Supreme Court dismisses appeal against conviction for intentional damage to bank assets via abuse of authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for intentional damage to the National Bank of Greece's assets. The appellant argued for procedural flaws and misinterpretation of Article 390 of the Penal Code regarding the bank's liability. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly established the appellant's intentional misconduct and abuse of authority without requiring specific justification for the damage amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 390 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: A conviction for intentional damage to another's assets managed by law or contract is valid if the court explicitly finds the defendant acted with direct intent and abused their representative authority, rendering appeals based on lack of reasoning or misinterpretation inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1511 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1511/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένων του Αντιπροέδρου και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών) Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα, για αναίρεση της 2284/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάνη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1463/2005.
Αφού άκουσεΤους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 390 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε η αρχικά περιεχόμενη σ'αυτό λέξη «πρόθεση», με τη λέξη «γνώση», από το άρθρο 36 παρ.2 του Ν.2172/1993, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξία έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία του πλημμελήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του «διαχειριστή» ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, να ενεργεί δηλαδή όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, η οποία εξουσία του στηρίζεται είτε στο νόμο είτε στη σύμβαση.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως όταν περιέχονται σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοια διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που κατ΄είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος, που ήταν υπάλληλος (διευθυντής) του υποκαταστήματος ΕΤΕ ... με περισσότερες πράξεις του, κατά το από 5 Φεβρουαρίου 1999 έως 13 Δεκεμβρίου 1999 χρονικό διάστημα, που συνιστούν εξακολούθηση της ίδιας αξιόποινης πράξεως της απιστίας, με γνώση του εζημίωσε την περιουσία της εγκαλούσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, την επιμέλεια και διαχείριση της οποίας είχε ως υπάλληλός της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έχοντας βάσει της συμβάσεως εργασίας και της θέσεώς που κατείχε τη διαχείριση και επιμέλεια της περιουσίας της, δηλαδή την αρμοδιότητα να προβαίνει στην κατάρτιση συμβάσεων χορηγήσεως διαφόρων μορφών πιστώσεως σε πελάτες της τράπεζας, εν γνώσει του, ενεργώντας κατά κατάχρηση των αρμοδιοτήτων του και παραβιάζοντας τις εγκυκλίους, εντολές οδηγίες και κανόνες της χρηματοπιστωτικής πολιτικής της εργοδότριάς του, αφ΄ενός μεν 1) παρέκαμψε την προδικασία χρηματοδοτήσεως με σύμβαση ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού α) χρησιμοποιώντας την ευχέρεια χρηματοδοτήσεως αγροτικών εκμεταλλεύσεων και συντάσσοντας 22 ειδικά δελτία συνεργασίας, εμφάνισε ως χορήγηση προς τον εκάστοτε πιστούχο αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που αναφέρονται κατωτέρω, ποσό έως 2.000.000 δρχ.
ενώ στην πραγματικότητα η χορήγηση που ακολούθησε με την κατάρτιση των αντίστοιχων 22 συμβάσεων πιστώσεως, με ανοικτό λογαριασμό, που επίσης αναφέρονται κατωτέρω, αφορούσε μεγαλύτερα ποσά, που υπερέβαιναν το όριο χορηγήσεως, που είχε στη διάθεσή του β) παραβαίνοντας τις προϋποθέσεις χορήγησης τους καθώς οι πιστούχοι δεν είχαν τον απαιτούμενο κύκλο εργασιών και ύψος εισοδημάτων, γ) μη συντάσσοντας δελτία ανάληψης κινδύνου, δ) μη διαπιστώνοντας δυσμενή στοιχεία σε βάρος των πιστούχων, ε) μη ελέγχοντας την ύπαρξη τυπικών στοιχείων ή την ύπαρξη φερεγγυότητας των υπόχρεων προσώπων στα αξιόγραφα που δίνονταν ως κάλυψη για την παροχή πίστωσης και ειδικότερα στα παρακάτω αναφερόμενα Ε.Δ.Σ.
ανέγραψε ότι είχε προηγηθεί έλεγχος περί ύπαρξης τυχόν δυσμενών στοιχείων σε βάρος των πιστούχων και είχε διαπιστώσει την ανυπαρξία αυτών, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε, ότι οι περισσότεροι κατωτέρω αναφερόμενοι πιστούχοι είχαν δυσμενή στοιχεία σε βάρος τους και σε καμία από τις κάτωθι αναφερόμενες 22 χορηγήσεις δεν συνέταξε δελτίο ανάληψης κινδύνων, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα άμεσης εικόνας των χρηματοδοτήσεων του καταστήματος από τους Προϊσταμένους του, αφετέρου δε, 2) προέβη σε έμμεσες χρηματοδοτήσεις διότι το ως άνω προϊόν των χορηγήσεων δεν επρόκειτο να καλύψει πραγματικές ανάγκες των πιστούχων, όπως κάθε χρηματοδότηση πρέπει να καλύπτει, αλλά επρόκειτο, είτε να οδηγηθεί προς την εταιρία «...
ΟΕ», η εμφανής χρηματοδότηση της οποίας ήταν απαγορευμένη, λόγω των δυσμενών σε βάρος της αυτής και των μελών της στοιχείων, είτε να οδηγηθεί προς κάλυψη ληξιπρόθεσμων οφειλών από προγενέστερες χορηγήσεις προς τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους δανειολήπτες, που έγιναν για τον ίδιο σκοπό και ειδικότερα συνέταξε τα ΕΔΣ υπ'αριθμ.
α) 14623986/1999 με πιστούχο την ..., με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 926/5-2-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ..., ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 2-8-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 10.221,07 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, β) 14624001/1999 με πιστούχο το ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 927/5-2-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ..., ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δραχμ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 6-8-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της Τράπεζας κατά το ποσό των 6.034,21 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, γ) 14627817/1999 με πιστούχο τον ..., με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 929/19-2-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ..., ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ.
με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 3-8-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 1512,16 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, δ) 14637855/1999 με πιστούχο τον ..., με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 934/24-3-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ...
ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 2-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζα κατά το ποσό των 27.549,84 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ε) 14640198/1999 με πιστούχο το ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 935/31-3-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 3-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 28.900,12 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, στ) 14649390/1999 με πιστούχο το ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 939/5-5-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 9-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της Τράπεζας κατά το ποσό των 17.985,63 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ζ) 14651521/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 941/1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 10-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της Τράπεζας κατά το ποσό των 17.984,36 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, η) η 14662108/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δραχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 945/1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 6.000.000 δρχμ με ημερομηνία τελευταία χορήγησης 14-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 17.947,87 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, θ) 14663040/1999 με πιστούχο το ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 949/24-6-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 6.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 15-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 2.300,85 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, 1) 14663058/1999 με πιστούχο το ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 950/1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 6.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 14-12-1999, και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 17.947, 78 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ια) 14672308/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 953/29-7-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ..., ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 29-7-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 25.471 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ιβ) 14673363/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 954/4-8-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δραχμ με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 4-8-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της Τράπεζας κατά το ποσό των 25.047,31 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους , ιγ) 14674092/1999 με πιστούχο το ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχμ ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 956/6-8-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης, ύψους 7.000.000 δρχμ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 6-8-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 4.886,34 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους ιδ) 14682990/1999 με πιστούχο την ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 965/10-9-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 10-9-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 17.999,78 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ιε) 14684624/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 966/16-9-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτό χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 16-9-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 28.633, 88 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ιστ) 14691396/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριθμ. 976/11-10-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 11-10-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 24.222,39 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ιζ) 14694344/1999 με πιστούχο την ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριμ. 980/22-10-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 22-10-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 17.944 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ιη) 13100793/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριμ. 985/5-11-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 5-11-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 25.177,30 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, ιθ) 14702720/1999 με πιστούχο την ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριμ. 988/26-11-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 29-11-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 22.359,14 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, κ) 14706482/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριμ. 990/9-12-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 9-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 17.926,21 ευρώ του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, κα) 14706474/1999 με πιστούχο τον ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριμ. 991/9-12-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 9-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 24.757,36 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, κβ) 14707292/1999 με πιστούχο την ...
με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους έως 2.000.000 δρχ. ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα υπ'αριμ. 992/13-12-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με εγγυητή τον ... ενέκρινε στον πιστούχο αυτόν χορήγηση συνολικής πίστωσης ύψους 7.000.000 δρχ. με ημερομηνία τελευταίας χορήγησης 9-12-1999 και με τον ως άνω τρόπο εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της τράπεζας κατά το ποσό των 17.923,06 ευρώ, του οποίου η είσπραξη κατέστη αδύνατη για τους ανωτέρω λόγους, προέβη δε σε όλες τις παραπάνω χρηματοδοτήσεις των προαναφερόμενων πιστούχων, προκειμένου να διευκολύνει με έμμεσο τρόπο οικονομικά την εταιρία με την επωνυμία «...
Ο.Ε.» η οποία από το έτος 1994 είχε οφειλές ύψους τότε 10.500.000 δρχ. σε οριστική καθυστέρηση και σε βάρος αυτής και των μελών της υπήρχαν αθρόα δυσμενή στοιχεία, που καθιστούσαν αδύνατη την εμφανή χρηματοδότηση της και κατά τον τρόπο αυτόν χρηματοδότησε αντικανονικά τους παραπάνω πιστούχους, που δεν είχαν τις προϋποθέσεις, που απαιτούσε η Τράπεζα, το δε προϊόν της χορήγησης χρησιμοποίησε για την εξόφληση οφειλών της ανωτέρω εταιρίας, αλλά και την εξόφληση των χρονικά προγενέστερων οφειλών των ανωτέρω πιστούχων, ώστε να ανανεώνεται η πίστωση τους με αποτέλεσμα από τις ως άνω ενέργειες του να προκληθεί ζημία στην Τράπεζα ύψους 400.731,66 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο καταδίκασε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών ανασταλείσαν επί 3ετίαν, αναγνωρισθεισών υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και δ' ΠΚ Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως όπως γι'αυτήν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, την οποία ορθώς εφήρμοσε χωρίς να την παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές, προκύπτει : 1) 'Ότι ο αναιρεσείων ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος ΕΤΕ ... κατά το χρονικό διάστημα που φέρεται τελεσθείσα κατ΄εξακολούθηση απ'αυτόν η ως άνω αξιόποινη πράξη και άρα ήταν, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, διαχειριστής, είχε δηλαδή την αρμοδιότητα, ως εκ της θέσεώς του αυτής, να προβαίνει στη κατάρτιση συμβάσεων χορήγησης διαφόρων μορφών πίστωσης σε πελάτες της Τράπεζας, αλλ΄όφειλε να ελέγχει προηγουμένως εάν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις δανειοδοτήσεως, υποχρέωση που θεωρείται αυτονότητη για τον διαχειριστή ξένης περιουσίας και η οποία (υποχρέωση) απορρέει προσθέτως από εγκύκλιες διαταγές, εντολές του εργοδότη, οδηγίες και κανόνες που κρατούν στις Τραπεζικές εργασίες, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να παρατίθεται και το περιεχόμενο των εγκυκλίων διαταγών, εντολών οδηγιών κλπ. 2) 'Ότι ενήργησε με γνώση, δηλαδή με άμεσο δόλο, όπως (ο δόλος του) προκύπτει από την παράθεση τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό των ενεργειών και παραλείψεων στις οποίες προέβη, προκειμένου να προβεί σε 22 χρηματοδοτήσεις προς τους κατονομαζομένους πιστούχους. 3) ο χρόνος τελέσεως της κατ' εξακολούθηση πράξεως της απιστίας, από 5-2-1999 έως 13-12-1999 αλλά και ο χρόνος τελέσεως εκάστης μερικότερης πράξεως, ο οποίος είναι απαραίτητο να αναφέρεται, όταν γεννάται ζήτημα εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής κάποιας μερικότερης πράξεως, πράγμα που δεν συμβαίνει, εν προκειμένω, 4) Η μη σύνταξη δελτίων ανάληψης κινδύνου και για τους 22 πιστούχους (βλ.
διατακτικό προσβαλλομένης), 5 Η ζημία που επήλθε στην πολιτικώς ενάγουσα από κάθε μία από τις 2 χρηματοδοτήσεις και η συνολική τοιαύτη ανερχόμενη σε 400731,66 ευρώ.
Περαιτέρω, εκ του ότι στην απόφαση γίνεται δεκτόν, αφ΄ενός μεν ότι (ο κατηγορούμενος) «προέβη στις παραπάνω χρηματοδοτήσεις, προκειμένου να διευκολύνει με έμμεσο τρόπο οικονομικά την εταιρεία, με την επωνυμία ... ΟΕ», η οποία δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί γιατί δεν ήταν αξιόχρεη από υποχρεώσεις της από προηγούμενα δάνεια» αφ΄ετέρου δε ότι «το προϊόν της χορήγησης δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για την εξόφληση οφειλών της ανωτέρω εταιρείας, αλλά και την εξόφληση των χρονικά προγενέστερων οφειλών των ανωτέρω πιστούχων, ώστε να ανανεώνεται η πίστώσή τους…», δεν δημιουργείται καμμία αντίφαση, αφού δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ούτε ως προς το υποκείμενο του εγκλήματος ούτε ως προς την προξενηθείσα ζημία της Τράπεζας.
Τέλος, εφόσον γίνεται δεκτό τόσο εις το σκεπτικό, όσο και εις το διατακτικό, ότι ο αναιρεσείων «εν γνώσει του» εζημίωσε την περιουσία της Τράπεζας, δηλαδή ενήργησε με άμεσο δόλο, ορθώς ερμηνεύθη η διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, η οποία, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβιάσθηκε. Σημειώνεται ότι καμμία αμφιβολία δεν δημιουργείται, ως προς την μορφή του αμέσου δόλου, με τον οποίο ο αναιρεσείων ενήργησε εκ της αναφοράς, από προφανή παραδρομή αλλά και πλεοναστικώς, στο σκεπτικό ότι αυτός (αναιρεσείων) παραβίασε τις υφιστάμενες εγκυκλίους παροχής δανείων από «πρόθεση», αφού, στην αυτή πρόταση του σκεπτικού ορίζονται τα εξής:
Ειδικότερα : Α) «Εν γνώσει του» ενώ μπορούσε να προβαίνει με συμβάσεις χορηγήσεως διαφόρων μορφών πίστωσης σε πελάτες της τράπεζας, παραβίασε από πρόθεση τις υφιστάμενες εγκυκλίους παροχής δανείων κλπ. Προσθέτως και εις το διατακτικό της αποφάσεως (σελίς 11 στην αρχή) διαλαμβάνεται ότι «εν γνώσει του», ενεργώντας κατάχρηση των αρμοδιοτήτων του και παραβιάζοντας τις εγκυκλίους, εντολές κλπ. 1) παρέκαμψε την προδικασία χρηματοδότησης κλπ.
που σημαίνει ότι ενήργησε με άμεσο και όχι ενδεχόμενο δόλο και ως προς την παραβίαση των εγκυκλίων διαταγών και εντολών. Εντεύθεν οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1Δ, Ε ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 390 ΠΚ πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ που ορίζει ότι, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και ο διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του ο,τιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξέτάστηκαν, προκύπτει ότι δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Αρα εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότης. Εφόσον δε από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι εζητήθη ο λόγος από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του από τον διευθύνοντα τη συζήτηση για να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους ο περί απόλυτης ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. ΚΠΔ) και την δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 22-7-2005 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2284/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία καθορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ