1510/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1323/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/10/2006 αίτησή τους και τους από 20/4/2007 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1510/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν εκείνος, κατά του οποίου φέρεται προς απόδειξη το ιδιωτικό έγγραφο, προσβάλλει το έγγραφο αυτό ως πλαστό, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία προσάγεται, αν το ιδιωτικό έγγραφο προέρχεται από εκείνον στον οποίο αποδίδεται και αν αποδειχθεί η γνησιότητά του, οφείλει να το συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Full text
Απόφαση 1510 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1510/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Χ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δάρα.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1323/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/10/2006 αίτησή τους και τους από 20/4/2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι). Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, όταν δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη του και έγγραφα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ, όχι όμως και τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα.
Εάν εκείνος, κατά του οποίου φέρεται προς απόδειξη το ιδιωτικό έγγραφο, προσβάλλει το έγγραφο αυτό ως πλαστό, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία προσάγεται, αν το ιδιωτικό έγγραφο προέρχεται από εκείνον στον οποίο αποδίδεται και αν αποδειχθεί η γνησιότητά του, οφείλει να το συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Αν όμως το δικαστήριο, στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά το έγγραφο, πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ο αναιρετικός όμως λόγος από την παραπάνω διάταξη δεν ιδρύεται, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του εγγράφου και χωρίς να λάβει υπόψη το έγγραφο, βεβαιώνει ότι, θα κατέληγε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, αδιάφορα αν ελάμβανε υπόψη το έγγραφο, στο οποίο αφορά το παράπονο.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι, η αναιρεσίβλητη δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση στην επιχείρησή τους, προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου την, από 14-12-2000, βεβαίωση της αναιρεσίβλητης, που φέρει την υπογραφή της, στην οποία αυτή βεβαιώνει ότι, απασχολείται στην πιο πάνω επιχείρηση και ότι τα ρεπό της είναι σταθερά κάθε Κυριακή και Δευτέρα.
Η αναιρεσίβλητη προσέβαλε το έγγραφο αυτό ως πλαστό και κατονόμασε ως πλαστογράφο το δεύτερο αναιρεσείοντα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, όπως αποδεικνύεται από όλα τα αποδεικτικά μέσα, η αναιρεσίβλητη απασχολείτο στην πιο πάνω επιχείρηση έξι ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και το Σάββατο και ότι πραγματοποιούσε υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και παράνομη υπερωρία, ότι η κρίση του αυτή δεν αναιρείται από το παραπάνω έγγραφο, του οποίου η αναιρεσίβλητη αμφισβητεί τη γνησιότητα, προσβάλλοντάς το ως πλαστό και κατονομάζοντας ως πλαστογράφο το δεύτερο αναιρεσείοντα και ότι δεν συντρέχει ανάγκη αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 462 Κ.Πολ.Δ, προκειμένου να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ούτε ανάγκη διαβίβασης της εγγράφου στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατ' άρθρο 38 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος.
Δηλαδή, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, και χωρίς το παραπάνω έγγραφο, το οποίο δεν έλαβε υπόψη, θα κατέληγε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, ως προς το χρόνο εργασίας της αναιρεσίβλητης στην πιο πάνω επιχείρηση. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι τους αριθμούς 8 και 20 του ίδιου άρθρου, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες), με τους οποίους προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το Εφετείου της πιο πάνω βεβαίωσης, δεν στοιχειοθετούνται και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε από κάποιον από τους διαδίκους και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της πιο πάνω βεβαίωσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ενώπιον του Εφετείου ότι, έχουν καταβάλει αχρεωστήτως στην αναιρεσίβλητη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο χρηματικά ποσά και ζήτησαν να γίνει συμψηφισμός των ενδίκων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης με την ανταπαίτησή τους, λόγω της καταβολής των πιο πάνω ποσών.
Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, έναντι των νομίμων αποδοχών της αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν σ' αυτή, ως συμβατικό μισθό και όχι αχρεωστήτως, τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά και ότι, προκύπτουν υπέρ της αναιρεσίβλητης διαφορές αποδοχών, τις οποίες και επιδίκασε. Δηλαδή το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση συμψηφισμού των αναιρεσειόντων, αλλά δέχθηκε ότι, τα ποσά που κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη ήταν μικρότερα από εκείνα που ισχυρίσθηκαν αυτοί και ότι δεν καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά αχρεωστήτως αλλά με βάση την ένδικη σύμβαση εργασίας και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο τρίτος, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Όπως προκύπτει από τις, από 8-7-1998, 26-4-1999, 1-8-2000 και 1-6-2001 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (εστιατόρια, ταβέρνες, καφενεία, μπαρ κλπ)", που εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, ο νόμιμος μισθός των πωλητών (περ. ιι) με το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας εκ ποσοστού 7% με τη συμπλήρωση εκάστης τριετίας και μέχρι 5 τριετιών (παρ. 3 της ΔΑ 77/81), ανερχόταν από 1-1-1998 σε 157398 δραχμές, από 1-7-1998 σε 161303 δραχμές, από 1-1-999 σε 174753 δραχμές, από 1-7-1999 σε 178249 δραχμές, από 1-1-2000 σε 182169 δραχμές, από 1-7-2000 σε 186177 δραχμές, από 1-1-2001 σε 189901 δραχμές και από 1-7-2001 σε 193889 δραχμές.
Εξάλλου κατά την ΔΑ 77/81 παρ. 3 κεφ. Γ, ως προϋπηρεσία για τους μισθωτούς των καφενείων κλπ θεωρείται η διανυθείσα "από της το πρώτον ασκήσεως του επαγγέλματος εις οιασδήποτε ειδικότητας των καφενείων κλπ". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη προσελήφθη από τους αναιρεσείοντες την 1-1-1996, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια στα καταστήματά τους πωλήσεως τυροπιτών, ροφημάτων κλπ, ότι την 1-1-1999 είχε συμπληρώσει τριετία από την έναρξη ασκήσεως του επαγγέλματός της και εδικαιούτο επίδομα πολυετούς υπηρεσίας από 1-1-1998 και ότι ο νόμιμος μισθός της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2001, ανερχόταν στα παραπάνω αναφερόμενα ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την πιο πάνω από 8-7-1998 ΣΣΕ και τη ΔΑ 77/81, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται επίδομα πολυετούς υπηρεσίας για το έτος 1998, χωρίς να έχει συμπληρώσει τριετία σε οποιοδήποτε εργοδότη και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται η παραβίαση των άλλων πιο πάνω ΣΣΕ, που αναφέρονται στα έτη 1999, 2000 και 2001, κατά τα οποία η αναιρεσίβλητη είχε συμπληρώσει τριετία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς δηλαδή να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Εξάλλου, λόγοι αναιρέσεως αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο προβάλλεται η παραμόρφωση ενός εγγράφου και με τον άλλο η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο του ίδιου εγγράφου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε τις αποδείξεις και τις βεβαιώσεις αποδοχών που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, από τις οποίες προέκυπτε ότι, αυτοί κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη μεγαλύτερα ποσά από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο.
Το Εφετείο, όμως, κατέληξε στο πόρισμά του ως προς τα καταβληθέντα στην αναιρεσίβλητη ποσά με βάση όλα τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τα παραπάνω προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και είναι απορριπτέος.
Εξάλλου, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις πιο πάνω βεβαιώσεις αποδοχών (από 20-1-1999, 18-1-2001 και 21-102002), είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί είναι αντιφατικός σε σχέση με τον πιο πάνω από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου λόγο αναιρέσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος παρέχεται όταν η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και όχι στην εκτίμηση ή αξιολόγηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση περί ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης, όσον αφορά στην εκτίμηση και αξιολόγηση από το Εφετείο των αποδείξεων πληρωμής, που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες καθώς και της γνησιότητάς τους ή όχι, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει, κατ' αποδοχή του πιο πάνω τρίτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που επιδίκασε αποδοχές στην αναιρεσίβλητη για το έτος 1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1323/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ