Supreme Court allows appeal against labor accident compensation denial due to lack of proven causal link between exposure and illness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court decision denying compensation for a worker's cancer. The appellant argued that the lower court failed to establish a clear causal link between the defendant's negligence and the plaintiff's specific illness. The court agreed, ruling that the medical evidence was insufficient to prove the disease resulted from the alleged exposure to aniline dyes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 932 of the Civil Code; The court must explicitly establish a causal link between the employer's fault and the worker's illness to award compensation for moral damage in labor accident cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1510 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1510/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΕΘΕΛ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λυμπέρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 529/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 989/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2007 αίτησή της και τον από 6-11-2007 πρόσθετο λόγο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 18-3-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος, όπως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση, και την απόρριψη του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη του, καθώς και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, κυρίων και πρόσθετου.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθ. 914 και 932 ΑΚ και 1 και 16 ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το βδ 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθ. 16 ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθ. 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τ' αναφερόμενα στο άρθ. 6 του ίδιου νόμου πρόσωπα (επιζών σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα αυτού) δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί ν' αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στην χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτήν μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών από εργατικό ατύχημα (και σε περίπτωση θανάτου του τα παραπάνω πρόσωπα) χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα) αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν, με την έννοια του άρθ. 914 ΑΚ. αρκεί δηλ.
να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθ. 16 παρ. 1 ν. 551/1915. Περαιτέρω, κατ' άρθ. 922 ΑΚ ο κύριος ή προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Πρόστηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η τοποθέτηση. διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών.
οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του προστήσαντος. Εξάλλου, για την ύπαρξη της ανωτέρω υποχρέωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) απαιτείται και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν και του αποτελέσματος που επήλθε απ' αυτήν.
Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθ. 336 ΚΠολΔ), η πράξη ή η παράλειψη, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 εδ. β' ΑΚ) ήταν ικανή και πρόσφορη να παραγάγει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι πραγματικά στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη αποτέλεσε την αιτία του επιζημίου αποτελέσματος ως αναγομένη σε εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται κατ' άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ αντίθετα η κρίση για το αν, υπό τα φερόμενα ως διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, η πράξη ή η παράλειψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και δη από την άποψη της παράβασης ή όχι των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, ανεπάρκεια δε και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει ειδικότερα, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αμφίβολο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τώρα αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξίωση αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγιο της ηθικής βλάβης που υπέστη από το αναφερόμενο σ' αυτήν εργατικό ατύχημα (επαγγελματική νόσο), με την αναιρεσιβαλλομένη 989/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, τα εξής:
ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί στις 17-03-1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από την Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (πρώην ΕΑΣ), για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνίτη - φανοποιού στα αμαξοστάσια αυτής. Στις 03-08-1992 απολύθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2078/1992 και στη συνέχεια επαναπροσλήφθηκε αυτοδικαίως στον ΟΑΣΑ στις 28-12-1993, στον οποίο απασχολήθηκε με την ίδια ιδιότητα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου μέχρι τις 30-06-1994 (ν. 2175/1993), οπότε εντάχθηκε αυτοδικαίως στο προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΕΘΕΛ ΑΕ", που εδρεύει στον ..., στην οποία εργάστηκε μέχρι τις 31-03-2004, οπότε συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα λόγω αναπηρίας.
Στην αναιρεσείουσα εργάστηκε αρχικά στο αμαξοστάσιο (Α/Σ) του ... και στη συνέχεια σε αυτό του Ελληνικού, απασχολούμενος κυρίως με την ηλεκτροσυγκόλληση, οξυγονοκόλληση και τρίψιμο και στοκάρισμα των λαμαρινών. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος από την πρόσληψή του (17-03-1976) έως 06-02-2001 εργάστηκε ως τεχνίτης φανοποιός.
Στη συνέχεια από 07-02-2001 έως 30-11-2002 ως φύλακας και από 01-12-2002 μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε ως τεχνίτης φανοποιός. Τα ως άνω αμαξοστάσια (...) αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο, στον οποίο εργάζονται όλοι μαζί, τεχνίτες, φανοποιοί και βαφείς, σε μικρή απόσταση ο ένας από τον άλλο, και όχι σε απολύτως διαχωρισμένους χώρους.
Μέσα στον ενιαίο αυτόν χώρο γίνονταν το στοκάρισμα και το τρίψιμο των βλαβέντων μερών των λεωφορείων και η βαφή των τμημάτων αυτών, η οποία γινόταν πολύ συχνά επί τόπου για λόγους ταχύτητας. Αυτή η διαδικασία δημιουργούσε σύννεφο σκόνης, που αιωρούνταν στο χώρο μαζί με τις οσμές από τις βαφές. Σύστημα εξαερισμού τοποθετήθηκε και στα δύο αμαξοστάσια λίγο πριν το έτος 2000, και το μόνο μέσο προστασίας που παρείχε στους εργαζόμενους η αναιρεσείουσα ήταν η χρήση μάσκας μιας χρήσης, η οποία όμως δεν μπορούσε να τους προφυλάξει από τη σκόνη και τις βλαβερές χημικές ουσίες των χρωμάτων.
Για πρώτη δε φορά η αναιρεσείουσα τους χορήγησε μάσκες με φίλτρα κατάλληλες για τη συγκράτηση της αιωρούμενης σκόνης και των χημικών ουσιών από τα χρώματα περί το τέλος του έτους 2002 με αρχές του έτους 2003. Ο αναιρεσίβλητος κατά την πρόσληψή του ήταν ηλικίας 29 ετών και απολύτως υγιής. Από το Μάιο 2001 αυτός, ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε παρουσιάσει κανένα πρόβλημα υγείας, άρχισε να παρουσιάζει για πρώτη φορά έντονο πρόβλημα στο ουροποιητικό του σύστημα.
Για το λόγο αυτόν υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...", τα αποτελέσματα των οποίων έδειξαν ότι έπασχε από διηθητικό ουροθηλιακό καρκίνωμα ουροδόχου κύστης υψηλού ιστολογικού βαθμού κακοήθειας. Λόγω της επικινδυνότητας της νόσου κρίθηκε αναγκαίο να εισαχθεί, εσπευσμένα στο νοσοκομείο. 'Ετσι νοσηλεύθηκε στην ουρολογική κλινική του ως άνω νοσοκομείου από 25-05-2001 μέχρι 02-06-2001 και από 28-08-2001 έως 31-08-2001 και υποβλήθηκε σε πολλαπλές βιοψίες ουροδόχου κύστης, με διάγνωση ουροθηλιακή δυσπλασία και καρκίνωμα ίn situ.
Από την ημέρα εμφάνισης των συμπτωμάτων της νόσου και της διάγνωσης της ασθένειας, από την οποία πάσχει έως και για ένα έτος του παρασχέθηκε (αρχικά για 7 εβδομάδες ανά εβδομάδα και στη συνέχεια ανά μήνα) σχήμα χημειοθεραπείας - ενδοκυστικών εγχύσεων με Οnco - Tice BCC, έκτοτε δε παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τους θεράποντες ιατρούς του προκειμένου να ελέγχεται η αποτελεσματικότητα της θεραπείας και η γενικότερη πορεία της υγείας του, ενώ νοσηλεύθηκε στο ίδιο νοσοκομείο και άλλες δύο φορές από 08-12-2001 έως 11-12-2001 και από 13-06-2002 έως 15-06-2002.
Στις 19-06-2002 εξετάστηκε από τον ιατρό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) Ν.Μ. Υγείας ..., ..., ο οποίος με την υπ' αριθμ. πρωτ.: ..."Γνωμάτευση Γιατρού", διέγνωσε ότι έπασχε από καρκίνωμα ουροδόχου κύστης, ασθένεια η οποία "ενδεχομένως προήλθε από την επαγγελματική του ενασχόληση "χρώματα ανιλίνης" και για το λόγο αυτόν κρίθηκε επιβεβλημένη η άμεση απομάκρυνση του αναιρεσιβλήτου από το συγκεκριμένο χώρο εργασίας του.
Επίσης και στο υπ' αριθμ. πρωτ.:... "Πιστοποιητικό Νοσηλείας", της ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου "...", που υπογράφεται από τον Επιμελητή Α' ..., αναφέρεται ότι από το ιστορικό του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι "ο πιθανότερος αιτιολογικός παράγων ανάπτυξής του (δηλ. του καρκίνου) υπήρξε η επαγγελματική ενασχόλησή του (αναιρεσιβλήτου) με χρώματα ανιλίνης" και ως εκ τούτου χρήζει η απομάκρυνσή του από το συγκεκριμένο αίτιο.
Επίσης και ο ιατρός εργασίας ... και ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Ιατρικής της Εργασίας Προστασίας και Πρόληψης του Επαγγελματικού Κινδύνου της αναιρεσείουσας ΕΘΕΛ Α.Ε. ..., με την από 05-02-2003 "Ιατρική Γνωμάτευση", βεβαιώνουν ότι ο αναιρεσίβλητος "έχει ιστορικό επαγγελματικής έκθεσης σε χρώματα με παράγωγα ανιλίνης και αρωματικών αμινών.
Κατά συνέπεια η νόσος του είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ως επαγγελματικός καρκίνος με ενοχοποιούμενο αιτιολογικό παράγοντα τη συγκεκριμένη έκθεση σε αρωματικές αμίνες, ανιλίνη, με βάση τόσο τη διεθνή σχετική βιβλιογραφία όσο και το άρθρο 40 του Κ.Α. του ΙΚΑ περί επαγγελματικών ασθενειών". Εξάλλου, την 30-09-2003 με έγγραφο του Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών της αναιρεσείουσας δηλώθηκε στο ΙΚΑ ότι ο αναιρεσίβλητος έπασχε από την εν λόγω επαγγελματική νόσο και συνεπεία της ανωτέρω πάθησής του αυτός, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, με την υπ' αριθμ. 75/17-03-2004 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 67%, λόγω επαγγελματικής νόσου, και με αποφάσεις του Διευθυντή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ του χορηγήθηκε σύνταξη μερικής αναπηρίας από επαγγελματική νόσο μέχρι 31-08-2007, οπότε έπρεπε να επανεξεταστεί και με ποσό ίσο με το 50% της πλήρους σύνταξης.
Η αναιρεσείουσα εργοδότρια εταιρεία χρησιμοποιεί για τη βαφή των ανταλλακτικών και των αμαξωμάτων των λεωφορείων της χρώματα με παράγωγα ανιλίνης και αρωματικών αμινών, τα οποία, και ειδικότερα η εισπνοή αυτών, είναι επιβλαβής για την υγεία και μπορεί να προκαλέσει στους εργαζόμενους που ασχολούνται στο χώρο του αμαξοστασίου, σοβαρότατες ασθένειες ενδεχομένως και καρκίνο της κύστης.
Γι' αυτό είναι απαραίτητο να λαμβάνονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, προστατευτικά μέτρα και προφυλάξεις, μεταξύ των οποίων η μέτρηση των παραπάνω χημικών ουσιών στον αέρα του χώρου εργασίας, ο περιορισμός με πλήρως χωρισμένο χώρο για τις βαφές των αμαξωμάτων της δημιουργίας και διασποράς του ουσιών αυτών στο περιβάλλον, η γενική ενημέρωση των εργαζομένων σε τακτά χρονικά διαστήματα για τους πιθανούς κινδύνους για την υγεία από την έκθεση στις χημικές αυτές ουσίες, οι προφυλάξεις με τη χρήση του κατάλληλου ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού, η επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων από τον αρμόδιο ιατρό εργασίας της επιχείρησης και άλλα.
Η διοίκηση, όμως, της αναιρεσείουσας, καθώς και οι προστηθέντες από αυτή στη διεύθυνση των αμαξοστασίων ..., αν και γνώριζαν από την έναρξη της λειτουργίας τους τις επιβλαβείς επιδράσεις των παραπάνω χημικών ουσιών, δεν προέβαιναν στην ενημέρωση των εργαζομένων, οι οποίοι ήταν εκτεθειμένοι στις χημικές αυτές ουσίες, που αιωρούνταν σε μεγάλες ποσότητες στους χώρους επισκευής και βαφής των ανταλλακτικών και μερών των αμαξωμάτων των λεωφορείων και δεν λάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας, όπως πλήρως χωρισμένους χώρους για τις βαφές των αμαξωμάτων, συστήματα εξαερισμού και ανανέωσης του αέρα στους χώρους εργασίας, για την περισυλλογή και απομάκρυνση των σωματιδίων σκόνης και παραπάνω βλαβερών για την υγεία των εργαζομένων χημικών ουσιών, συσκευές διήθησης ή απαγωγής των επικίνδυνων μικροσωματιδίων, χρήση πλήρους προστατευτικής συσκευής του αναπνευστικού συστήματος (μάσκα - φίλτρο) και τακτικές μετρήσεις για τη διαπίστωση της επιβάρυνσης των χώρων εργασίας από τις χημικές αυτές ουσίες.
Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα από 07-12-2005 "Εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου-προσδιορισμός χημικών παραγόντων", για τον εντοπισμό των κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία του προσωπικού, που έγινε από τον ιατρό εργασίας αυτής ..., πραγματοποιήθηκε στο χώρο της επισκευαστικής βάσης (ΠΕΒ - Α/Σ Πειραιά), η οποία όμως είναι οργανωμένη μονάδα, διαθέτουσα φούρνο βαφής των λεωφορείων, και όχι στα αμαξοστάσια ..., στα οποία όλες οι εργασίες (φανοποιΐας και τοπικής βαφής) γίνονταν στους ως άνω ενιαίους χώρους εργασίας, στους οποίους δεν αποδείχθηκε ότι έγινε σχετική μέτρηση από την αρμόδια Ιατρική Υπηρεσία της αναιρεσείουσας ή από την επιθεώρηση εργασίας.
Η προαναφερόμενη ασθένεια του αναιρεσιβλήτου δεν οφείλεται σε βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του οργανισμού του από τη φύση και το είδος της εργασίας του και των σύμφυτων προς την εργασία αυτή δυσμενών επαγγελματικών όρων, αφού σι δυσμενείς αυτοί όροι μπορούσαν να αποφευχθούν αν η διοίκηση της αναιρεσείουσας εταιρείας και τα προστηθέντα από αυτήν όργανα διεύθυνσης των αμαξοστασίων ...
και Ελληνικού είχαν φροντίσει εγκαίρως να λάβουν τα προαναφερόμενα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων, αλλά αντιθέτως σε αμέλεια της διοίκησης της εργοδότριας εταιρείας και των προστηθέντων από αυτήν οργάνων διεύθυνσης των αμαξοστασίων ..., η οποία (διοίκηση) δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια ώστε να διαρρυθμίσουν, τα σχετικά με το χώρο εργασίας και τις εκεί εγκαταστάσεις έτσι που να προστατεύεται η υγεία των εργαζομένων και κατά συνέπεια οφείλεται σε εργατικό ατύχημα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και μετ' απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, εξαφάνισε την εκκληθείσα 529/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη από την παραπάνω αιτία το ποσό των 100.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σε σχέση με το ζήτημα της από αδικοπραξία προσβολής της υγείας του ενάγοντος στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον οι συναφείς αιτιολογίες που διέλαβε σ' αυτήν είναι ασαφείς και ανεπαρκείς. Ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν είναι ικανά για να ελεγχθεί αν οι αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις εκείνων που εκπροσωπούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, καθώς και των απ' αυτήν προστηθέντων προσώπων στην διεύθυνση των αμαξοστασίων ..., μπορούν να θεωρηθούν, συνολικά λαμβανόμενες, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος επιζήμιου αποτελέσματος, δηλ.
της ως άνω προσβολής της υγείας του αναιρεσιβλήτου και δη ότι προκάλεσαν την προσβολή αυτήν, έτσι ώστε να υπάρχει μεταξύ αυτών αιτιώδης συνάφεια ως εκ του ότι οι πράξεις και παραλείψεις αυτές υπό τους όρους, υπό τους οποίους έλαβαν χώρα ήταν ικανές κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και την κοινή πείρα και χωρίς την μεσολάβηση εκτάκτου και ασυνήθους περιστατικού να επιφέρουν και επέφεραν πράγματι την προαναφερομένη προσβολή της υγείας του αναιρεσίβλητου.
Συγκεκριμένα, σε κανένα σημείο της προσβαλλομένης απόφασης δεν αναφέρεται με σαφήνεια και μάλιστα χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι πράγματι αποδείχθηκε ότι η ασθένεια που προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα (καρκίνωμα ουροδόχου κύστης) ήταν αποτέλεσμα των αναφερομένων στην απόφαση πράξεων και παραλείψεων των κατά τον κρίσιμο χρόνο εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και των απ' αυτούς προστηθέντων, και κυρίως ότι η ασθένεια αυτή ήταν αποτέλεσμα της συγκεκριμένης επαγγελματικής ενασχόλησης του αναιρεσιβλήτου, χωρίς ν' αρκεί η απλή περιγραφική αναφορά των περιστατικών που σχετίζονται με την εμφάνιση και εξέλιξη της νόσου του αναιρεσιβλήτου ή τη νοσηλεία αυτού ή των όσων αναφέρονται στις μνημονευόμενες ιατρικές γνωματεύσεις, από το παρατιθέμενο περιεχόμενο των οποίων μάλιστα, και υπό την εκδοχή ότι υιοθετείται από το Εφετείο το περιεχόμενό τους αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ασθένεια του αναιρεσιβλήτου υπήρξε πράγματι το αποτέλεσμα "της επαγγελματικής ενασχολήσεως αυτού με χρώματα ανιλίνης" ή της έκθεσής του "σε χρώματα με παράγωγα ανιλίνης και αρωματικών αμινών", αφού κάτι τέτοιο δεν διατυπώνεται με σαφήνεια, κατηγορηματικότητα και βεβαιότητα στις ως άνω παρατιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση ιατρικές γνωματευσεις.
Έτσι όμως εξαιτίας των ως άνω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, δηλ. ελλείψεων που αφορούν στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των ως άνω προσώπων και της νόσου του αναιρεσιβλήτου, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και ιδίως εκείνων των άρθ. 914 και 932 ΑΚ.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ κατά το σχετικό σκέλος του, που αφορά την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για το πιο πάνω ζήτημα, όπως συμπληρώθηκε και εξειδικεύθηκε με την σχετική εισηγητική έκθεση (άρθ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθώς και του αυτού τρίτου λόγου κατά τα υπόλοιπα μέρη του και του προσθέτου λόγου αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς το παρεπόμενο και αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο των τόκων της αναγνωρισθείσης απόφασης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 989/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ