Supreme Court allows appeal against Efeiteio decision for failure to consider arbitration agreement validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Efeiteio's decision, ruling that the lower court erred by failing to examine the validity of the arbitration agreement. The appellant argued that the arbitration clause was void or inapplicable, which should have prevented the case from being referred to arbitration. The court held that the Efeiteio must independently verify the arbitration agreement's validity before dismissing the claim, and thus the appeal was substantively valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8, 20, 87, 94 of the Constitution and Article 1 of the Code of Civil Procedure; The court must examine the validity of an arbitration agreement sua sponte when a party raises it, and cannot refer a case to arbitration if the agreement is void, inactive, or inapplicable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1510 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1510/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου και συνεκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκουλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητα της ομορρύθμου εταίρου και καταστατικής συνεκκαθαρίστριας της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Αγγελόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 25-11-2020 [αριθμ. εκθ. καταθ. 83/2021] αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 ΚΠολΔ) 67/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε ως κατ`ουσίαν βάσιμη την από 6-10-2018 έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 147/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Με την τελευταία απόφαση, είχε γίνει δεκτή η από 27-4-2017 αίτηση του αναιρεσείοντος, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι αυτός και η καθής είναι οι μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και διακριτικό τίτλο "...", που έχει έδρα το ..., και ότι αυτή βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης, η δε καθής αδιαφορεί για τις εταιρικές υποθέσεις και δεν συναινεί στην από κοινού με τον αιτούντα εκκαθάριση, ζητούσε να αντικατασταθεί η καθής και να οριστεί ο ίδιος μοναδικός εκκαθαριστής.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 του ΚΠολΔ "Αν η διαφορά υπάγεται σε διαιτησία, το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στη διαιτησία, διατηρούνται όμως οι συνέπειες της άσκησης της αγωγής. Αν πάψει να ισχύει η συμφωνία της διαιτησίας, η υπόθεση επαναφέρεται με κλήση".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η έννομη συνέπειά της, κατόπιν έγκαιρης πρότασης της σχετικής ένστασης από τον εναγόμενο (άρθρο 263 ΚΠολΔ), υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία, είναι η παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία και όχι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, όπως όντως θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε η δια της ως άνω διάταξης ειδική νομοθετική πρόβλεψη (ΑΠ 459/1988).
Η διαιτητική, δε, συμφωνία αποτελεί ιδία δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κύρια σύμβαση και είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη (ΑΠ 816/1983). Η αυτοτέλεια αυτή της διαιτητικής συμφωνίας έχει ως συνέπεια το ανεπηρέαστο αυτής από την τύχη της κύριας σύμβασης, ούτως ώστε η ακυρότητα της τελευταίας δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη διαιτητική συμφωνία, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου, η οποία να ορίζει ότι καθίσταται αναγκαίως ή αυτοδικαίως άκυρη η διαιτητική συμφωνία, όταν είναι άκυρη και η σύμβαση ή η έννομη σχέση την οποία αφορά.
Στην περί διαιτησίας συμφωνία υπάγονται όλες οι υφιστάμενες ή μελλοντικές διαφορές σε σχέση προς την ερμηνεία ή την εκτέλεση της σύμβασης, στην οποίαν αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτή, το κύρος ή η ακυρότητα της σύμβασης και οι συνέπειες της ακυρότητας, η λύση και οι συνέπειες αυτής και γενικώς κάθε διαφορά, η οποία αφορά απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που έχουν σχέση με τη σύμβαση ή σχέσεις που αναφέρονται σε αυτή σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αν στηρίζονται (ΑΠ 825/1977).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 867 του ΚΠολΔ " Διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 663 δεν μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 868 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας δύναται να αποτελέσει ότι αποτελεί και αντικείμενο δίκης ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, δηλαδή κάθε διαφορά ιδιωτικού δικαίου αναφυείσα ήδη ή μέλλουσα να προκύψει από ορισμένη έννομη σχέση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς και δεν πρόκειται για τις διαφορές που διαλαμβάνονται στο άρθρο 663 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 777 εδ. α'του ΑΚ, η εταιρία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά την λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης. Κατά δε το άρθρον 778 του ΑΚ, αφού λυθεί η εταιρία, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων.
Σε περίπτωση διαφωνίας ο εκκαθαριστής διορίζεται ή αντικαθίσταται από το δικαστήριο με αίτηση ενός από τους εταίρους και η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίους λόγους. Το αυτό ως προς την αντικατάσταση των εκκαθαριστών ορίζει και το άρθρο 786 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει. Κατά την έννοια όμως των εν λόγω διατάξεων, μπορεί να υπαχθεί σε διαιτησία ο διορισμός και η εξαιτίας σπουδαίων λόγων αντικατάσταση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών της λυθείσας εταιρίας, οπότε δεν έχει εφαρμογή η περί διορισμού ή αντικατάστασης του εκκαθαριστή από το δικαστήριο διάταξη του άρθρου 778 εδ.
β`του ΑΚ [ΑΠ 1096/1996, ΑΠ 407/1990, ΑΠ 441/1982]. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 59/2020).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1324/2018).
Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας, για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως, μπορεί, είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι, το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 441/2015).
Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 381/2021, ΑΠ 934/2014) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να λάβει υπόψη και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).
Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες ((ΑΠ 23/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφορούν τους λόγους αναίρεσης: ''.....
με την πρωτοδίκως κριθείσα αίτησή του ο αιτών-εφεσίβλητος, αφού εξέθεσε ότι αυτός και η καθής- εκκαλούσα είναι οι καταστατικοί συνεκκαθαριστές της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας ...., με έδρα το ..., της οποίας ήταν και οι μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι, ζήτησε να οριστεί αυτός ως μοναδικός εκκαθαριστής και να πάψει η καθ' ης εκκαλούσα.
Η τελευταία, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της και με σχετική αναφορά στις έγγραφες κατατεθείσες προτάσεις της, προέβαλε την ένσταση της υποβολής της διαφοράς σε διαιτησία, σύμφωνα με ρητή καταστατική διάταξη και ζήτησε να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αρμόδιο διαιτητικό όργανο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, εκδίκασε και έκανε δεκτή την αίτηση και όρισε συνεκκαθαριστή του αιτούντος-εφεσιβλήτου τρίτο πρόσωπο.
Εναντίον αυτής της απόφασης παραπονείται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της μεταξύ άλλων λόγων και γιατί δεν έγινε δεκτή η προβληθείσα ένστασή της περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία και παραπομπής της υπόθεσης σ' αυτήν και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η ως άνω ένστασή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αρμόδιο διαιτητικό όργανο.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 18 του από 9.10.2015 τροποποιημένου και κωδικοποιημένου εταιρικού της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, υπάρχει σαφής έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, μοναδικών εταίρων, ότι για κάθε διαφωνία τους, επομένως και ως προς το διορισμό, τον αριθμό και την αντικατάσταση εκκαθαριστή, οι εταίροι θα επιδιώκουν να την λύσουν μέσα σε πνεύμα συνεργασίας και αποφυγής προσφυγής στα δικαστήρια και, εάν δεν επιλυθεί, θα επιλύεται υποχρεωτικά από την αρμόδια διοικητική επιτροπή του Επιμελητηρίου Πατρών.
Η ως άνω ένσταση προτάθηκε παραδεκτά κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΚΠολΔ 870) και συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στη διαιτησία (ΚΠολΔ 264)......''. Mε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-καθής η αίτηση-ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 147/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κρίνει διαφορετικά και δικάζοντας επί της ουσίας την από 27-4-2017 αίτηση του αιτούντος, παρέπεμψε την υπόθεση στη διαιτησία.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο: Α] με το να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 867, 739 επ. και 786 παρ. 3 του ΚΠολΔ, καθόσον η αντικατάσταση εκκαθαριστή ομόρρυθμης εταιρίας ως μη γνήσια ιδιωτική διαφορά που απλά και μόνο παραπέμφθηκε στην ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, δεν μπορεί να υπαχθεί σε διαιτησία και Β] με το να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 867, 739 επ. και 786 παρ. 3 του ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συγκεκριμένα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι μπορεί να υπαχθεί σε διαιτησία ο διορισμός και η εξαιτίας σπουδαίων λόγων αντικατάσταση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών της λυθείσας ομόρρυθμης εταιρίας, καθόσον οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και συνιστούν μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (πρόκειται κυρίως για διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης υπαγάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία για λόγους σκοπιμότητας και προς αποφυγή της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας), υπάγονται σε διαιτησία δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.
Από το περιεχόμενο δε της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως τούτο ανωτέρω παρατέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, έκρινε, ότι όπως προκύπτει από το άρθρο 18 του από 9-10-2015 τροποποιημένου και κωδικοποιημένου εταιρικού της ομόρρυθμης εταιρείας, υπάρχει σαφής έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, μοναδικών εταίρων, ότι για κάθε διαφωνία τους, επομένως και ως προς το διορισμό, τον αριθμό και την αντικατάσταση εκκαθαριστή, οι εταίροι θα επιδιώκουν να την λύσουν μέσα σε πνεύμα συνεργασίας και αποφυγής προσφυγής στα δικαστήρια και, εάν δεν επιλυθεί, θα επιλύεται υποχρεωτικά από την αρμόδια διοικητική επιτροπή του Επιμελητηρίου Πατρών.
Με την παραδοχή αυτή προσδιορίζει με σαφήνεια το σχετικό με την επικαλούμενη συμφωνία αναμφίβολο περιεχόμενο της δηλώσεως των συμβληθέντων. Δεν δέχεται το Εφετείο ότι υπάρχει κενό, ασάφεια ή αμφιβολία για το οποίο έπρεπε να ερμηνεύσει ή να συμπληρώσει τη δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, για προσφυγή τους στη διαιτησία, ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτού να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν προβαίνει έμμεσα στην ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως των συμβληθέντων. Επομένως, αφού με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία στη δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων, ορθά δεν προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Συνεπώς, υπό τις εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους ως άνω κανόνες, οι δε πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ`του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (Ολ.ΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του π.δ/τος 810 της 22/28.8.80 "Περί συστάσεως παρά τω Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Πατρών μονίμου διαιτησίας πρός επίλυσιν εμπορικών διαφορών (Α`197)", ορίζεται ότι, συνιστάται παρά τω Εμπορικώ και Βιομηχανικώ Επιμελητηρίω Πατρών (Ε.Β.Ε.
Πατρών), μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν των εις αυτήν υποβαλλομένων εμπορικών διαφορών, κατά δε την παράγ. 1 του άρθρου 2 εις την κατά το προηγούμενον άρθρον διαιτησίαν δύναται να υπαχθεί διά συμφωνίας οιαδήποτε ιδιωτική διαφορά εμπορικής φύσεως ανεξαρτήτως της ιδιότητος των μερών ως εμπόρων ή μη ως και της ιθαγενείας ή κατοικίας αυτών, εφόσον οι συνομολογήσαντες αυτήν έχουν την εξουσίαν της ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς και κατά την παραγ. 4 αι εν άρθρ. 663 ΚΠολΔικ διαφοραί δεν δύναται να υπαχθούν εις διαιτησίαν.
Η συμφωνία περί διαιτησίας διέπεται από τας περί συμβάσεως διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, το τακτικό (πολιτειακό) δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί υπόθεση για την οποία έχει συμφωνηθεί διαιτησία και προτείνεται σ`αυτό η σχετική ένσταση, οφείλει να εξετάσει παρεμπιπτόντως, αυτεπαγγέλτως ή κατ` αντένσταση, το κύρος της σχετικής συμφωνίας και να αρνηθεί την παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία, αν η διαιτητική συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός ή ανεπίδεκτη εφαρμογής, αφού τότε δεν είναι επιτρεπτό, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1, 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 94 παρ.2 του Συντάγματος και 1 του ΚΠολΔ, να στερηθεί της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 1219/2014).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία και ειδικότερα να παραπέμψει την υπόθεση προς επίλυση στην αρμόδια διοικητική επιτροπή του Επιμελητηρίου Πατρών, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το με αριθμ.
πρωτ. 1603/29-11-2017 έγγραφο του Επιμελητηρίου Αχαΐας από το οποίο προκύπτει ότι διοικητική επιτροπή στο Επιμελητήριο Πατρών προς επίλυση διαφορών (Επιμελητήριο Αχαΐας με έδρα την Πάτρα) δεν υφίσταται, ούτε έχει συγκροτηθεί ποτέ. Ειδικότερα, κατά το ως άνω έγγραφο " η επιτροπή διαιτησίας στο Επιμελητήριο Αχαΐας η οποία έχει συσταθεί με το π.δ/γμα 810/22-8-1980 για το υφιστάμενο τότε Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πατρών, το οποίο μαζί με το Επαγγελματικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Πατρών συγχωνεύθηκαν στο σημερινό Επιμελητήριο Αχαΐας το έτος 1989, δεν λειτούργησε μέχρι σήμερα.
Η επιτροπή αυτή είχε λειτουργήσει παλιότερα στο ανωτέρω Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πατρών και στο αρχείο υπάρχει πρωτόκολλό της με υποθέσεις που επιλήφθηκε μέχρι το 1967. Δεν υπάρχει αρχείο υποθέσεων, ούτε γνωρίζουμε εάν είχε λειτουργήσει στο τότε Επαγγελματικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Πατρών ή εάν είχε συσταθεί".
Το ως άνω έγγραφο ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από 10-1-2019 προτάσεις του, προσκόμισε νόμιμα, με επίκληση, ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη της ένστασης της αναιρεσιβλήτου περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαιτησία σύμφωνα με ρητή καταστατική διάταξη.
Όμως, ούτε περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται ικανές αμφιβολίες για το αν το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την κρίση του περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαιτησία και ειδικότερα επίλυσης της ως άνω διαφοράς από την αρμόδια διοικητική επιτροπή του Επιμελητηρίου Πατρών και το ως άνω έγγραφο που ήταν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο για τη βασιμότητα της ως άνω ένστασης, αφού δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό του ή σχολιασμός αυτού, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή του κατ` άρθρ. 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην σχετική νομική σκέψη, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, ως προς την ως άνω ένσταση, έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο και που η μη λήψη υπόψη του ως άνω αποδεικτικού μέσου, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον το τακτικό δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί υπόθεση για την οποία έχει συμφωνηθεί διαιτησία και προτείνεται σ` αυτό η σχετική ένσταση, οφείλει να εξετάσει παρεμπιπτόντως, αυτεπαγγέλτως ή κατ` αντένσταση, το κύρος της σχετικής συμφωνίας και να αρνηθεί την παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία, αν η διαιτητική συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός ή ανεπίδεκτη εφαρμογής, αφού τότε δεν είναι επιτρεπτό, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1, 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του ΚΠολΔ, να στερηθεί της δικαιοδοσίας του, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού τρίτου αναιρετικού λόγου ασκεί ουσιώδη επιρροή στην παραδοχή της αναίρεσης καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που εμπεριέχεται στον ίδιο (τρίτο) αναιρετικό λόγο που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης κατά της αναιρεσίβλητης και πλήττει το ίδιο ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που είχε καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 67/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο, για την άσκηση της αναίρεσης. ΚΑΙ
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ