Legislator Case Law & Legislation
1510/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, upholding lower court's finding of personality rights violation.

Case Number 1510/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's defamation judgment against a newspaper and an individual. The appellant argued that the lower court incorrectly applied substantive law regarding personality rights and failed to recognize moral damage. The court held that the lower court correctly applied the law, found sufficient causal links between the defendants' conduct and the harm, and that the assessment of moral damage falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not overturn a lower court's decision on substantive law unless there is a clear error in the application of substantive rules to the proven facts, and the assessment of moral damage is excluded from appellate review.

Keywords

AI generated
defamation appeal personality rights moral damage assessment appellate review scope substantive law error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 36/1988
Supreme Court 4/2006
Supreme Court 159/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1510 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1510/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ανθυπαστυνόμου Ν.-Κ. Σ. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο.

Των αναιρεσιβλήτων: Εταιρείας περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... " φερόμενη ως ιδιοκτήτριας της εφημερίδας με τον διακριτικό τίτλο " …" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Γ. Τ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Γκότση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6704/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 630/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 14-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Εσφαλμένη κατ' ακρίβειαν εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.

ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρ. 336 IV Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ.

β' Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή κατά την εξειδίκευση των περιεχόμενων στον κανόνα δικαίου αόριστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ. ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003).

Δεν ελέγχεται, όμως, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1011/1994). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ 120/2004), η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.

ΑΠ 10/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό που εφαρμόζεται στην περίπτωση κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν η έλλειψη του νομικού συλλογισμού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης.

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης καθιδρύεται μόνο, όταν η απόφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών. Όταν, όμως, η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ δύο ή περισσότερων αιτιολογιών της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία ξεχωριστά και με αυτοτέλεια το διατακτικό της, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας.

Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά νόμο για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.

ΑΠ 26/2004, Ολ. ΑΠ 24/1992). Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από το πιο πάνω άρθρο, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται από το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στη συνέχεια, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ, συνάγονται τα εξής:

Όποιος, παράνομα, προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως προστατευόμενο από το σύνταγμα (άρθρ. 25 § 1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε, που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί, επί πλέον, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού.

Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά.

Το δικαίωμα της προσωπικότητας αποτελεί πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου, με τον οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου και η ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα της ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας.

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται, ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ' αυτόν κατ' ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα υποβαλλόμενα, υπό την κρίση του, περιστατικά σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις, ως προς την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης.

Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος με βάση το οποίο το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί, ανάλογα με τη βαρύτητα που αποδίδει σ' αυτό, να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να υποστεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 367 του ΠΚ συνάγεται, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η διάταξη αυτή, για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, προκειμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή συνδρομής περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει υποχρέωση αποζημίωσης του αδικηθέντος κατά το αστικό δίκαιο, αν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης ή από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής.

Αυτό ο ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν, δηλαδή, δεν ήταν πραγματικά αναγκαία για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και όταν ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις, τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Επίσης, αν η προσβαλλόμενη πλημμέλεια αφορά απόδοση μη προσήκοντος νοήματος σε αόριστη νομική έννοια, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει, όχι μόνο το νόημα που προσδίδει στον κανόνα, αλλά και σε τι ακριβώς συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο έκανε δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων:

Κατόπιν διενέργειας οικονομικής επιθεωρήσεως το έτος 2000 το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως εξέδωσε το με ημερομηνία 14 Νοεμβρίου 2000 ακόλουθο δελτίο τύπου απευθυνόμενος σε όλους τους διαπιστευμένους στο Υπουργείο συντάκτες: "Αστυνόμος Α' που υπηρετεί ως Διοικητής στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού, συνελήφθη από άνδρες της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας για κατάχρηση αντιτίμου ενσήμων της ΕΛ.ΑΣ.

Στην ίδια υπόθεση εμπλέκεται πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και Ανθυπαστυνόμος. Συγκεκριμένα συνελήφθησαν ο Αστυνόμος Α' Κ. Κ. του Δ., Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Ωρωπού και ο Κ. Β. του Ι. 40 χρόνων, πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, που υπηρετεί στη Διαχείριση Χρηματικού.

Σε έκτακτο έλεγχο που έγινε στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού με τη συνεργασία Οικονομικού Επιθεωρητή της υπηρεσίας, διαπιστώθηκε ότι ο Αστυνόμος Α' Κ. Κ., έχει καταχραστεί το χρηματικό ποσό των 54.000.000 δραχμών, αντίτιμο ενσήμων της ΕΛ.ΑΣ., το οποίο δεν βρέθηκε στην υπηρεσία του. Σε έρευνα που έγινε στο γραφείο του, στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού καθώς και στην οικία του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τέσσερα διαβατήρια και διάφορα άλλα σχετικά έγγραφα που αφορούν διάφορους αλλοδαπούς, και απαιτούντο ως δικαιολογητικά για τη νομιμοποίηση παραμονής τους στη χώρα μας.

Η ύπαρξη των παραστατικών αυτών, δεν δικαιολογείται στο χώρο, λόγω αναρμοδιότητας της υπηρεσίας του. Βρέθηκε επίσης και κατασχέθηκε έγγραφο με ημερομηνία 15 Ιουλίου του 2000 και με την υπογραφή του, που απευθυνόταν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για σύσταση γραμματίου παρακαταθήκης, ποσού 700.000 σε δραχμές και 100 δολλαρίων ΗΠΑ, προϊόν εγκλήματος σε σχηματισθείσα δικογραφία για πλαστογραφία χωρίς ποτέ να αποσταλούν τα χρήματα και να ληφθεί γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης.

Στην υπόθεση εμπλέκεται και ο Κ. Β., πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Όπως προέκυψε, ως υπεύθυνος της διαχείρισης των ενσήμων της ΕΛ.ΑΣ. και ενώ γνώριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα την ατασθαλία-κατάχρηση, θεώρησε λόγω της θέσης που κατείχε το υπάρχον χρηματικό έλλειμμα ως "μηδέποτε σημειωθέν", μη αποκαλύπτοντας την παρανομία και συγκαλύπτοντας τον Αστυνόμο.

Όπως προέκυψε από την έρευνα, μετέτρεψε το έλλειμμα σε αριθμό μη αναλωθέντων ενσήμων της κλάσης των "5.000" δραχμών και το μετέφερε λογιστικά ως χρεωθέν ένσημο, στο Αστυνομικό Τμήμα Ηλιούπολης από το Τμήμα Αλλοδαπών Αμαρουσίου (Παλλήνη), όπου υπηρετούσε στο παρελθόν ο Κ. . Στην ενέργεια του αυτή συνεργάστηκε ο Γραμματέας - Διαχειριστής του Αστυνομικού Τμήματος Ηλιούπολης, Ανθυπαστυνόμος Κ.

Σ. του Φ. Στη συνέχεια και όταν ο Αστυνόμος Α' Κ. ανέλαβε Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Ωρωπού πρωτοστάτησε για τη λογιστική μεταφορά των ενσήμων από το Αστυνομικό Τμήμα Ηλιούπολης στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού, με σκοπό να γίνει η σταδιακή κάλυψη του ελλειμματικού ανοίγματος από την ανάλωση των ενσήμων.

Η έρευνα συνεχίζεται για να διαπιστωθεί μήπως εμπλέκονται και άλλα άτομα καθώς και για την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων". Κάτωθι του ανωτέρω κειμένου υπάρχει σημείωση "ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: Και οι τρεις στις 6 το απόγευμα θα οδηγηθούν στον Εισαγγελέα", γεγονός που υποδηλώνει ότι είχαν ήδη συλληφθεί. Το εν λόγω δελτίο τύπου διανεμήθηκε σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και στην ημερήσια εφημερίδα " …" που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα, της οποίας η πρώτη εναγομένη τυγχάνει ιδιοκτήτρια, ο δε δεύτερος εναγόμενος εκδότης.

Την 15/11/2000 στο με αριθμό 6713 φύλλο της δημοσιεύθηκε ανυπόγραφο κείμενο (ρεπορτάζ) με τίτλο "ΕΛ.ΑΣ. Συνελήφθη αξιωματικός για υπεξαίρεση 54 εκατ. και υψηλόβαθμος στη διαφθορά" και το εξής κείμενο "Αστυνόμος Α" που υπηρετεί ως Διοικητής στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού, συνελήφθη από άνδρες της Διεύθυνσης Εσωτερικών υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας για κατάχρηση αντιτίμου ενσήμων της ΕΛ.ΑΣ.

Στην ίδια υπόθεση εμπλέκεται πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και Ανθυπαστυνόμος. Συγκεκριμένα συνελήφθησαν ο Αστυνόμος Α' Κ. Κ. του Δ., πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, που υπηρετεί στη Διαχείριση Χρηματικού. Σε έκτακτο έλεγχο που έγινε στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού με τη συνεργασία Οικονομικού Επιθεωρητή ποσό των 54.000.000 δραχμών, αντίτιμο ενσήμων της ΕΛ.ΑΣ., το οποίο δεν βρέθηκε στην υπηρεσία του.

Σε έρευνα που έγινε στο γραφείο του, στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού, καθώς και στην οικία του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τέσσερα διαβατήρια και διάφορα άλλα σχετικά έγγραφα που αφορούν διάφορους αλλοδαπούς και απαιτούντο ως δικαιολογητικά για τη νομιμοποίηση παραμονής τους στη χώρα μας. Η ύπαρξη των παραστατικών αυτών δεν δικαιολογείται στο χώρο λόγω αναρμοδιότητας της υπηρεσίας του.

Βρέθηκε επίσης και κατασχέθηκε έγγραφο με ημερομηνία 15 Ιουλίου του 2000 και με την υπογραφή του, που απευθυνόταν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για σύσταση γραμματίου παρακαταθήκης, ποσού 700.000 σε δραχμές και 100 δολλαρίων ΗΠΑ, προϊόν εγκλήματος σε σχηματισθείσα δικογραφία για πλαστογραφία, χωρίς ποτέ να αποσταλούν τα χρήματα και να ληφθεί γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης.

Στην υπόθεση εμπλέκεται και ο Κ. Β., πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Όπως προέκυψε, ως υπεύθυνος διαχείρισης των ενσήμων της ΕΛ.ΑΣ. και ενώ γνώριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα την ατασθαλία-κατάχρηση, θεώρησε λόγω της θέσης που κατείχε το χρηματικό έλλειμμα ως "μηδέποτε σημειωθέν" μη αποκαλύπτοντας την παρανομία και συγκαλύπτοντας τον Αστυνόμο.

Όπως προέκυψε από την έρευνα, μετέτρεψε το έλλειμμα σε αριθμό μη αναλωθέντων ενσήμων της κλάσης των "5.000" δραχμών και το μετέφερε λογιστικά ως χρεωθέν ένσημο, στο Αστυνομικό Τμήμα Ηλιούπολης από το Τμήμα Αλλοδαπών Αμαρουσίου στην Παλλήνη, όπου υπηρετούσε στο παρελθόν ο Κ. . Στην ενέργειά του αυτή συνεργάστηκε ο Γραμματέας - Διαχειριστής του Αστυνομικού Τμήματος Ηλιούπολης, Ανθυπαστυνόμος Κ.

Σ. του Φ. Στη συνέχεια και όταν ο Αστυνόμος Α' Κ. ανέλαβε Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Ωρωπού, πρωτοστά-τησε για τη λογιστική μεταφορά των ενσήμων από το Αστυνομικό Τμήμα Ηλιούπολης στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού, με σκοπό να γίνει η σταδιακή κάλυψη του ελλειμματικού ανοίγματος από την ανάλωση των ενσήμων.

Η έρευνα συνεχίζεται για να διαπιστωθεί μήπως εμπλέκονται και άλλα άτομα, καθώς και για την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων". Με βάση όσα προαναφέρθηκαν μέχρι τώρα το δημοσίευμα αυτό αποτελούσε αντιγραφή σχεδόν του δελτίου τύπου του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Ακολούθως, την 16/11/2000 δημοσιεύθηκε στην ίδια εφημερίδα, στο 6714 φύλλο της, ανυπόγραφο κείμενο (ρεπορτάζ) με τίτλο "Αύριο απολογούνται οι διεφθαρμένοι" και το εξής κείμενο "Για αύριο πήραν προθεσμία να απολογηθούν στον 2° ειδικό ανακριτή κ.

Γιώργο Ζώη, ο αστυνόμος Α' Κ., Κ. , ο πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως Κ. Σ., οι οποίοι κατηγορούνται για κατάχρηση αντιτίμου ενσήμων (54.000.000 δρχ.) της ΕΛ.ΑΣ. Σε βάρος τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος σε συνδυασμό με το Ν.1608/1950 περί καταχραστών δημοσίου.

Ακόμα διώκονται για απιστία στην υπηρεσία τους σε βαθμό κακουργήματος, ψευδή βεβαίωση, παράνομη κατοχή διαβατηρίων καθώς και παράνομη οπλοφορία. Το ποσό της κατάχρησης προερχόταν από ένα ειδικό αστυνομικό ένσημο που πληρώνουν οι αλλοδαποί προκειμένου να εκδίδουν ή να ανανεώνουν άδειες παραμονής. Ο κ.

Β. ως συνεργάτης του Κ. Κ. , ήταν υπεύθυνος του τμήματος διαχείρισης ενσήμων και κάλυψε προσωρινά το έλλειμμα με τη βοήθεια του Κ. Σ., ο οποίος είναι γραμματέας του αστυνομικού τμήματος Ηλιούπολης που έγινε προσωρινή λογιστική μεταφορά του ελλείμματος. Τον τελευταίο καιρό η υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων είχε πληροφορίες που ανέφεραν ότι γίνεται υπεξαίρεση σημαντικών ποσών από τη διάθεση του αστυνομικού ενσήμου.

Επειδή οι πληροφορίες φωτογράφιζαν και τον υπεύθυνο, έγινε αιφνιδιαστικός έλεγχος στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού με τη συνεργασία του Οικονομικού Επιθεωρητή της Αστυνομίας. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οι παραπάνω είχαν χρεωθεί στο Τμήμα, ένσημα αξίας 54 εκ. δρχ., αλλά όταν ζητήθηκε από τον διοικητή να παρουσιάζει τις εισπράξεις ή τα ένσημα δεν βρέθηκε τίποτα από αυτά.

Ακολούθησε έρευνα στο σπίτι και στο γραφείο του Κ. , όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τέσσερα διαβατήρια αλλοδαπών καθώς και διάφορα έγγραφα που απαιτούνται ως δικαιολογητικά για νομιμοποιήσεις αλλοδαπών. Σύμφωνα με την έρευνα, η ευθύνη του υπαλλήλου Κ. Β. είναι ότι συγκάλυψε τον αστυνόμο. Γνωρίζοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα την "κομπίνα", θεώρησε το έλλειμμα "μηδέποτε σημειωθέν" με την εξής μέθοδο:

Μετέτρεψε το έλλειμμα σε αριθμό μη αναλωθέντων ενσήμων και το μετέφερε λογιστικά στο Αστ. Τμήμα Ηλιούπολης από το Τμήμα Αλλοδαπών Παλλήνης. Στο σημείο αυτό φέρεται ότι συνεργάσθηκε ο Σ. ". Τα αναφερόμενα στα ανωτέρω δημοσιεύματα καθ' όσον αφορούσαν την εμπλοκή του ενάγοντος στις αξιόποινες πράξεις των Κ.

και Β. και ειδικότερα με τη μορφή συνεργασίας με τον δεύτερο για τη λογιστική μεταφορά των ενσήμων από το Αστυνομικό Τμήμα Αμαρουσίου (Παλλήνης) στο Αστυνομικό Τμήμα Ηλιούπολης ήταν αναληθή. Ειδικότερα, στην αρμόδια εισαγγελική αρχή παρά τα όσα ανέφερε αρχικά το Δελτίο Τύπου, οδηγήθηκαν μόνο οι Κ. και Β., εναντίον των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε επί μακρό με ιδιαίτερα τεχνάσματα από δράστη που προκάλεσε ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ανώτερη των 50.000.000 δραχμών, της απιστίας περί την Υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις (σε βάρος του Κ. ), της άμεσης συνέργειας στις πιο πάνω πράξεις και της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση με τις αυτές επιβαρυντικές περιστάσεις (σε βάρος του Β. ) και παραγγέλθηκε κύρια ανάκριση.

Μετά το πέρας αυτής με το 244/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε ο Κ. Κ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων που του αποδόθηκαν, διότι μετά από αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, μεταξύ των οποίων και αυτής του ενάγοντος, που εξετάσθηκε ως μάρτυς κατηγορίας, κρίθηκε ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούσαν την παραπομπή του για τις προαναφερόμενες πράξεις.

Συγκεκριμένα έγινε από το ως άνω αμετάκλητο βούλευμα δεκτό ότι ο Κ. Κ. παρέπεισε τον Κ . Β. (μετέπειτα αυτόχειρα, για τον οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη) ότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες και τον έπεισε με πειθώ και φορτικότητα να τον συνδράμει στην κατάχρηση του αντιτίμου των ενσήμων που τα διαχειριζόταν λόγω της υπηρεσίας του με το να χρεώνει λογιστικά τις μηνιαίες καταστάσεις κινήσεως ενσήμων ΤΑΑΣ και ΜΤΣ άλλες αστυνομικές υπηρεσίες, όπως τα Αστυνομικά Τμήματα Ηλιουπόλεως, Αγίας Παρασκευής και Ωρωπού προκειμένου με τη χρήση των ψευδών βεβαιώσεων που συνέτασσε ο Β.

και που συνιστούσαν ιδιαίτερα τεχνάσματα να μη γίνει αντιληπτή από τις αρμόδιες υπηρεσίες η εξακολουθητική επί μακρόν τελούμενη εγκληματική των δραστηριότητα. Σημειώνεται ότι μετά τη αποκάλυψη του φερομένου ως ελλείμματος στη διαχείριση του Αστυνομικού Τμήματος Ηλιούπολης με την 8015/3/73-γ/3-4-2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίας Τάξεως καταλογίσθηκε υπέρ του Δημοσίου σε βάρος του ενάγοντος ως υπολόγου το ποσό των 49.100,22 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο επίμαχο έλλειμμα και το οποίο αποτελούσε τμήμα του χρηματικού ποσού, η υπεξαίρεση του οποίου αποδόθηκε στον Κ.

Κ. . Η καταλογιστική αυτή απόφαση ακυρώθηκε με την 245/2005 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διότι κρίθηκε ότι το έλλειμμα δεν ήταν πραγματικό αλλά εικονικό, διότι τα ένσημα που φέρονταν ελλείποντα από τη διαχείριση του ενάγοντος δεν είχαν χρεωθεί νομότυπα σ' αυτόν αλλά βάσει πλασματικών πινάκων και αναληθών παραστατικών που είχε συντάξει ο Β.

για να συνδράμει τον Κ. και δεν είχαν, συνεπώς, ουδέποτε παραδοθεί σ' αυτόν και περιέλθει στην κατοχή του (φυσική εξουσίασή του), γεγονός που θα συνιστούσε προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αντίστοιχης διαχειριστικής ευθύνης του. Εξάλλου, ως προς τις πειθαρχικές ευθύνες που είχαν αρχικώς καταλογιστεί στον ενάγοντα, επειδή είχε θεωρηθεί ότι τελούσαν σε γνώση του οι παρατυπίες στη διαχείριση της υπηρεσίας του (εικονική χρέωση - αποχρέωση των ενσήμων, παράδοση και παραλαβή ενσήμων με ιδιόχειρες αποδείξεις κλπ), με το 35Β/2003 πρακτικό αποφάσεως του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ.

κρίθηκε ομόφωνα ότι πρέπει να απαλλαγεί αυτός από κάθε πειθαρχική ποινή για το λόγο ότι "όταν ως διαχειριστής του Α.Τ. Ηλιούπολης διαπίστωσε παραλείψεις και παρατυπίες σχετικά με τα ένσημα αντέδρασε, γεγονός που προκύπτει από τις έγγραφες αναφορές της υπηρεσίας του προς τη Δ/νση Διαχείρισης, ενώ για τις ως άνω παρατυπίες, ήδη, είχε ενημερωθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα η Διοίκηση του Τμήματος του (Τούτο προκύπτει από τα 8015/3/44-Α/23-3-1998, 8015/3/98/2-7-98 και 8067/70/1-β/28-2-2000 σχετικά έγγραφα του ΑΤ Ηλιούπολης).

Η αντίδρασή του αυτή και μόνο, η οποία, άλλωστε, οδήγησε στην αποκάλυψη της όλης υπόθεσης, ασκεί ουσιαστική επίδραση στο είδος των αποδιδόμενων, σ' αυτόν πειθαρχικών ευθυνών, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που αίρει τελείως τις διαπιστωθείσες αυτές ευθύνες του". Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε όμως ότι οι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των αναφερομένων στα δημοσιεύματα γεγονότων, καθόσον αυτά διοχετεύθηκαν στον τύπο από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές και συναδέλφους του ενάγοντος με το προαναφερόμενο δελτίο τύπου που δεν εδόθη προς ιδιωτική χρήση των μέσων ενημέρωσης αλλά προς μετάδοση της είδησης σχετικά με φαινόμενα διαφθοράς μελών των σωμάτων ασφαλείας που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο και το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων αποτελούσε πιστή αντιγραφή του ως άνω δελτίου τύπου.

Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να συναχθεί πρόθεση των εναγομένων να συκοφαντήσουν τον ενάγοντα. Άλλωστε, τα δημοσιεύματα αυτά δεν υιοθέτησαν ως δεδομένη την τέλεση και από τον ενάγοντα των πράξεων που του αποδόθηκαν από τις αστυνομικές αρχές, καθόσον, παρόλο που στο δελτίο τύπου αναφέρεται ως συλληφθείς που επρόκειτο να οδηγηθεί με τους δύο άλλους στον Εισαγγελέα, στο 6714/16-1 1-2000 φύλλο της Εφημερίδας χρησιμοποιήθηκε για την αναφορά στο πρόσωπό του κατά την περιγραφή των γεγονότων η φράση "στο σημείο αυτό φέρεται ότι συνεργάσθηκε ο Σ. ".

Περαιτέρω, καθόσον αφορά στο δεύτερο δημοσίευμα, με το οποίο αποδίδεται σ' αυτόν η ιδιότητα του κατηγορουμένου που προσήχθη ν' απολογηθεί, έλαβε μάλιστα και σχετική προθεσμία προς τούτο από τον αρμόδιο Ανακριτή, πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος οφείλεται σε προφανή παραδρομή του συντάκτη του δημοσιεύματος, δεν κατελείπεται δε καμμία αμφιβολία στα πρόσωπα του επαγγελματικού και του κοινωνικού του περίγυρου, έναντι των οποίων θα υφίστατο τις δυσμενείς συνέπειες της σε βάρος του συκοφαντικής δυσφημήσεως περί του ότι ο πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως που προσήχθη στον αρμόδιο Εισαγγελέα ν' απολογηθεί και έλαβε προθεσμία είναι ο Κ.

Β. και όχι ο Κ. Σ. . Το όνομα μάλιστα του Κ. Β. αναφέρεται κατωτέρω και διευκρινίζεται ότι: ο Κ. Β. υπήρξε συνεργάτης του Κ. Κ. ..., στο τέλος δε του σχετικού δημοσιεύματος αναφέρονται οι ιδιότητες και οι ρόλοι που διεδραμάτισαν ο ενάγων και ο Κ. Β. στην υπόθεση και ειδικότερα με την περικοπή: "Σύμφωνα με την έρευνα η ευθύνη του υπαλλήλου Κ.

Β. είναι ότι συγκάλυψε τον αστυνόμο. Γνωρίζοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα την "κομπίνα", θεώρησε το έλλειμμα "μηδέποτε σημειωθέν" με την εξής μέθοδο: Μετέτρεψε το έλλειμμα σε αριθμό μη αναλωθέντων ενσήμων και το μετέφερε λογιστικά στο Αστ. Τμήμα Ηλιούπολης από το Τμήμα Αλλοδαπών Παλλήνης. Στο σημείο αυτό φέρεται ότι συνεργάστηκε ο Σ. ".

Εξάλλου, στο προηγούμενο δημοσίευμα της 15/11/2000 είχε αναφερθεί επακριβώς η ιδιότητα και ο ρόλος εκάστου στην υπόθεση. Επομένως, με την επίμαχη αναφορά δεν τελέσθηκε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλά ούτε και εκείνο της απλής δυσφημήσεως. Εξάλλου, τα αναγραφόμενα σε βάρος του ενάγοντος περί συμμετοχής του στις αξιόποινες πράξεις των Κ.

και Β. δεν θεμελιώνουν μεν υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά τα ανωτέρω, είναι όμως δυσφημιστικά για το πρόσωπό του, καθόσον ήταν ικανά να θίξουν την τιμή και την υπόληψή του και την προσφορότητα αυτή γνώριζαν οι εναγόμενοι. Όμως, η δημοσίευση των επίδικων κειμένων δεν στοιχειοθετεί αντικειμενικά την άδικη πράξη της απλής δυσφήμησης, διότι τελέσθηκε από λειτουργούς του τύπου κατά την άσκηση του επιβεβλημένου καθήκοντος ενημερώσεως της κοινής γνώμης επί θέματος μείζονος ενδιαφέροντος.

Το ενδιαφέρον αυτό καταδεικνύεται από την έκταση της δημοσιότητας που έλαβε το θέμα της συλλήψεως των Κ. και Β. , η οποία δημοσιοποιήθηκε από τις στήλες και άλλων εφημερίδων, όπως " …", " …", " …". Ειδικότερα με τα εν λόγω δημοσιεύματα, τα οποία βασίσθηκαν, όπως προεκτέθηκε, στην πρωτογενή πληροφόρηση μέσω του ως άνω δελτίου τύπου και τα οποία συνοδεύονταν από οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς όπως η φράση "απολογούνται οι διεφθαρμένοι" κατά τον τίτλο του δευτέρου δημοσιεύματος για την υποδήλωση της ηθικοκοινωνικής απαξίας της συγκεκριμένης υπεξαιρέσεως, αποσκοπούσαν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα η εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση των εναγομένων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά την αντένσταση του ενάγοντος εκ του άρθρου 367 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες δημοσιεύθηκαν τα επίδικα κείμενα (ρεπορτάζ), βασισμένα στο προαναφερόμενο δελτίο τύπου, στο οποίο, κατά την πρακτική της αστυνομίας την περίοδο εκείνη, στην οποία (πρακτική) έθεσε τέρμα η Αρχή Προστασίας Προσωπικών δεδομένων, περιείχοντο πλήρη τα στοιχεία των εμπλεκομένων προσώπων, μεταξύ των οποίων και αυτά του ενάγοντος, και συνεπώς, περιείχαν και (δημοσιεύματα) τα στοιχεία της ταυτότητος συνοδευόμενα από την ιδιότητα του, δεν προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν με σκοπό εξυβριστικό, κατευθυνόμενο ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα η αντένσταση ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ορισμών του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Ειδικότερα, προβάλλει, όπως το περιεχόμενο του δικογράφου της αναίρεσης εκτιμάται, ότι: α) εσφαλμένα υπήχθησαν οι πραγματικές παραδοχές της στον οικείο κανόνα δικαίου (άρθρ. 57-59 και 914 ΑΚ), και έπρεπε να κριθεί, πώς, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, έλαβε χώρα προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, εφ' όσον υπήρξε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της άδικης συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και της επελθούσας ζημίας και 2) υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, εφ' όσον με ανεπαρκή αιτιολογία δεν δέχτηκε την επέλευση ηθικής βλάβης.

Όμως, σύμφωνα με όσα εκτενώς προπαρατέθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με όσα έκανε στην ουσία δεκτά, ορθά υπήγαγε το πραγματικό υλικό στους παραπάνω νομικούς κανόνες, εφ' όσον: α) με πλήρη και επαρκή αιτιολογία έκρινε αναφορικά με την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας, σε σχέση με την προβαλλόμενη αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσείοντος.

Ο τελευταίος, άλλωστε, δεν αναφέρει ειδικότερα πως ακριβώς τα διδάγματα της κοινής πείρας θα ήταν δυνατόν, in concreto, να οδηγήσουν στην αποδοχή της αντίθετης νομικής παραδοχής, β) η ύπαρξη ή μη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και η έκταση της ζημίας ή η ανυπαρξία ζημίας του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστική κρίση, εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.), γ) δεν υφίσταται, με βάση τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές, ανύπαρκτη, ελλιπής ή αντιφατική αιτιολογία, σύμφωνα και με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν εφ' όσον υπάρχει σαφής παράθεση και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αξιολόγηση της υπαιτιότητας ή μη των αναιρεσιβλήτων, στην συγκεκριμένη περίπτωση δε, αυτή η αιτιολογία στηρίζει χωρίς αμφιβολία, το διατακτικό της.

Το θέμα, εξάλλου, αν η ηθική βλάβη ήταν "σημαντική" ή δεν ήταν, και η σχετική αναφορά σ' αυτό δεν προσδίδει, με βάση τα όσα ανέλεγκτα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σ' αυτήν την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Κατά ταύτα, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, όπως και η αίτηση αναιρέσεως, που προβάλλουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγο της ήττας του (άρθρ. 178, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18/10/2009 αίτηση του Ν. - Κ. Σ., κατά της με αριθμό 630/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2012.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2013.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ