Legislator Case Law & Legislation
1510/2011 AI generated

1510/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1510/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1510/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου κατά το άρθρο 393 παρ.1 του ίδιου κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.5 ν.2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001) συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια ευρώ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1510 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1510/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. συζύγου Ζ. Π., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πικραμένο.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. χήρας Ν. Κ., το γένος Ν. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Προύντζου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3617/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 533/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 18-2-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του εβδόμου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η απόδοση δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα αρκεί η αναφορά ότι μεταβιβάσθηκε από το δανειστή προς τον οφειλέτη κατά κυριότητα ορισμένο χρηματικό ποσό λόγω δανείου (Α.Π.889/2010). Δεν είναι δε αναγκαίο για το ορισμένο της σχετικής αγωγής να παρατίθενται άλλα στοιχεία, όπως ο λόγος για τον οποίο δόθηκε το δάνειο (και ειδικότερα αν ο οφειλέτης είχε οικονομικό πρόβλημα και σε τι συνίστατο το πρόβλημα αυτό) ή ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθε το δανεισθέν χρηματικό ποσό στο δανειστή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 28-5-2005 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι με σύμβαση ατόκου δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας μεταβίβασε στην τελευταία κατά κυριότητα στις 10-2-2003 το χρηματικό ποσό των 44.020,54 ευρώ, με τη συμφωνία να της το αποδώσει μετά ένα έτος και ότι για την απόδοση του πιο πάνω ποσού την όχλησε στις 22-2-2005, τάσσοντάς της προς τούτο τριήμερη προθεσμία, ζήτησε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από τις 25-3-2005, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νόμιμη θεμελίωσή της, δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της να αναφέρεται σ' αυτήν: α) ποιο ήταν το οικονομικό πρόβλημα της αναιρεσείουσας για την αντιμετώπιση του οποίου ως εκ περισσού ανέφερε στην αγωγή της η αναιρεσίβλητη ότι ζητήθηκε το δάνειο και β) με ποιο τρόπο περιήλθε στην κυριότητα της τελευταίας το πιο πάνω χρηματικό ποσό που δάνεισε στην αναιρεσείουσα.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως [με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1, 14 και 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι, με το να μην απορρίψει την αγωγή ως αόριστη συνεπεία των ανωτέρω ελλείψεων, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ., παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν] είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου κατά το άρθρο 393 παρ.1 του ίδιου κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.5 ν.2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001) συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια ευρώ.

Τέλος κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.α και β Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν.2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001), το οποίο ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και εφαρμόζεται και στο εφετείο (άρθρο 524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, συμπληρωματικά δε μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι, για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής της αναιρεσιβλήτου με την οποία εζητείτο η απόδοση δανείου ποσού 44.020,54 ευρώ, έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Π.

Τ., χωρίς να δέχεται τη συνδρομή κάποιας από τις οριζόμενες στο άρθρο 394 Κ.Πολ.Δ. περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η απόδειξη με μάρτυρες ανεξαρτήτως ποσού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος: α) κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται (ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 25-1-2007 εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχε εξεταστεί η ανωτέρω μάρτυρας αλλά και των από 17-9-2008 όμοιων που υπέβαλε στο εφετείο) ότι προέβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα επικαλέστηκε και η ίδια μαρτυρική κατάθεση, ήτοι εκείνη του Ι.

Λ., τον οποίο εξέτασε ανταποδεικτικά και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από δικές της πράξεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και έκτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα για την απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της ότι το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό των 44.020,54 ευρώ της καταβλήθηκε λόγω δωρεάς από τον μετέπειτα αποβιώσαντα θείο της και σύζυγο της αναιρεσιβλήτου Ν.

Κ. και όχι λόγω δανείου από την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν είχε δικά της χρήματα και ειδικότερα: Α. Τα κατωτέρω έγγραφα: 1) α) την 5464/25-1-2007 βεβαίωση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και β) το 35993/5-2-2003 χρηματικό ένταλμα του ίδιου ταμείου, από τα οποία αποδεικνύεται ότι στις 5-2-2003, ήτοι πέντε ημέρες πριν από την καταβολή σ' αυτήν του ανωτέρω ποσού, ο θείος της εισέπραξε ως αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου του το ποσό των 596.071,57 ευρώ. 2) Ακριβή φωτοαντίγραφα:

α) της μερίδας της αναιρεσιβλήτου στο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου, από την οποία προκύπτει ότι όσα ακίνητα απέκτησε αυτή, τα απέκτησε λόγω δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα από τον ανωτέρω σύζυγό της και θείο της αναιρεσείουσας Ν. Κ. και β) πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας, από τα οποία προκύπτει ότι δεν υπήρχε μερίδα στο όνομα της αναιρεσιβλήτου, όπως διέδιδε η ίδια και ψευδώς κατέθεσε η μάρτυράς της. 3) Ακριβές αντίγραφο του 5146/21-4-2003 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Κ.

Αργειτάκου, με το οποίο ο αποβιώσας είχε ορίσει ως πληρεξούσιά του την αναιρεσίβλητο. 4) Ακριβές αντίγραφο της από 5-10-2005 μηνύσεως των συγγενών του ανωτέρω αποβιώσαντος κατά της αναιρεσιβλήτου για κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως δύο ιδιογράφων δήθεν διαθηκών του και για κακουργηματική απάτη στο δικαστήριο. 5) Ακριβή αντίγραφα των 1679 και 1727/2-4-2004 πρακτικών συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τα οποία δημοσιεύθηκαν και κηρύχθηκαν κύριες οι από 28-6-2003 και από 2-8-2003 δήθεν ιδιόγραφες διαθήκες του Ν.

Κ., με το συνημμένο σε καθένα από αυτά φωτοαντίγραφο της κάθε διαθήκης. 6) Ακριβές αντίγραφο της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδοτήσεως της γραφολόγου Μ.-Μ. Κ. που διενεργήθηκε κατόπιν αιτήσεως αυτής (της αναιρεσείουσας), με την οποία η γραφολόγος αποφαίνεται ότι οι ανωτέρω διαθήκες δεν έχουν γραφεί από το Ν.

Κ.. 7) Ακριβές αντίγραφο της συνημμένης στην πιο πάνω έκθεση από 7-3-2003 χειρόγραφης υπεύθυνης δηλώσεως του Ν. Κ., με την οποία εξουσιοδοτεί αυτήν (την αναιρεσείουσα) να εισπράττει τα μισθώματα ακινήτου του. 8) Επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 4-4-2008 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Ν.

Δ. Κ., που διορίσθηκε με την 332/2008 πράξη της Ανακρίτριας του Τετάρτου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία ο γραφολόγος αποφαίνεται ότι οι ανωτέρω διαθήκες είναι πλαστές και δεν έχουν γραφεί από το Ν. Κ. (πέμπτος λόγος) και Β. Την 4927/3-3-2006 ένορκη βεβαώση της Ε. χήρας Ν. Α., το γένος Α. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παν.

Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη (έκτος λόγος). Από δε την παραδεκτή επισκόπηση των από 17-9-2008 εγγράφων προτάσεων τις οποίες υπέβαλε η αναιρεσείουσα ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τη μη λήψη των οποίων αυτή αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε επικαλεσθεί νόμιμα τα αναφερόμενα πιο πάνω με τα στοιχεία Α5 και συγκεκριμένα τα αντίγραφα των 1679 και 1727/2-4-2004 πρακτικών συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα συνημμένα σ' αυτά φωτοαντίγραφα διαθηκών.

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και τις νομότυπα και εμπρόθεσμα ληφθείσες....

και υπ' αριθμ. 4927/2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παναγιώτας Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη που προσκομίζει με επίκληση η εναγομένη". Από την πιο πάνω βεβαίωση αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (πλην των προαναφερθέντων πρακτικών τα οποία δεν επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα) και συνακόλουθα οι ανωτέρω λόγοι (πέμπτος κατά το μέρος του που αφορά τα λοιπά έγγραφα και έκτος) λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π.1/1999).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π.861/1984).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π.41/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Δυνάμει σύμβασης δανείου που καταρτίσθηκε (ατύπως) την 10-2-2003 μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα δάνεισε ατόκως την εναγομένη το χρηματικό ποσό των 44.020,54 ευρώ, το οποίο έπρεπε να της επιστρέψει μετά ένα έτος, δηλαδή την 10-2-2004.

Ειδικότερα από τον υπ' αριθμ.... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η ενάγουσα μαζί με το, στο μεταξύ θανόντα, την 17-9-2003, σύζυγό της και θείο της εναγομένης (αδελφό του πατέρα της), Ν. Κ., στην Τράπεζα "ALPHA BANK" εκδόθηκε, την 10-2-2003, η υπ' αριθμ.... τραπεζική επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 44.020,54 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή της εναγομένης.

Η επιταγή αυτή, εμφανισθείσα από την εναγομένη ως νόμιμη κομίστρια, στην πληρώτρια Τράπεζα, εξοφλήθηκε.... Μάλιστα το ως άνω ποσό δόθηκε από την ενάγουσα στην εναγομένη προκειμένου να διευκολυνθεί η τελευταία στην τέλεση του γάμου της κόρης της, που πράγματι έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 2003. Αντίθετα ο ισχυρισμός της εναγομένης, που αρνούμενη την αγωγή, προέβαλε (και που επαναφέρει στην παρούσα δίκη) ότι ναι μεν αυτή έλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό, πλην όμως όχι ως δάνειο το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αλλά λόγω δωρεάς που συστήθηκε μεταξύ αυτής και του προαναφερόμενου θείου της και συζύγου της ενάγουσας (Ν.

Κ.) "επ' ευκαιρία του επικειμένου γάμου της κόρης (της) Μ.", καθόσον "στην πραγματικότητα θέλησε να (την) ευχαριστήσει (κατά κάποιο τρόπο) για τη συμπαράστασή (της) και την αγάπη και φροντίδα (της) προς αυτόν και την εκ του πρώτου γάμου σύζυγό του, η οποία έπασχε από καρκίνο" (βλ. προτάσεις της), κρίνεται απορριπτέος ως αναπόδεικτος και εντεύθεν και ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ότι δηλαδή τα ως άνω χρήματα δόθηκαν από τον κοινό λογαριασμό της ενάγουσας και του συζύγου της (θείου της), στον οποίο και ανήκαν τα χρήματα αυτού (λογαριασμού), δεδομένου ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό (ν.5638/1932), και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της Τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (ολικής ή μερικής) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου (διάφορο το θέμα του δικαιώματος του συνδικαιούχου για τυχόν αναγωγή κατά του άλλου)....

Επίσης δεν αναιρούνται ούτε από το ότι η εναγομένη είναι "ευκατάστατη" ως ιδιοκτήτρια επιχείρησης ωδείου, διαθέτουσα μεγάλη ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου δεν είχε ανάγκη από κάποιο δάνειο, όπως αυτή (εναγομένη) ισχυρίζεται. Αντίθετα μάλιστα η ως άνω οικονομική κατάσταση της εναγομένης ενισχύει το γεγονός ότι πρόκειτο για σύμβαση δανείου, δεδομένου ότι μια τέτοια κατάσταση εξασφάλιζε ασφαλώς και την απόδοση (έστω και μέσω των διατάξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης) αυτού (δανείου).

Εξάλλου ας σημειωθεί ότι δεν προσκομίζεται και έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι για την ως άνω ισχυριζόμενη δωρεά, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, έχει καταβληθεί όπως θα έπρεπε και ο αναλογούν (εννοείται αναλογών) φόρος στην αρμόδια ΔΟΥ. Τέλος η ενάγουσα και παρά το γεγονός ότι ο χρόνος αποδόσεως του δανείου ήταν ορισμένος και ως εκ τούτου δεν απαιτείται όχληση....

με την από 8-2-2005 εξώδικη πρόσκλησή της προς την εναγομένη (κοινοποιηθείσα στην τελευταία στις 22-2-2005, όπως προκύπτει και αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ.9623/2005 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Κολοβού) ζήτησε την απόδοση των χρημάτων του δανείου". Με βάση τ' ανωτέρω το εφετείο, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως της αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και, αφού κράτησε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 44.020,54 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 25-3-2005.

Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνάψεως της ένδικης συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της να αναφέρεται σ' αυτήν αν την εκδοθείσα τραπεζική επιταγή παρέδωσε στην αναιρεσείουσα η ίδια η αναιρεσίβλητη ή ο Ν.

Κ.. Περαιτέρω δεν είναι ασαφής η αιτιολογία της για το λόγο ότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν αν ήταν τόσο ισχυρός ο (εξ αγχιστείας) συγγενικός δεσμός μεταξύ των διαδίκων ώστε να δικαιολογεί τη χορήγηση του δανείου από την αναιρεσίβλητο προς την αναιρεσείουσα. Ούτε είναι αντιφατική η αιτιολογία της για το λόγο ότι δέχεται ότι η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και παρά ταύτα δανείσθηκε από την αναιρεσίβλητο.

Τέλος το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι δεν προκύπτει ότι καταβλήθηκε ο αναλογών φόρος για την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα δωρεά, ενώ στη συνέχεια δεν ερευνάται αν καταβλήθηκε ο φόρος χαρτοσήμου για το επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητο δάνειο, συνιστά μεν έλλειψη της αιτιολογίας, όχι όμως ως προς το τι αποδείχθηκε αλλά ως προς το γιατί αυτό αποδείχθηκε που δεν ερευνάται με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο έβδομος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, έτσι που έκρινε το εφετείο και ειδικότερα με την παραδοχή ότι "από τον υπ' αριθμ. ...

κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η ενάγουσα μαζί με το, στο μεταξύ θανόντα, την 17.9.2003, σύζυγό της και θείο της εναγομένης (αδελφό του πατέρα της), Ν. Κ., στην Τράπεζα "ALPHA BANK" εκδόθηκε, την 10.2.2003, η υπ' αριθμ.... τραπεζική επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 44.020,54 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή της εναγομένης", στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Συγκεκριμένα διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της λόγω δανείου μεταβιβάσεως της κυριότητας του ποσού των 44.020,54 ευρώ από την αναιρεσίβλητη προς την αναιρεσείουσα, διότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι δανείστρια ήταν η αναιρεσίβλητη, με την πιο πάνω αόριστη (απρόσωπη) παραδοχή της (ότι από τον κοινό λογαριασμό "εκδόθηκε" η αναφερόμενη σ' αυτήν τραπεζική επιταγή) χωρίς να διευκρινίζεται ποιος μεταβίβασε και παρέδωσε την επιταγή στην αναιρεσείουσα, δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο του δανειστή, δηλαδή αν την κυριότητα του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα η αναιρεσίβλητη ή ο μετέπειτα αποβιώσας σύζυγός της ή και οι δύο.

Η ασάφεια αυτή δεν αίρεται αλλά αντίθετα επιτείνεται από την περαιτέρω αναφορά ότι η ανάληψη των κατατεθειμένων σε κοινό λογαριασμό χρημάτων από έναν από τους συνδικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου, αφού τούτο αφορά τις σχέσεις των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού με την οφειλέτρια Τράπεζα και δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπου το ζητούμενο είναι ποιος είναι ο δανειστής, δηλαδή ποιος μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα την κυριότητα του αναληφθέντος από την Τράπεζα χρηματικού ποσού.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.694/2009).

Εξάλλου για τη νομιμοποίηση για τη διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως, η δε εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των επικαλουμένων για την τυπική θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού πραγματικών περιστατικών συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως (Α.Π.60/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που αυτή (η αναιρεσείουσα) προέβαλε ενώπιόν του ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως εν μέρει ενεργητικά ανομιμοποίητη, αφού το ποσό που φέρεται ότι της δάνεισε η αναιρεσίβλητη, εξαχθέν από τον αναφερόμενο στην αγωγή, κοινό με τον ήδη αποβιώσαντα Ν.

Κ., θείο αυτής (της αναιρεσείουσας) και σύζυγο της αναιρεσιβλήτου, τραπεζικό λογαριασμό, δεν δικαιούται να ζητεί να της επιδικαστεί μόνο η αναιρεσίβλητη αλλά κατά το 1/2 αυτή και κατά το 1/2 οι λοιποί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα δεν συνιστά νόμιμη ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (αφού προϋποθέτει ότι δανειστής ήταν ο αποβιώσας Ν.

Κ. και όχι η αναιρεσίβλητη) και συνακόλουθα δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 533/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ