Legislator Case Law & Legislation
1510/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute grounds regarding evidence distortion and legal interest.

Case Number 1510/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court distorted documentary evidence and failed to consider relevant medical data regarding his health issues. The court rejected these claims, ruling that collective labor agreements do not constitute documents subject to distortion and that the appellant lacked legal interest to appeal since the lower court had already addressed the matter fully.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566(1), 118(4), 559(20) of the Code of Civil Procedure; Articles 339, 442 of the Code of Civil Procedure; Articles 556(1), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 68 of the Code of Civil Procedure; Article 27 of the Internal Regulations; Article 281 of the Civil Code: Collective labor agreements do not constitute documents subject to distortion under appeal grounds, and legal interest is absent when the lower court has already ruled on matters fully and redundantly.

Keywords

AI generated
collective labor agreements distortion of evidence legal interest in appeal labor dispute procedure medical reassignment documentary evidence redundant judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 566(1), 118(4), 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 339, 442 of the Code of Civil Procedure
Articles 556(1), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 27 of the Internal Regulations
Article 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1510 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1510/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπανάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και την πληρεξούσια δικηγόρο της Πελαγία Ζιάκα, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 320/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 813/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-4-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 περ.4 και 559 αριθ.20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ,εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που περιέχει .Ως έγγραφα δε, των οποίων η παραμόρφωση ιδρύει το λόγο αυτό, θεωρούνται εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 442 επ.

Κ.Πολ.Δ ως αποδεικτικά μέσα. Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν έγγραφα και άρα δεν επιδέχονται παραμόρφωση και οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά το κανονιστικό τους μέρος ως αποτελούσες κανόνες δικαίου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.1 και 578 Κ.Πολ.Δικ. για την άσκηση της αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ.

Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο μέρος αυτού, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω έγγραφων, από τα οποία προκύπτει ο αγωγικός ισχυρισμός του περί πρόκλησης μισθολογικής και βαθμολογικής υποβάθμισης του, εξαιτίας της τοποθέτησης αυτού από την εργοδότιδα του αναιρεσίβλητη στη θέση του οδηγού-φύλακα απ'αυτή του υπευθύνου γραφείου αποθήκης, την οποία κατείχε προηγουμένως: 1) της από 27-8-1997 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης,2)της από 1-12-1997 σύμβασης αορίστου χρόνου μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων,3) της από Αύγουστο 1998 απόδειξη πληρωμής του αναιρεσείοντος, 4)της από Ιανουαρίου 2003 απόδειξη πληρωμής του αναιρεσείοντος,5) της από 11-8-2004 αίτησης του ίδιου για χορήγηση άδειας,6)του από 28-8-2000 υπηρεσιακού σημειώματος,7)του από 7-6-2002 οργανογράμματος της αναιρεσίβλητης,8)της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της αναιρεσίβλητης,9)του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας αυτής, 10) της από 25-8-2004 επιστολής διαμαρτυρίας του Συλλόγου Εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, και 11) του από 8-5-2002 εγγράφου, με τον ίδιο δε λόγο και κατά το άλλο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία ως προς την κρίση της περί μη βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος, με την προαναφερθείσα αλλαγή του αντικειμένου της εργασίας του, με το να δεχθεί σε ένα σημείο της ότι "έστω αν αντικειμενικά είναι βλαπτική για τον ενάγοντα (η τοποθέτησή του στη θέση του οδηγού-φύλακα),υπό την έννοια ότι συνιστούσε τοποθέτηση σε θέση ιεραρχικά κατώτερη....",ενώ σε άλλο σημείο αυτής δέχθηκε ότι "...θέση που σε κάθε περίπτωση είναι παράλληλη με εκείνη του φύλακα οδηγού, χωρίς υφιστάμενο προσωπικό και με απαιτούμενα τα ίδια προσόντα....".

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο σε σχέση με την κυρία βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:Η αναιρεσίβλητη (Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ) προσέλαβε τον αναιρεσείοντα, κατόπιν διαγωνισμού του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, αρχικά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τρίμηνης διάρκειας (1-9-1997 εώς 30-11-97) και στη συνέχεια από 1-2-1997 με Σύμβαση αορίστου χρόνου, αντί της αμοιβής που θα όριζαν για το κλάδο του οι σχετικές σ.σ.ε και δ.α, σε θέση φύλακα οδηγού και με καθήκον να ελέγχει τη Ζώνη Διέλευσης του Κεντρικού Αγωγού του αερίου, με περιπολίες οι οποίες γινόταν καθημερινά με υπηρεσιακό όχημα και μία φορά το xρόνο πεζή, με σκοπό την πρόληψη ή τον περιορισμό ζημιών, που θα προκληθούν από φυσικά φαινόμενα ή από τρίτους.

Σύμφωνα με την προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος προκηρύξεων ΑΣΕΠ αρ. φύλλου 3/13-2-1996 τα προσόντα, τα οποία απαιτούνταν και είχε ο αναιρεσείων για την κατάληψη της θέσεως του φύλακα ήταν απολυτήριος τίτλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και επαγγελματική άδεια οδήγησης Β' κατηγορίας. Στην ατομική εργασιακή σύμβαση περιλήφθηκε ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο η εργοδότιδα "...δικαιούται να μεταβάλλει τη θέση ή και τον τόπο εργασίας του εργαζομένου, χωρίς τούτο να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων απασχόλησης, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Εταιρείας και τις λειτουργικές της ανάγκες..".Μέχρι την 31-8-2000 ο αναιρεσείων παρείχε υπηρεσίες φύλακας όπως είχε προσληφθεί.

Ωστόσο, την 17-7-2000 υπέβαλε αρμοδίως αίτημα αλλαγής θέσης από φύλακα σε διοικητικό υπάλληλο, επικαλούμενος λόγους υγείας. Προς απόδειξη της καταστάσεως του επισύναψε στην αίτησή την από 6-3-200 βεβαίωση του καθηγητή ... (ορθοπεδικού), σύμφωνα με την οποία έπασχε από "από επίπονη σωματική εργασία".Το αίτημα του έγινε δεκτό και με το από 28-8-2000 υπηρεσιακό σημείωμα του Γεν.

Διευθ. Κατασκευών, Λειτουργίας και συντήρησης, .... από την 1-9-2000 τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος της αποθήκης υλικών του ΚΕΣ .... Ακολούθως με την υπ'αριθμ. 372/2000 απόφαση της διοίκησης της αναιρεσίβλητης του ανατέθηκαν την 7-6-2002 καθήκοντα υπευθύνου γραφείου αποθήκης (αποθηκαρίου) στο Τμήμα Λειτουργίας και Συντήρησης ...

με καθήκοντα τη διαχείριση αποθηκών-υλικών, δηλαδή τις απογραφές, τον έλεγχο υλικών και απόσυρση αυτών, και τη συμμετοχή στη μηχανογράφηση αυτών, σε συνεργασία με την Κεντρική Αποθήκη. Για τη νέα θέση του απαιτούνταν τίτλος σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως και για τη θέση του φύλακα, για την οποία προσλήφθηκε.

Εν τέλει ο αναιρεσείων ζήτησε και έλαβε, για λόγους προσωπικούς και οικογενειακούς, άδεια άνευ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 10-9-2003 έως 31-7-2004.Όταν επέστρεψε, πληροφορήθηκε την 2-8-2004 από τον τομεάρχη ότι η εργοδότιδα καλεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη θέση του φύλακα, για την οποία είχε αρχικά προσληφθεί με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε πλέον επαρκές (για πλήρη απασχόληση) αντικείμενο στη θέση του αποθηκάριου διότι στο δεκάμηνο διάστημα που έλειπε είχαν μεταβληθεί οι υπηρεσιακές ανάγκες της εταιρίας.

Ο ενάγων αντέδρασε στην αλλαγή αυτή και προσέφυγε την 5-8-2004 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ισχυριζόμενος ότι η ανωτέρω μεταβολή συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της εργοδότιδας. Η αναιρεσίβλητη δεν άλλαξε απόφαση και την 9-8-2004 του κοινοποίησε υπηρεσιακό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή του Κλάδου Μεταφοράς ..., με το οποίο τον καλούσε να αναλάβει εργασία.

Ο αναιρεσείων αυθημερόν της απέστειλε εξώδικη δήλωση αποκρούοντας την αλλαγή της θέσης του ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του, προσφέροντας ωστόσο τις υπηρεσίες του υπευθύνου γραφείου αποθήκης. Αξίωσε δε τη λήψη νομότυπης απόφασης με προηγούμενη γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη με την υπ'αριθμ. 10/1 από 6-9-2004 απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της γνωστοποίησε την 1-10-2004 στον αναιρεσείοντα ότι η αλλαγή της θέσεως του εγκρίθηκε και από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο και προσυπογράφηκε από τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ... . Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι το υπηρεσιακό συμβούλιο της αναιρεσίβλη της στην ανωτέρω εισήγησή του έκανε και την εξής μνεία: "...εκφράζει την επιθυμία η εταιρία να λάβει υπόψη τους λόγους υγείας που ο κ.

Χ1 (αναιρεσείων)" επικαλείται ως αδυναμία επιστροφής στην ανωτέρω θέση, εφόσον αυτοί τεκμηριωθούν σύμφωνα με τις ισχύουσες σύννομες διαδικασίες".Τελικά ο αναιρεσείων απέστειλε στην αναιρεσίβλητη την από 5-10-2004 νέα εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι εμμένει στην προηγούμενη δήλωσή του. Από τότε είναι εκτός εργασίας, αλλά απασχολείται επαγγελματικά σε σταθερή και μόνιμη βάση ως φροντιστής μαθηματικός σε φροντιστήριο της πόλης του (...) που προετοιμάζει μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Όπως προαναφέρθηκε, στην ένδικη ατομική εργασιακή σύμβαση είχε περιληφθεί ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο η εργοδότιδα "...δικαιούται να μεταβάλλει τη θέση ή και τον τόπο εργασίας του εργαζομένου, χωρίς τούτο να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων απασχόλησης, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εταιρίας και τις λειτουργικές της ανάγκες...".Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.6 του από 2-4-2002 Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας που διέπει τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης και του προσωπικού της: "...όταν πρόκειται για αλλαγή θέσης σε άλλη ειδικότητα απαιτείται γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ενώ "οι αλλάγες αυτές δεν συνεπάγονται καμία μείωση αποδοχών".Επομένως, η απόφαση της αναιρεσίβλητης να μεταθέσει τον αναιρεσείοντα στη θέση του φύλακα (ουσιαστικά να τον επαναφέρει στη θέση του) αποτελούσε συμβατικό της δικαίωμα και γι'αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής και απαγορευμένη από το άρθρο 7 του ν.2112/1920, έστω και αν αντικειμενικά είναι βλαπτική για τον αναιρεσείοντα υπό την έννοια ότι συνιστούσε τοποθέτηση σε θέση ιεραρχικά κατώτερη.

Πάντως μείωση των αποδοχών του δεν επέφερε διότι ρητά αναφέρεται στην από 8-4-2004 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη εταιρία (άρθρο 6 παρ.4) ότι "το επίδομα θέσεως δεν μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση αλλαγής καθηκόντων".

Συνεπώς η μετακίνηση του αναιρεσείοντος δεν συνεπάγονταν μείωση των αποδοχών που λάμβανε ως αποθηκάριος, θέση που σε κάθε περίπτωση είναι παράλληλη με εκείνη του φύλακα-οδηγού, χωρίς υφιστάμενο προσωπικό και με απαιτούμενα τα ίδια τυπικά προσόντα. Επομένως, η πρώτη βάση της αγωγής ότι συντρέχει μονομερής μεταβολή των εργασιακών όρων είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως με το ως άνω περιεχόμενο, και ως προς το μέρος του, από τον αριθμό 20, χωρίς να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων καθώς και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένως ανέγνωσε αυτά και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Ως προς όμως το περιεχόμενο της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ'αυτή, εκείνη δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο με την προαναφερθείσα έννοια και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο ανωτέρω προβληθείς λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του αυτό, γι'αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Τέλος, ως προς τον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας της αναιρεσίβλητης, αναφέρεται μεν στο αναιρετήριο το περιεχόμενο αυτού, όπως και αυτό που εξέλαβε ως περιεχόμενο του το Εφετείο, και ειδικότερα διαλαμβάνεται στο ως άνω έγγραφο, κατά το ενδιαφέρον τμήμα του, ότι στο άρθρο 24 παρ.6 αυτού ορίζεται <<ότι οι αλλαγές θέσης του εργαζομένου σε άλλη ειδικότητα δεν συνεπάγονται καμία μείωση των αποδοχών του, εκτός αν λόγω αλλαγής της θέσης παύσουν να καταβάλλονται χρηματικά ποσά που συνδέονται με την απασχόληση του στο χώρο στην προηγούμενη θέση>>, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού <<ότι οι αλλαγές θέσης του εργαζομένου σε άλλη ειδικότητα δεν συνεπάγονται καμία μείωση των αποδοχών του>>, πλην ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του και σε σχέση με το αμέσως αναφερθέν έγγραφο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

Και αυτό γιατί η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, και σε σχέση με τον αγωγικό ισχυρισμό περί πρόκλησης στον αναιρεσείοντα μισθολογικής και βαθμολογικής υποβάθμισης από την αλλαγή της θέσης εργασίας του, από αυτή του υπεύθυνου γραφείου αποθήκης σ'εκείνη του φύλακα-οδηγού, είναι πλεοναστική, και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην κρίση ότι η προεκτεθείσα αλλαγή της θέσης εργασίας αυτού δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθόσον έγινε από την αναιρεσίβλητη κατ'ενάσκηση συμβατικού της δικαιώματος, με συνέπεια να μην ασκεί καμία έννομη επιρροή το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου.

Περαιτέρω, και ως προς το μέρος του λόγου αυτού από τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, η ως άνω αιτιολογία του Εφετείου ως προς την κυρία βάση της ένδικης αγωγής, με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης,, ήταν επαρκής και σαφής, χωρίς αντιφάσεις, δεν συνιστούν δε αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλομένης οι παραδοχές της <<...έστω και αν αντικειμενικά είναι βλαπτική (εννοώντας την τοποθέτηση του στη θέση του οδηγού-φύλακα) για τον ενάγοντα υπό την έννοια ότι τοποθετούσε σε θέση ιεραρχικά κατώτερη...>> και <<...θέση που σε κάθε περίπτωση είναι παράλληλη με εκείνη του φύλακα οδηγού, χωρίς υφιστάμενο προσωπικό και με απαιτούμενα τα ίδια τυπικά προσόντα...>>, αλλά πλεοναστική κρίση αυτής, η οποία όμως δεν στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην προαναφερθείσα κρίση ότι η αλλαγή της θέσης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν 'συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτού, δοθέντος ότι έγινε κατ'ενάσκηση συμβατικού της δικαιώματος.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης και κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος, ως ασκούμενος χωρίς έννομο συμφέρον και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης,υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ.11 εδ. γ Κ.Πολ.Δικ., την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 Κ.Πολ.Δ,που έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ.2 του αυτού Κώδικα),προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της ομολογίας.

Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ, με την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ.Κ.Πολ.Δικ.

Επίσης, ο λόγος του αριθμού 1εδ.α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 1,8,11γ,12 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και ειδικότερα ότι 1)παρεβίασε ευθέως τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ με την μη σωστή υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ως άνω διάταξη, και σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής του, περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης εργοδότιδάς του, να του αλλάξει τη θέση εργασίας,2)δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου και τα οποία αποδεικνύουν το πρόβλημα υγείας του αναιρεσείοντος και ότι αυτό ήταν γνωστό στην αναιρεσίβλητη:

Α)Την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, της μάρτυρα του, που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω δικαστηρίου, Β)την από 6-3-2000 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή της ορθοπεδικής κλινικής του Π.Π.Γ Νοσοκομείου ..., το υπ'αριθμ. πρωτ. .... υπηρεσιακό σημείωμα, την από 28-5-2004 μαγνητική τομογραφία του ιατρού ...

με την από 22-11-2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ..., την από 21-6-2004 απόφαση έγκρίσης λουτροθεραπείας του υποκαταστήματος του ΙΚΑ..., την από 2-8-2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ..., την από 20-8-2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ..., τις από 4-10-2004 και 4-11-2004 ιατρικές γνωματεύσεις της Α'βάθμιας Υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ ..., το από 11-10-2-4 παραπεμπτικό του ΙΚΑ για φυσιοθεραπείες με την από 2-11-2004 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, την από 7-3-2000 βεβαίωση του λέκτορα της πανεπιστημιακής νευρολογικής κλινικής του Π.Π.Γ.Ν...., ...., την από 31-1-2000 βεβαίωση του επίκουρου καθηγητή του Π.Π.Γ.Ν ..., ..., το από 3-4-2000 παραπεμπτικό φυσιοθεραπείας του ΙΚΑ ..., την από 16-2-2002 ιατρική γνωμάτευση με παραπεμπτικό του χειρούργου-ορθοπεδικού ..., την από 18-12-2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με υπεύθυνη δήλωση του φυσιοθεραπευτή ..., την από 24-1-2007 βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρίας ING ΠΕΙΡΑΙΩΣ, την υπ'αριθ.1396/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και Γ)τις υπ'αριθμ.5198,5199 και 5200/11-10-2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ...., ....

και ...., της συμβολαιογράφου Φαρσάλων, Φανής Κατσιλιέρου,3)δεν εκτίμησε σωστά την αποδεικτική δύναμη των προσκομισθέντων, ύστερα από επίκληση, εγγράφων (του αναιρεσείοντος) και τις καταθέσεις των μαρτύρων, και 4)δεν αιτιολόγησε γιατί δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα, ύστερα από επίκληση, έγγραφά του, καθώς και τις επίσης προσκομισθείσες ύστερα από επίκληση, ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, και την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης.

Το Εφετείο σε σχέση με την προαναφερθείσα επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:...Πρέπει ωστόσο να ερευνηθεί κατά πόσο η άσκηση του ανωτέρω συμβατικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης έγινε καταχρηστικά.

Ούτε όμως και τέτοια περίπτωση συντρέχει διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος πως τα όργανα της αναιρεσίβλητης τον καταδιώκουν πολιτικά διότι είναι γραμματέας της τ.ο του ΠΑ.ΣΟ.Κ στα ... δεν είναι βάσιμος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων τύγχανε αρίστης αντιμετωπίσεως,αφού όλα τα αιτήματα του (να εργασθεί ως αποθηκάριος, να του δοθεί η άδεια να εργάζεται παράλληλα και ως φροντιστής μαθηματικός, να λάβει 10μηνη άδεια άνευ αποδοχών)έγιναν δεκτά.

Περαιτέρω, ναι μεν ο αναιρεσείων έχει το προαναφερόμενο πρόβλημα υγείας που καθιστά επίπονη την άσκηση των καθηκόντων του οδηγού φύλακα, πλην όμως για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε το Υπηρεσιακό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης δεν έμεινε αδιάφορο, έπρεπε (ο αναιρεσείων) να τηρήσει τους όρους που διαγράφει για τέτοια ζητήματα ο Εσωτερικός Κανονισμός Εργασίας, παραμένοντας βέβαια στην εργασία του και όχι αποχωρώντας.

Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τις βάσιμες διαβεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, δεν υπήρχε δυνατότητα πλήρους απασχολήσεως στη θέση του αποθηκάριου λόγω μεταβολής των υπηρεσιακών αναγκών, έπρεπε να επιδιώξει τη μετάταξή του για λόγους υγείας σε άλλη κατάλληλη θέση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27,κεφάλαιο Μετατάξεις,παρ.1,του Εσωτερικού Κανονισμού.

Εκεί ρητά ορίζεται ότι "μετατάξεις ενεργούνται...για λόγους υγείας...Εγκρίνονται από το διευθύνοντα σύμβουλο μετά από εισήγηση του αρμοδίου γενικού διευθυντή κλάδου στο υπηρεσιακό συμβούλιο για γνωμοδότηση".Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής όφειλε κατά τους όρους της συμβάσεώς του να υποβληθεί ο αναιρεσείων ώστε να διαπιστωθεί αρμοδίως η πάθησή του και να εξευρεθεί η κατάλληλη θέση, στην οποία θα γινόταν η μετάταξή του.

Αντίθετα, αυτός επέλεξε να εμμείνει στο αυθαίρετο αίτημά του περί επανόδου στη θέση του αποθηκαρίου, καίτοι αυτό δεν ήταν επιχειρησιακά ευχερές, η δε εργοδότιδά του εκδήλωσε(δια του υπηρεσιακού συμβουλίου)την πρόθεση της να εκτιμήσει το πρόβλημα της υγείας, πράγμα άλλωστε που είχε πράξει και στο παρελθόν.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί και η επικουρική θεμελίωση της αγωγής ότι δηλαδή σε κάθε περίπτωση η άσκηση από την αναιρεσίβλητη του διευθυντικού δικαιώματός της για την αλλαγή της θέσης εργασίας του αναιρεσείοντος είναι καταχρηστική. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός(δεύτερος),ως προς το μέρος του που αφορά τον αριθμό 1 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δικ.Περαιτέρω,από την επισκόπηση της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχομένη σ'αυτή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτά(έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων και ένορκες βεβαιώσεις).

Συνεπώς, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του ανωτέρω άρθρου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακόμη, ο ως άνω λόγος από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον δεν ιδρύεται λόγω της εφαρμοζομένης στην προκειμένη περίπτωση ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών, όντας ασυμβίβαστος στη φύση αυτής. Ακόμη, ο ανωτέρω λόγος από τον αριθμό 19 του πιο πάνω άρθρου είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος στην αναληθή προϋπόθεση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ όπως ήδη προαναφέρθηκε, αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, ο προεκτεθείς λόγος και σε σχέση με την πλημμέλεια που προβάλλεται με αυτόν, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύονται με αυτόν τα περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την ανωτέρω πλημμέλεια.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.813/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ