Legislator Case Law & Legislation
1510/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal inadmissibility due to failure to summon absent party and rejection of employment claim.

Case Number 1510/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible for the tenth appellant due to non-attendance and lack of summons. The remaining appellants lost on the merits because the court found their agreements were genuine apprenticeship contracts rather than employment contracts. Consequently, the court rejected the claim for holiday bonuses and leave pay, which are not applicable to apprenticeship relationships under Greek labor law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 576(3)(a) and 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if a party fails to appear without valid summons, and claims for holiday bonuses are inapplicable to genuine apprenticeship contracts.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility genuine apprenticeship contract holiday bonus entitlement labor law application summons requirement appeal dismissal civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 534 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 62 of Law 4139/2013
Article 4(2) of the ESDA
Article 1(1) of Law 1082/1980
Article 1(2) of the 19040/1981 Ministerial Circular
Article 1(1) and (2) of Law 539/1945
Article 3(16) of Law 4504/1966

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1510 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1510/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Α. του Θ., κατοίκου ..., 2.Ό. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 3.Σ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 4.Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 5.Δ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 6.Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 7.Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 8.Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 9.Π. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 10.Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 11.Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 12.Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 13.Ζ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 14.Μ. Τ. του Κ., κατοίκου .... Η 10η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σουλτάνα Δημκόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Στράνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 500/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3654/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 593/2016).

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 573/2019).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 7 Ιουλίου 2000 και με αριθ. κατάθ. 4188/501/8.7.2020 αίτηση αναίρεσης των αναίρεσε ιόντων κατά του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α "Δήμος Θεσσαλονίκης", που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η δέκατη (10°) αναιρεσείουσα, ούτε υποβλήθηκε ως προς τη διάδικο αυτή η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, με αριθμ. 6225Δ/13.1.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ.

Α., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας της Μαρίας Πεϊδου, ως πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ΟΤΑ.

Ως προς τη δέκατη (10η) αναιρεσείουσα η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν αποδεικνύεται ότι αυτή είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Μαρία Πεϊδου, που υπέγραφε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς τον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό της τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότησή της προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτήν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτή κλητεύθηκε από τον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α., αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς της αναιρεσείοντες, για να παραστεί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως η ως άνω αναιρεσείουσα, επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευση της, προκειμένου να παραστεί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτή, καθότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν.

Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες η υπό κρίση από 7 Ιουλίου 2000 και με αριθ. κατάθ. 4188/501/8.7.2020 από 7 Ιουλίου 2000 και με αριθ. κατάθ. 4188/501/8.7.2020 αίτηση αναίρεσης κατά του αναιρεσίβλητου και κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3654/19.7.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η από 4.3.2015 με αριθ. καταθ. 1475/6.3.2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθμ. 500/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή ως μη νόμιμη), εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, κρατήθηκε η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος, δικάσθηκε κατ'ουσία και απορρίφθηκε η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως προς την ως άνω επικουρική της βάση ως απαράδεκτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 8.7.2020, πριν από την κοινοποίηση και εντός της υπό του νόμου τασσομένης καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έγινε στις 19.7.2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν.765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Επίσης, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στο μαθητευόμενο μισθό κατώτερο από το μισθό του καταρτισμένου μισθωτού για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευσή του.

Τέλος, οι συμβληθέντες με γνήσια σύμβαση μαθητείας δεν δικαιούνται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ούτε δώρα εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας που δικαιούνται εκ του νόμου οι συνδεόμενοι με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1213/2019, ΑΠ 1482/2019, ΑΠ 1395/2019, ΑΠ 1256/2018, ΑΠ 1472/2018).

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρ. 180,184 ΑΚ). Εφόσον η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής.

Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα και ο εργαζόμενος να παράσχει κατ' αυτό στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί άκυρης σύμβασης εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης.

Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. Ιτου Ν. 1082/1980, Ιπαρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο.

Πλουτισμό, δηλαδή, του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας, ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελος του εργασία.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977). Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Τ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν.2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α" και β" και 15 εδ. α και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύφος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. και Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε.

και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.

προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α" και 908 εδ. α ΑΚ, στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.(ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 411/2023, ΑΠ 519/2022).

Περαιτέρω, από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.

Ια ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτιατής ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στη δικονομικούς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 390/2011). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.(ΑΠ 141/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναρεσείοντες, με την από 23.12.2010 αγωγή τους, εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων που κατάρτισαν, το έτος 2007, με τον πρώτο εναγόμενο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού "ΟΑΕΔ", ως υπεύθυνο φορέα (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ πρώην Δήμου Τριανδρίας Θεσσαλονίκης και νυν Δήμου Θεσσαλονίκης, ως φορέα υλοποίησης, συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage), ότι απασχολήθηκαν στις αναφερόμενες στην αγωγή διοικητικές υπηρεσίες του δεύτερου εναγομένου και ότι οι εν λόγω αρχικές συμβάσεις, που ήταν διάρκειας 28 μηνών, παρατάθηκαν στη συνέχεια για δώδεκα μήνες.

Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, όπως και το τακτικό προσωπικό του δεύτερου εναγόμενου, με τα καθήκοντα που καθένας από αυτούς ειδικότερα περιγράφει, καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες αυτού, με συνέπεια οι συμβάσεις τους να φέρουν τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και να συνιστούν για τον καθένα μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι, επικουρικώς, αν ήθελε κριθεί ότι δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε κάθε περίπτωση υφίσταται σχέση εργασίας. Ότι οι εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν τις αποδοχές που κατέβαλαν στο μόνιμο προσωπικό κατά παράβαση της αρχής της ισότητας. Ότι οι εναγόμενοι μετά τη λήξη των συμβάσεων τους, αρνούνται να δεχτούν τη συνέχιση της εργασίας τους, καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά τις εν λόγω συμβάσεις τους.

Ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστησαν ηθική βλάβη για τη οποία δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν α) να αναγνωριστεί ότι καθένας εξ αυτών, πλην της 5ης ενάγουσας, συνδέεται με τους εναγομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας, επικουρικά δε ότι συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, πλην της 5ης ενάγουσας, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των εν λόγω υπηρεσιών τους, επικουρικά δε, στην περίπτωση που δεν αναγνωριστεί ότι τους συνδέει έγκυρη σύμβαση εργασίας, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε έκαστο εξ αυτών, πλην της 5ης ενάγουσας, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση εκ της σιωπηρής καταγγελίας, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά, ως διαφορές μεταξύ των όσων σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας που στην πραγματικότητα τους συνέδεαν με αυτούς, έπρεπε να τους καταβληθούν για μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας που καταβάλλονται κατά νόμο στο μόνιμο προσωπικό του δεύτερου εναγομένου, που εκτελούσε ίσης αξίας εργασία και των όσων τους καταβλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα διάρκειας των συμβάσεών τους, με νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κυρίως από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και επικουρικώς, ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και όλως επικουρικώς, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αναφέροντας ειδικότερα ότι πέραν του συμβατικού δεσμού που συντρέχει μεταξύ των ιδίων και των εναγομένων, οι τελευταίοι ευθύνονται και επί τη βάσει του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά τα ποσά που ωφελήθηκαν από τη μη καταβολή στους ίδιους των νομίμων αποδοχών τους, που ισοδυναμούν με τις αποδοχές ενός μόνιμου υπαλλήλου που θα παρείχε την αυτήν με τους ίδιους εργασία και δ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα για καθένα από αυτούς στην αγωγή ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως,. Οι ενάγοντες, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, μετάτρεψαν σε αναγνωριστικό κατά ένα μέρος το ως άνω αίτημα (μισθολογικές διαφορές), διατηρώντας ως καταψηφιστικό μόνο το αίτημα για καταβολή μισθολογικών διαφορών για κάθε ενάγοντα για το έτος 2008. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 500/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της.

Ακολούθως, επί της από 4.3.2015 και με αριθμό κατάθεσης 1475/2015 έφεσης των εναγόντων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3654/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, κρίνοντας τις βάσεις της αγωγής ως μη νόμιμες, πλην της βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία έκρινε αόριστη και προκειμένου να καταστήσει τη θέση των εκκαλούντων ευνοϊκότερη, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την 500/2013 εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και απέρριψε την αγωγή και ως προς τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχεται ότι: "... Ως προς την επικουρική βάση της αγωγής που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η αξίωση για καταβολή σε κάθε ενάγοντα της διαφοράς μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, η αγωγή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Κι αυτό διότι δεν περιέχει τα απαραίτητα κατ' άρθρο 216 του ΚΠολΔ στοιχεία, ήτοι δεν γίνεται αναφορά σε ακυρότητα των ένδικων συμβάσεων των εναγόντων, αλλά η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής στηρίζεται ακριβώς στα ίδια πραγματικά περιστατικά, όπως η κυρία βάση της αγωγής (από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας), αφού οι ενάγοντες ισχυρίζονται κατά λέξη τα εξής: "Πέραν του συμβατικού δεσμού που συντρέχει μεταξύ των εναγόντων με εμάς, οι εναγόμενοι ευθύνονται και επί τη βάσει του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά τα ποσά που ωφελήθηκαν από τη μη καταβολή σε εμάς των νομίμων αποδοχών μας, που ισοδυναμούν με τις αποδοχές ενός νόμιμου υπαλλήλου που θα παρείχε την αυτή με εμάς εργασία" (βλ.

σελ.64 αγωγής)...".

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν αληθώς στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 (και όχι 1 και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της επικουρικής βάσης της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και που καθιστούν ορισμένη την ανωτέρω επικουρική περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής τους.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, όπως ειδικά το περιεχόμενο αυτής ανωτέρω εκτίθεται, προκύπτει ότι επί της βάσης της αγωγής των εναγόντων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κυρίας βάσης αυτής από τη σύμβαση, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ρητά, για το ορισμένο της επικουρικής αυτής βάσης, την ακυρότητα των συμβάσεων, η δε αναφορά στην αγωγή περί ευθύνης των εναγομένων και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πέραν του συμβατικού δεσμού, δεν καλύπτει την έκτου νόμου απαιτούμενη ρητή επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων.

Το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι δεν γίνεται στην αγωγή αναφορά σε ακυρότητα των ένδικων συμβάσεων, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ανωτέρω επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, δεν έσφαλε και ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος τα ακόλουθα: ".... Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της (να αναγνωριστούν οι συμβάσεις των εναγόντων ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου) για το λόγο ότι οι συμβάσεις, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, με τα συμφωνητικά που υπέγραψαν, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, οι οποίες καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσουν ο ενάγοντες επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης.

Ως εκ τούτου η σύμβαση καθενός εξ αυτών, κατά τα εκτιθέμενα, αποτελεί γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (ΑΠ 1676/2011, ΑΠ 1592/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ) και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 581/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ).

Μη νόμιμη, όμως τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγοντες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου, στην προκειμένη περίπτωση, οι εν λόγω συμβάσεις δε μπορούν να θεωρηθούν ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), το οποίο, κατά ρητή επιταγή του, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

α) και με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της EE (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτισθεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε μετά την έναρξη της ισχύος του κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητα τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωσης, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.

Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμα και στην περίπτωση που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος, στον οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτων στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.

Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, τα δύο προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα και όχι μόνο τον δεύτερο εναγόμενο (αλλά όλους τους ΟΤΑ Α' και Β' Βαθμού), του ότι η διάρκεια τους, 18 και 12 μήνες αντίστοιχα, καθώς και του ότι οι προϋποθέσεις και οι όροι με βάση τους οποίους οι ενάγοντες συμμετείχαν σε αυτά, ορίστηκαν με τη με αριθμό 31220/2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών- Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1399/6- 8-2007) και ακολούθως με τη με αριθμό 17948/2009 Κοινή Υπουργική Απόφαση των ίδιων ως άνω υπουργών (ΦΕΚ 1516/24-7-2009), δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμβάσεις εργασίας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες οι ενάγοντες συμμετείχαν με βάση τους όρους συμμετοχής των ανωτέρω Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, για τη δυνατότητα υλοποίησης από τον δεύτερο εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE), οι οποίες (συμβάσεις) μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων, λύθηκαν αυτοδικαίως και για το λόγο αυτό, άλλωστε, δεν δικαιούνται και αποζημίωση για σιωπηρή καταγγελία που αιτούνται.

Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν δικαιούται, με βάση την αρχή μη διάκρισης τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδεόταν, κατά τα προαναφερόμενα, με τον δεύτερο εναγόμενο με σύμβαση εργασίας, αλλά με σύμβαση μαθητείας. Έτσι, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, ειδικότερα δε, καθόσον αφορά την (έμμεση) αναγνώριση, περί υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, καθόσον δε αφορά τον ισχυρισμό, περί σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αυτός προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Ως προς τη βάση της, για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επίσης η αγωγή είναι απορριπτέα, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω (adhoc ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014 ό.π).

Επίσης, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής ούτε των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ, εφόσον, πέρα από τις γενικές αναφορές των άρθρων αυτών και των άρθρων 281, 288 ΑΚ, δεν γίνεται επίκληση άλλων, συγκεκριμένων διατάξεων, που τα αρμόδια όργανα των εναγομένων παραβίασαν, σε σχέση με τις επικαλούμενες από τους ενάγοντες εργασιακές συμβάσεις, καθώς και τι θα μπορούσαν διαφορετικά να πράξουν, ώστε να αποφευχθεί η επικαλούμενη ζημία, με συνέπεια να είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, η αγωγή και κατά την ως άνω επικουρική της βάση, ενώ, ομοίως μη νόμιμη, είναι η αγωγή και κατά το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι, κατά τα άρθρα 914, 932 και 57 ΑΚ, η αξίωση αυτή προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά τις ανωτέρω βάσεις και επικουρικά της αιτήματα, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τα αντίθετα εν μέρει υποστηριζόμενα με τους συναφείς λόγους της έφεσης κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα...".

Με τις κρίσεις αυτές το Εφετείο, δεχόμενο ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υφίσταται απλή σχέση εργασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου, αφού οι επίδικες συμβάσεις ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν και την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, απορρίπτοντας έτσι ως μη νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής και των συμπεριλαμβανόμενων σ' αυτήν αιτημάτων περί καταβολής επιδομάτων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.2 της ΕΣΔΑ, 1 παρ.1 του ν. 1082/1980,1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν.539/1945 και 3 παρ.16 ν.4504/1966.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποία αποδίδεται, κατά την νοηματική του εκτίμηση, η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων με την αιτίαση ότι, ανεξαρτήτως της επικουρικής επίκλησης ή μη της ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων τους, δικαιούνται τα ανωτέρω επιδόματα ευθέως εκ του νόμου, αφού προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας, είναι αβάσιμος, καθόσον, κρίθηκε, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι δεν υφίσταται απλή σχέση εργασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου, αλλά γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν και την καταβολή επιδομάτων δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, πλην της δεκάτης, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τη δέκατη (10η) αναιρεσείουσα.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7.7.2020 (αριθ. καταθ. 4188/501/8.7.2020 αίτησης αναίρεσης, ως προς τη δέκατη (10Η) αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 7.7.2020 (αριθ. καταθ. 4188/501/8.7.2020 αίτηση για αναίρεση της 3654/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς του λοιπούς, πλην της δεκάτης αναιρεσείοντες

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, πλην της δεκάτης (10ης) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ