1511/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1225/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8450/2000 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/1/2002 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1511/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1511 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1511/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π., 2) Σ. Γ., 3) Α. Λ., 4) Κ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1225/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8450/2000 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/1/2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 27/3/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Πανταζή, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, ως απαράδεκτης και β) την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως και την παραδοχή του προτεινόμενου από τον Εισηγητή λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 23-3-2011 κλήση των αναιρεσίβλητων, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 26-2-2008. Τη συζήτηση επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον κεκυρωμένο αντίγραφο της κλήσεως με την κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 31-1-2012 και την από 18-4-2011 επισημείωση σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... . Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, κατά την παρούσα μετ' αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, από τη δικάσιμο της 31-1-2012, δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, οι αναιρεσίβλητοι, που, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδουν τη συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και οι διάδικοι αυτοί παρόντες (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ' αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της αποφάσεως αυτής.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η τέταρτη ενάγουσα και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από το δικόγραφο της ένδικης από 31.12.1998 αγωγής, η οποία θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτή (αρθρ. 295 παρ. 1α ΚΠολΔ). Κατά της εκδοθείσης επ' αυτής υπ' αριθ. 1225/1999 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως, πλην όμως στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8450/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της εν λόγω εφέσεως, αναφέρεται η τρίτη αναιρεσίβλητη - προφανώς από παραδρομή - ως τέταρτη εφεσίβλητη, ενώ στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής δεν έχει περιληφθεί οποιαδήποτε διάταξη υπέρ αυτής και σε βάρος του αναιρεσείοντος. Επομένως, η αναίρεση, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή, η οποία δεν υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη.
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την ποία οι έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Επομένως, αν προβλεφθεί με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί άλλη κατηγορία, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που οδήγησε στην ως άνω ειδική μεταχείριση, η διάταξη, η οποία εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική (Ολ.Α.Π. 15/1995).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 11 παρ. 1 και 6 του Ν. 1505/1984, όπως το δεύτερο άρθρο ισχύει κατά την παρ. 1 μετά τη μερική αντικατάσταση του με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 1810/1988 και κατά την παρ. 6 μετά το άρθρο 52 παρ. 11 του Ν. 1591/1986, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα, που προβλέπεται, παρέχεται στους εγγάμους υπαλλήλους, που αφορούν οι εν λόγω διατάξεις, ως προσαύξηση μισθού για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών, που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.
Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε εγγάμους δημοσίους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 119 της συνθήκης της ΕΟΚ, που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με την οποία διάταξη ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.
Ακολούθως, με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, που ισχύει από 1.1.1997 και αντικατέστησε τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 1505/1984, ορίσθηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στο νόμο αυτό, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής:
α) για οικογένεια εγγάμων υπαλλήλων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα 12.000 δρχ. και β) για οικογένεια με τέκνα ανήλικα ... προσαυξάνεται κατά 6.000 δρχ .... Με το άρθρο 12 παρ. 4 του αυτού ως άνω Νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του Ν. 2515/1997, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται σε επίδομα τέκνων ... Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών του Ν. 1505/1984 σε μηνιαία οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και το νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως, ως προσαύξησης του μισθού.
Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων, που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται όχι με την παρεχόμενη απ'αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος, που έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων, τα οποία προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις, στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος, του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων.
Η εξίσωση με βάση την αρχή αυτή γίνεται προς τα άνω (Ολ.Α.Π. 6/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητες είχαν προσληφθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν της αναφερόμενης για την κάθε μία εξ αυτών αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ως καθαρίστριες.
Η πρώτη εξ αυτών είναι έγγαμη και έχει τρία τέκνα, από τα οποία το ένα είναι ανήλικο, η δεύτερη είναι έγγαμη και έχει τρία ανήλικα τέκνα και η τέταρτη είναι έγγαμη και έχει δυο τέκνα, από τα οποία το ένα είναι ανήλικο. Ακολούθως δέχθηκε τούτο ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητες δικαιούνται για οικογενειακό επίδομα, λόγω μη καταβολής του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 1996 και 1997, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται αυτό για κάθε μία εξ αυτών και συνεπεία αντιθέσεως των ρυθμίσεων των άρθρων 11 παρ6 του Ν. 1505/1984 και 12 παρ. 4 του Ν. 2470/1997 προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, το αναφερόμενο για εκάστη χρηματικό ποσό.
Κατόπιν αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε κατά ένα μέρος, ως προς τις άνω αναιρεσίβλητες, την ένδικη από 31-12-1998 αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την ανωτέρω κρίση του δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά μεν το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της, κατά δε το άρθρο 91 εδ.
α' του αυτού Νόμου, επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η εν λόγω διάταξη είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α' του ως άνω νόμου και συνεπώς, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 94 παρ. 3 του αυτού Νόμου, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής του οικογενειακού επιδόματος υπόκειται σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από το χρόνο της γενέσεως της. Οι αναιρεσίβλητες κατέθεσαν αρμοδίως την ως άνω αγωγή τους στις 31-12- 1998 και συνεπώς, η αξίωση αυτών, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-5-1996 έως 31-12-1996, υπέπεσε στην ως άνω διετή παραγραφή, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς την αξίωση των αναιρεσιβλήτων, που αφορά το εν λόγω χρονικό διάστημα, παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Επομένως, ο λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος προτείνεται από τον Εισηγητή κατά το άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί, κατ' αρθρ. 22§1β του Ν. 3693/1957, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-1-2002 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 8450/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την ίδια 8450/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ