1510/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1510/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 20-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Full text
Απόφαση 1510 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1510/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία ...., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε δε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Κ. Λ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γεώργιο Χορτάτο, που ανακάλεσε την από 26-5-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1995 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1645/1995 και 868/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 5643/2008 μη οριστική και 6043/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 20-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη υπ’ αριθμ. .../15-11-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Α. Τ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την συνημμένη πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με την επιμέλεια της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσίβλητης, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 30-1-2017, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση της υποθέσεως, με αίτημα της ιδίας, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσειων δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ)..
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Αν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία, που καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και συνεπεία τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα.
Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού ούτε ή η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 694/2009, 778/2009, 1172/2008, 574/2008).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας, ο οποίος φέρεται παραβιασθείς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.
Εάν δε το δικαστήριο εχώρησε στην κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 20/2005, 15-16/20013). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η εν λόγω πλημμέλεια και επί πλέον να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 32/96, 27/98).
Επίσης, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (Α.Π.1632/2007), ενώ για την πληρότητα του από τον αριθμό 10 του ιδίου άρθρου προβλεπομένου λόγου, πρέπει να αναφέρονται ποια είναι τα "πράγματα", υπό την αμέσως ανωτέρω του όρου τούτου έννοια, τα οποία το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδραση αυτών στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθμ. 16 λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας είχε επιληφθεί αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου διαδίκου της ερεύνης για συνδρομή ή όχι δεδικασμένου και είχε περιλάβει στην απόφαση του σχετική (θετική ή αρνητική) κρίση.
Τέλος για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε εκ της συγκρίσεως του προς το γενόμενο δεκτό από την απόφαση να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα κρίσεως περί του αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαφορετικό του αληθούς περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 2310/2009, 3/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", με την ένδικη (από 24-2-1995) ανακοπή της, εζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ...1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε να πληρώσει στον καθ’ ού, ήδη αναιρεσείοντα, το χρηματικό ποσό των 12.000.000 δραχμών, δυνάμει ισόποσης συναλλαγματικής, εκδόσεως του Α.
Π. (μη διαδίκου) σε διαταγή του ιδίου, την οποία φέρεται να έχει αποδεχθεί η ιδία (ανακόπτουσα) και κομιστής της ήταν ο καθ’ ού. Ως λόγος ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής προεβλήθη το ότι η ρηθείσα συναλλαγματική, η οποία απετέλεσε τον τίτλο εκδόσεως αυτής ήταν πλαστή ως προς την υπογραφή της ανακόπτουσας- αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν ώφειλε στον αναιρεσείοντα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.
Με την υπ’ αριθμ. 1645/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ανακοπή απερρίφθη και επικυρώθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, παρεπέμφθη δε σε ιδιαιτέρα συζήτηση ο προαναφερόμενος μοναδικός λόγος ανακοπής, ο οποίος εν συνεχεία απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος με την υπ’ αριθμ. 868/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ανακόπτουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη αρχικώς η υπ’ αριθμ. 5643/2008 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία για την πληρεστέρα διερεύνηση του προειρημένου λόγου ανακοπής, διέταξε την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η προδιαληφθείσα συναλλαγματική, η οποία απετέλεσε τον τίτλο εκδόσεως της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής είναι πλαστή ως προς την υπογραφή και την σφραγίδα της φερομένης ως αποδέκτριας αυτής ανακόπτουσας- αναιρεσιβλήτου.
Μετά την διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση ήχθη προς περαιτέρω συζήτηση και εξεδόθη η ήδη προσβαλλομένη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, κρίνοντας ότι η επίμαχη συναλλαγματική είναι πλαστή, αφού η τεθείσα υπό την ένδειξη αυτής "δεκτή" υπογραφή, με την οποία φέρεται η ανακόπτουσα να αναλαμβάνει έναντι του καθ’ ου-αναιρεσείοντος ως αποδέκτρια την υποχρέωση πληρωμής του ποσού αυτής δεν είχε τεθεί από τους νομίμους εκπροσώπους αυτής.
Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση, στην οποίαν διαλαμβάνονται, κατ’ ακριβή εδώ μεταφορά ως προς τις αποδιδόμενες στην απόφαση αιτιάσεις τα εξής:"Β ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομενη απόφασις...ερμήνευσε...τα πραγματικά περιστατικά και εδέχθη την ανακοπή της αντιδίκου εταιρείας την στιγμή κατά την οποία τα όσα αναφέρει εις την ανακοπή της είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως και τούτο διότι ουδόλως ομιλεί δια πλαστότητα της σφραγίδος της εταιρείας...παρά οψιγενώς το επικαλείται εις την μήνυσίν της.
Είναι βέβαιον και αποδεικνύεται ότι τα όσα εις την μήνυση της αναγράφει απεδείχθησαν ψευδή αφού δια των υπ’ αριθμόν 11.797/2000 και 10215/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών εκηρύχθη παμψηφεί και πανηγυρικά αθώος κατά συνέπεια όλως εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομενη απόφαση εδέχθη ότι εγώ είμαι πλαστογράφος χρήστης πλαστών και τοκογλύφος.
Συνεπώς έσφαλλεν η αναιρεσιβαλλομενη και πρέπει να αναιρεθεί. Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομενη απόφασις εδέχθη ότι είμαι τοκογλύφος ενώ είναι βέβαιον και αληθές ότι τα όσα υποστήριζε η αναιρεσιβαλλομενη απόφασις είναι ανυπόστατα και αναληθή αφού δια της υπ’ αριθμόν 2904/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών...
εκηρύχθη αθώος συνεπώς η αναιρεσιβαλλομενη απόφασις όλως αυθαιρέτως εσφαλμένως και καταχρηστικώς αγνόησε τα πραγματικά περιστατικά και εξέλαβεν ως ορθά στοιχεία ανύπαρκτα και αναληθή και εχώρησεν εις την έκδοσιν εσφαλμένης απόφασις στηριζόμενη σε ανύπαρκτα στοιχεία. Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομενη απόφασις αγνόησε τις προτάσεις μου τις αποφάσεις και τα προσκομισθέντα στοιχεία βάσει των οποίων αποδεικνύεται η συνεργασία Α.
Π. του Θ. και της εταιρείας .... γεγονός που προκύπτει από τις προσαγόμενες συναλλαγματικές και από τα τιμολόγια συνεργασίας των. Επίσης όλως εσφαλμένως αντιπαρέρχεται την εξώδικον γνωστοποίησιν - Δήλωσίν μου από δικαστικόν επιμελητήν Αθηνών ότι έχω εις χείρας μου την συγκεκριμένην συναλλαγματικήν και δεν αντιδρά ουδόλως παρά συνεχώς υπόσχεται την εξόφλησίν της γεγονός που μαρτυρά την από κοινού του αντιδίκου μου συμπαιγνία όπου η προσβαλλομένη απόφασις και εξ αυτού του λόγου είναι αναιρετέα".
Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασις παραβίασεν κανόνας του Ουσιαστικού Δικαίου εις τους οποίους περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες δηλαδή .... αγνόησε παντελώς τα πραγματικά περιστατικά τα ουσιώδη δημόσια έγγραφα δικαστικές αποφάσεις οίτινες αποδεικνύουν τη σαθρή επιχειρηματολογία της αντιδίκου εταιρείας.
Αγνόησε την υπαγωγήν των εγγράφων εις την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και όλως αυθαιρέτως εδέχθη αποφάσεις οι οποίες δεν υφίστανται και έχουν εξαφανισθεί από τα Ποινικά Δικαστήρια. Κατά συνέπεια έχομεν εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών στοιχείων και περιστατικών εις την υπό κρίσιν προσβαλλομένη απόφαση ενώ θα έδει η προσβαλλομένη απόφαση να μην δεχθεί τις προτάσεις και τους ισχυρισμούς της αντιδίκου και να δεχθεί τις αθωωτικές αποφάσεις οι οποίες αποδεικνύουν την όλη αλήθεια άλλως θα έδει να διατάξει αποδείξεις και να προσκομισθούν πιστοποιητικά τελεσιδικίας και αμετακλήτου των αποφάσεων γεγονός το οποίον σκόπιμα και εσφαλμένως παρέλειψεν διότι εάν επροσκομίζοντο τα εν λόγω πιστοποιητικά τελεσιδικίας των αποφάσεων θα αποδεικνύετο ως ανυπόστατο αυτών και η εκδοθείσα απόφαση θα είχε άλλο αποτέλεσμα.
Διαπραττόμενη ως εσφαλμένης εκτιμήσεως των στοιχείων καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλομένη απόφαση. Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασις έλαβε υπ’ όψιν της πράγματα που προτάθησαν ενώ αυτά ήτο ανυπόστατα και άκυρα και δεν έπρεπε σε καμμία περίπτωσιν να τα λάβει υπ όψιν της αφού εγνώριζε ότι ήτο ανυπόστατα και ψευδή ενώ τα αληθή ήτο αυτά τα οποία δεν έλαβε υπ’ όψιν της ή δεν εζήτησε να προσαχθούν δεόντως και αρμοδίως όπου θα αποδεικνύετο η αλήθεια.
Απόρροια της αποδοχής πραγμάτων ψευδών και ανυπόστατων ήτο να ληφθούν υπ’ όψιν και να έχουν ουσιώδη επίδρασιν εις την έκβασιν της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη δια αυτά. Κατά συνέπεια έχομεν παράβασιν του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ περίπτωση 8 και 10 και εξ αυτού του λόγου καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλομένη απόφασις.
Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η προσβαλλόμενη ... εδέχθη ότι υπάρχουν αποφάσεις ποινικές υπ’ αριθμόν 6527/2000 και 77114/2005 του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών ενώ αυτές έχουν εξαφανισθεί με τις υπ’ αριθμούς 11.797/2000 και 16.215/2006 αντίστοιχες οι οποίες ακύρωσαν τις πρωτόδικες αποφάσεις και εν συνεχεία με αθώωσαν από κάθε κατηγορία.
Κατά συνέπεια όλως εσφαλμένως η προσβαλλομένη - αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κάνει μνεία δια αποφάσεις ανύπαρκτες οπότε έχομεν παράβασιν του άρθρου 559 παρ. 16 οπότε καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλομένη απόφαση. Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση εδέχθη τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις της αντιδίκου μου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα ως αληθή χωρίς καμμιά απολύτως αληθή αιτιολογία παρά μόνον εξιστορεί γεγονότα άσχετα από την υπό κρίσιν υπόθεσιν μόνον και μόνον προς διασκέδασιν της αοριστίας ή και της αντιφατικότητος αλλά και ως ψευδών στοιχείων.
Κατά συνέπεια υπάρχει παράβασιν και του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. παράγραφος 19 και 20 και καθίσταται αναιρετέα. Διότι κακώς και όλως εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφασις εστηρίχθη εις την γραφολογική έκθεσιν πραγματογνωμοσύνης ως ειδικός γραφολόγος Χ. Τ. - Σ. ότι πρόκειται δια πλαστογραφία ενώ η αλήθεια είναι ότι η ειδική γραφολόγος αποφαίνεται ότι η υπογραφή δεν συνδέεται γραφολογικά με τις γνήσιες δειγματικές υπογραφές και η δειγματική γραφή του Κ.
Λ. χωρίς όμως να μας προσδιορίζει ποιες είναι οι γνήσιες υπογραφές και ποιες οι ψευδείς... Όλως εσφαλμένως η γραφολογική έκθεσης ασχολείται ε την υπογραφή της Φ. Λ. και αποφαίνεται ότι πρόκειται δια γνήσια υπογραφή και ότι δήθεν η φερόμενη υπογραφή εις την συναλλαγματική δεν συνδέεται με τις γνήσιες υπογραφές και η δειγματική γραφή της Φ.
Λ.. Ακολούθως ασχολείται η ειδική γραφολόγος με τη σφραγίδα της εταιρείας ... και καταλήγει ότι το έλεγχο αποτύπωμα σφραγίδας είναι πλαστό .... Δηλαδή ουσιαστικά η εν λόγω γραφολογική έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ανεπαρκής και αμφισβητήσιμο ως προς την εγκυρότητα της...Κατά συνέπεια όλως εσφαλμένως η προβαλλόμενη απόφαση εστηρίχθη σε αόριστα περιστατικά και έκανε δεκτή την ανακοπή της αναιρεσιβλήτου και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα".
Υπό το ως άνω περιεχόμενο της, η υπό κρίση αίτηση είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον στο δικόγραφο αυτής δεν περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κάποιος από τους περιοριστικώς στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναφερομένους λόγους αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα στο αναιρετήριο γίνεται απλή αναφορά του αριθμού ή του κειμένου των διατάξεων που προβλέπουν τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως χωρίς να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την συγκρότηση των αντιστοίχων λόγων αναιρέσεως.
Ειδικότερα ως προς την προσαπτομένη στην απόφαση αιτίαση περί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ερμηνευτικών κανόνων δικαιοπραξιών, υφίσταται αοριστία , αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν και ποιο το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων και ποιες οι παραδοχές του Εφετείου με τις οποίες υπέπεσε στην πλημμέλεια που στοιχειοθετεί τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο.
Περαιτέρω ως προς την παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για την συγκρότηση των αντιστοίχων αναιρετικών λόγων στοιχεία και δη ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν, και επί πλέον παρά το νόμο τα δέχθηκε ως αληθή χωρίς απόδειξη και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης.
Επίσης ως προς την παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει αοριστία, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο επελήφθη της ερεύνης δεδικασμένου και διέλαβε στην απόφαση του σχετική (θετική ή αρνητική) κρίση. Τέλος παντελώς αόριστες είναι και οι αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ως προς την πρώτη των αιτιάσεων τούτων οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες φέρεται συντελεσθείσα η πλημμέλεια αυτή και δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ενώ ως προς την δευτέρα αιτίαση (από τον αριθμό 20 του 559) δεν προσδιορίζεται καν το έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται η αντίστοιχη πλημμέλεια.
Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι, υπό την αόριστη και προσχηματική ως άνω επίκληση αναιρετικών πλημμελειών κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλήττεται απαραδέκτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων ως προς την πλαστότητα της συναλλαγματικής, βάσει της οποίας εξεδόθη η ένδικη διαταγή πληρωμής.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσειοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Απριλίου 2015 αίτηση του Χ. Τ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.6043/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ