Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest regarding contract characterization.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the court erred in characterizing the relationship as an employment contract rather than an independent services contract, while the respondent contended the court correctly applied substantive law. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant had no legal interest in overturning the decision, as it was already bound to pay wages regardless of the contract's legal classification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 68 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to overturn the judgment, as the outcome regarding wage payment remains the same regardless of the contract's characterization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1511 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1511/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "D.S STEEL A.E ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ & ΣΥΜΜΙΚΤΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αλυσσανδράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φιλίππου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2472/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. ΙΙ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που κατά την έννοια της διατάξεως αυτής προσκομίστηκαν απαράδεκτα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί του βασίμου πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, αλλά και στη δευτεροβάθμιο δίκη, αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, γι' αυό και όταν προσάγεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτό το είδος του αποδεικτικού μέσου έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 1462/1996 ΕλλΔ 1997,544).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ένορκη βεβαίωση, που προσκομίστηκε από τον αναιρεσίβλητο, χωρίς αυτός να την έχει επικαλεσθεί. Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ως εκκαλών - εφεσίβλητος και την ...
ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος ΑΑ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεώς του και την ως άνω ένορκη βεβαίωση.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 454 ΚΠολΔ αν το έγγραφο που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο, σε κάθε δε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μεταφρασθεί το έγγραφο στα ελληνικά από πραγματογνώμονα. Επομένως, αν προσαχθεί στο δικαστήριο έγγραφο που έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, χωρίς να συνοδεύεται και από επίσημη μετάφρασή του, τότε το έγγραφο αυτό δεν πληροί τον όρο της παραπάνω διατάξεως για την λήψη υπόψη αυτού ως αποδεικτικού μέσου. Κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην ειδική διαδικασία κατά την οποία εκδικάσθηκε η ένδικη διαφορά και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι το Εφετείο για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών έλαβε υπόψη του και έγγραφο, που είχε συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, το οποίο είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να συνοδεύεται και από επίσημη μετάφρασή του και έτσι υπέπεσε στην παραπάνω από το άρθρο 559 αρ.
ΙΙ ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων 648, 652 και 681 ΑΚ και 6 Ν. 765/43, που κυρώθηκε με την 324/46 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και ο εργοδότης καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, τον τόπο, τρόπο, χρόνο και έκταση της εργασίας που θα παρέχει ο μισθωτός, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.
Αντίθετα στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχουν μεν πολλά κοινά στοιχεία με την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως τρόποι κατάρτισης, διάρκεια, υποχρέωση αυτοπρόσωπης παροχής, καταβολής μισθού κτλ., πλην όμως υφίστανται και ουσιώδεις απ' αυτήν διαφορές.
Διαφέρει δηλαδή η σύμβαση αυτή από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως προς το κύριο στοιχείο, ήτοι της έλλειψης νομικής και προσωπικής εξάρτησης. Έτσι, στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ο εργοδότης δεν ασκεί τις παρεχόμενες από το διευθυντικό δικαίωμα εξουσίες, και ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις εντολές του για τον τρόπο, χρόνο και τόπο της εκτέλεσης της εργασίας, ούτε υπόκειται στον έλεγχό του, το πότε δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός που κρίνεται τόσο από τους όρους της συμβάσεως, όσο και από τις συνθήκες παροχής της εργασίας.
Εξάλλου από τα άρθρα 68 και 559 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον ν' ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση ένεκα του σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι τους διαδίκους συνέδεε η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δεδουλευμένους μισθούς εργασίας εννέα μηνών ήτοι από 1-3-2003 εώς 30-11-2003 και συγκεκριμένα 36.000 ευρώ (9 μήνες x 4.000 ευρώ), και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρο ποσό.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 ΕΠ ΑΚ και του κυρωθέντος με την 324/1946 ΠΥΣ και σύμφωνα με το άρθρο 38 Εισ.
Ν. ΑΚ, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη της ισχύος του ΑΚ άρθρου 6 Ν. 765/1943, με το να δεχθεί ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος για την προβολή του εκ μέρους της αναιρεσείουσας, αφού αυτή έχει υποχρέωση καταβολής των μισθών για τις προσφερθείσες υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου είτε η ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, είτε αυτή έχει το χαρακτήρα της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και συνεπώς δεν είναι ουσιώδες στοιχείο ο χαρακτηρισμός της ένδικης συμβατικής σχέσεως, που προβάλλεται με τον ανωτέρων λόγο αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η από 1-7-2008 αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "D.S. STEEL ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ & ΣΥΜΜΙΚΤΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ" για αναίρεση της 22/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9-6-2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ