-12-1995 εξώδικη πρόσκληση, τον ενάγοντα, να προβεί εντός εβδομάδος στην μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας της κλινικής, καθώς και να συμπράξει στην εκπλήρωση των λοιπών κατά νόμο και κατά τις μεταξύ τους συμφωνίες υποχρεώσεών του για την λειτουργία της κλινικής από 1-1¬1996 στο όνομα της ανώνυμης εταιρίας η οποία είχε ήδη συσταθεί και νομιμοποιούνταν πλέον ενεργητικά να αξιώσει την μεταβίβαση της άδειας [ βλ.

την με αριθ. .../22-12-1995 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …. Ο τελευταίος όμως δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση μεταβίβασης της άδειας λειτουργίας στην ενάγουσα της δεύτερης των παραπάνω αγωγών ανώνυμη εταιρία, όπως είχε συμφωνήσει, ισχυριζόμενος, με την αγωγή του [πρώτη αγωγή], αλλά και με τις προτάσεις που κατέθεσε σε αντίκρουση της εναντίον του δεύτερης αγωγής, 1) ότι η επικαλούμενη από τους εναγόμενους σύμβαση για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας της κλινικής, δεν καταρτίσθηκε, γιατί δεν επήλθε συμφωνία επί όλων των όρων που τέθηκαν υπόψη από τους συμβαλλομένους, και 2) επικουρικά ότι στη σύναψη της σύμβασης αυτής [1-6-1995], καθώς και στη σύναψη της εταιρικής σύμβασης, παρασύρθηκε με απάτη την οποία μετήλθε ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον αυτός ενεργώντας με πρόθεση, του δημιούργησε την πεπλανημένη αντίληψη ότι δήθεν θα συνεργασθούν οι δυο τους, μαζί με άλλους ιατρούς, για τη συνεκμετάλλευση της κλινικής, ενώ πρόθεση του εναγόμενου αυτού ήταν να του αποσπάσει την άδεια λειτουργίας της κλινικής, την οποία και ισχυριζόμενος σε τρίτους ότι αγόρασε από αυτόν, έναντι του ποσού των 110.000.000δρχ., να διαθέσει στη συνέχεια σε αυτούς, πωλώντας τους μετοχές της ανώνυμης εταιρίας, στην αξία των οποίων θα ενσωμάτωνε και το παραπάνω ποσό, επωφελούμενος του γεγονότος ότι είχε λάβει μέσω των συγγενικών του προσώπων ποσοστό 96% του συνόλου των μετοχών, γεγονός που του επέτρεπε να τις διαθέσει εν αγνοία του ενάγοντα και αντίθετα με τα συμφωνηθέντα, οι δε λοιποί εναγόμενοι- μέτοχοι συμμερίσθηκαν τις προθέσεις του πρώτου εναγόμενου και τις απέκρυψαν, προτιθέμενοι να διαθέσουν και τις δικές τους μετοχές σε τρίτους, εν αγνοία του".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν προσβάλλει ο τελευταίος με την κρινόμενη αίτηση), δέχτηκε, όπως προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της, ότι η από 1-6-1995 συναφθείσα μεταξύ του αναιρεσείοντος και του 1ου των αναιρεσίβλητων σύμβαση ήταν γνήσια υπέρ τρίτου και συνακόλουθα ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως τρίτη είχε δικαίωμα να απαιτήσει απευθείας την εκπλήρωση προς αυτήν, της παροχής που υποσχέθηκε ο αναιρεσείων.

Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, όσον αφορά τα ως άνω ζητήματα, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, από τις προαναφερθείσες, επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της (αγωγής), όπου, εκτίθενται κατά νομικά ορισμένο τρόπο, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και πληρότητα αυτής καθώς και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 410, 411 ΑΚ, δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζουν οι κανόνες αυτοί για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, ούτε έλαβε υπόψη διάφορα από αυτά.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν διέγνωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλωθείσες βουλήσεις των συμβληθέντων, για το δικαίωμα της 2ης αναιρεσίβλητης, να απαιτήσει απευθείας την εκπλήρωση της παροχής από τον αναιρεσείοντα, αφού στη σύμβαση υπήρχε εκπεφρασμένη ρητά η περί αυτού η βούληση των συμβληθέντων.

Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

9. Η καταγγελία, ως διαπλαστικό δικαίωμα, δεν μπορεί να ασκηθεί με γνήσια αναβλητική αίρεση (άρθρ. 201 του ΑΚ), γιατί αλλιώς είναι άκυρη. Είναι όμως, επιτρεπτή η καταγγελία, με αίρεση δικαίου, δηλαδή με αίρεση, που συνίσταται σε γεγονός το οποίο αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή την τελείωση της δικαιοπραξίας ή με αίρεση καταχρηστική, δηλαδή με αίρεση που συνίσταται σε γεγονός αναγόμενο στο παρόν ή το παρελθόν και όχι σε μέλλον και αβέβαιο Στην κρινόμενη περίπτωση, ο ενάγων- αναιρεσείων με την πρώτη των παραπάνω αγωγών επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελαν κριθούν έγκυρες όλες οι επικαλούμενες ως άκυρες από αυτόν παραπάνω συμβάσεις, καταγγέλλει με την αγωγή την εταιρική σύμβαση για σπουδαίο λόγο και ζητεί να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της καταγγελίας αυτής και η συνέπεια αυτής, λύση της εταιρίας.

Το αίτημα αυτό ήταν νομικά αβάσιμο, καθόσον η καταγγελία ασκήθηκε υπό αίρεση (που δεν είναι δικαίου) και επομένως είναι άκυρη μη επιφέρουσα την λύση της εταιρίας. Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει και αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αγωγή του αναιρεσείοντος για την επικουρική της βάση, ως νομικά αβάσιμη και στη συνέχεια να απορρίψει, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής, για τους ίδιους λόγους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσης, διότι κατά τον αναιρεσείοντα η απόφαση αυτή, όσον αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής του, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα προβάλλεται η εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν,, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από τον αρ, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός αφορά ελλείψεις που ανάγονται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, και όχι, όπως στην κρινόμενη περίπτωση κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως νομικά αβάσιμη.

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες, ως ηττώμενους διαδίκους, η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2375/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ