Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for inadmissibility and lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider specific sworn statements and witness testimony when forming its finding of fact. The court rejected this claim, ruling that the lower court was not required to explicitly reference every piece of evidence in its reasoning as long as it had considered them in its overall evaluation of the case.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 lit. g of the Code of Civil Procedure: The appellate court is not required to specifically reference every piece of evidence in its reasoning if it has considered them in its overall evaluation of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 150 / 2026 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 150/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "DCS - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στου Ζωγράφου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Καρατζή.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)" (πρώην "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1070/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 893/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως.
Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε τη μεταγενέστερη, επίσης ερμηνευτική, διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 "1.
Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.
Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 607/2025, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 632/2023, Α.Π. 1130/2022, Α.Π. 987/2022, Α.Π. 452/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5-4-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 893/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-μισθωτικών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεσή της, στις 5-4-2023, στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και εμπροθέσμως, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. , όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 18-2-2021, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας, θα έληγε στις 19-2-2023, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 7-11-2020 έως 6-4-2021, καθώς και επιπλέον 10 ημερών (άρθρο 83 παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 4790/2021), αυτή δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 893/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 23-7-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2018) αγωγή της, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της στο πεδίο τεχνολογίας της πληροφορίας, κατήρτισε με τον Ο.Α.Ε.Ε. , στην θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχός του, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. , την από ...-2006 σύμβαση παροχής Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών Ιδιωτικού Ιδεατού Δικτύου IP - VPN και συντηρήσεως της καλής λειτουργίας του, προκειμένου το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
να αναπτύξει, με άλλες οικονομικές μονάδες μέσω τηλεπικοινωνιακών συνδέσεών τους με το δίκτυο της ενάγουσας, ιδεατό ιδιωτικό δίκτυο (VPN). Ότι η διάρκεια της συμβάσεως ορίσθηκε ένα έτος από την ημερομηνία υπογραφής της, ήτοι μέχρι τις ...-2007, αντί μηνιαίου παγίου κόστους 2.126,10 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. , προβλέφθηκε δε ότι σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε από τους συμβαλλομένους δεν δηλώσει εγγράφως 30 ημερολογιακές ημέρες πριν την λήξη της διάρκειάς της, ήτοι μέχρι τις 15/1 εκάστου έτους, την πρόθεση να μην παραταθεί η ισχύς της, τότε η διάρκεια της συμβάσεως θα παρατείνεται κάθε φορά για χρονικό διάστημα ενός ακόμα έτους.
Ότι η Διεύθυνση Προμηθειών Στέγασης και Αξιοποίησης Περιουσίας του Ο.Α.Ε.Ε. με την αναφερόμενη επιστολή, που της απέστειλε στις 4-3-2013, την ενημέρωσε για την άμεση λήξη της συνεργασίας τους, ενώ ακολούθησε η αναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ. , με την οποία εγκρίθηκε αναδρομικώς η καταγγελία της ως άνω συμβάσεως.
Ότι η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως ήταν άκυρη, με συνέπεια την εξακολούθηση της ισχύος της συμβάσεως μέχρι και τις 14-10-2013. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της επιδίκου συμβάσεως, 2) να αναγνωρισθεί, ύστερα από την μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει, με τον νόμιμο τόκο, το σύνολο των αμοιβών της για το χρονικό διάστημα από 1-3-2013 έως 15-10-2013, ανερχόμενο στα ποσά των 15.690,62 ευρώ και 3.189,15 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. , για το χρονικό διάστημα από 15-10-2013 έως ...-2014, αποζημίωση ίση με το ποσόν των αμοιβών της, ανερχόμενη στο ποσό των 8.504,40 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. , επικουρικώς δε το ποσόν των 21.431,53 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. , ως εύλογη αποζημίωση λόγω της πρόωρης καταγγελίας της συμβάσεως, άλλως και όλως επικουρικώς το ποσόν των 16.431,53 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. , ως αρνητικό διαφέρον που αντιστοιχεί στο σύνολο των δαπανών που κατέβαλε, προκειμένου να εκτελέσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, πιστεύοντας ότι η σύμβαση παρατάθηκε εγκύρως από ...-2013 έως ...-2014 και 3) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο της οφείλει ως ποινική ρήτρα το ποσό των 40.350 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. , για το χρονικό διάστημα από 14-10-2013 μέχρι 10-7-2014, άλλως το ποσό των 71.700 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. , για το χρονικό διάστημα από 4-3-2013 έως 10-7-2014.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1070/2019 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση, επειδή πρόκειται για διαφορά από διοικητική σύμβαση. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 17-2-2020 έφεσή της, με την οποία παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Επ' αυτής το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού δίκασε την από 23-7-2018 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. , κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 προβλεπόμενο λόγο (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1121/2025, Α.Π. 170/2025, Α.Π. 782/2022). Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα και συγκεκριμένα κήρυξε άκυρη τη σύμβαση ανανεώσεως της μισθώσεως ελλείψει εγγράφου τύπου, εφαρμόζοντας εσφαλμένως τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του Π.Δ. 715/1979 και, γι' αυτό, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του Π.Δ. 715/1979, σύμφωνα με την οποία "η σύμβασις μισθώσεως καταρτίζεται διά συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου, κατά την κρίσιν του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου", είναι ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , όπως προεκτίθεται στη νομική σκέψη.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος έχει στόχο την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025).
Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψιν, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 1426/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , ήτοι ότι το Εφετείο, αφενός μεν, δέχθηκε, ότι η από 15-02-2006 σύμβαση Παροχής Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών Ιδιωτικού Ιδεατού Δικτύου IP-VPN και Συντήρησης της καλής λειτουργίας του μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και του ΟΑΕΕ-ΤΣΑ, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος, "είχε λήξει στις 15/2/2007", καθώς και ότι "είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη λήξη της αρχικής έγκυρης σύμβασής της (ενν.
της ενάγουσας) με τον εναγόμενο οργανισμό ούτως ώστε να δικαιολογείται η πεποίθησή της ότι αυτή, έξι χρόνια μετά τη λήξη της, είχε παραταθεί για ακόμα ένα έτος", ήτοι έλαβε υπ' όψιν ισχυρισμό, τον οποίο δεν προέβαλε κανένα από τα διάδικα μέρη, αφετέρου δε, δεν έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προέβαλε η ίδια (η ενάγουσα), ότι δηλαδή η επίδικη σύμβαση εκτελείτο συνεχώς και αδιαλείπτως από ...-2006 έως 4-3-2013, εφόσον είχε συμφωνηθεί η σιωπηρή παράταση της ένδικης μισθώσεως για ένα έτος κάθε φορά, με τον αναιρεσίβλητο να αποδέχεται την παροχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας και να καταβάλλει το τίμημα, ο δε αντίδικός της είχε ισχυρισθεί, ότι η καταγγελία της σύμβασης από τον ΟΑΕΕ έγινε το Μάρτιο του 2013 και ότι ακολούθησε η σχετική απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η εν λόγω καταγγελία.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ερεύνησε τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας, η οποία υποστήριζε, ότι η από ...-2006 έγγραφη σύμβαση ήταν ενεργή και ότι η από 1-3-2013 καταγγελία της από τον αντίδικό της ήταν άκυρη, έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι, μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου ετήσιας διάρκειας, η ένδικη σύμβαση έληξε, και επειδή δεν καταρτίσθηκε εγγράφως σύμβαση ανανεώσεως της μισθώσεως, η έλλειψη της οποίας επιφέρει αυτοδίκαιη ακυρότητα της συμβάσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του Π.Δ. 715/1979, δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση μισθώσεως, δέχθηκε δε ακολούθως, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα δικαιολογημένα πίστευε, όπως ισχυριζόταν με την επικουρική βάση της αγωγής της, ότι η από ...-2006 σύμβαση, η οποία είχε λήξει στις 15-7-2007, παρατάθηκε έγκυρα και ότι για το λόγο αυτό προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή δαπάνες.
Επομένως, πρέπει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να απορριφθεί στο σύνολό του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. , αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο Δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το Δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψιν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1074/2024, Α.Π. 1064/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, για το ότι η ένδικη σύμβαση έληξε στις ...-2007 και ότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την λήξη της αρχικής εγκύρου συμβάσεως, ούτως ώστε να δικαιολογείται η πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι αυτή, έξι χρόνια μετά την λήξη της, είχε παραταθεί εγκύρως για ένα ακόμη έτος. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ' όψιν, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025).
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψιν του την προσαχθείσα, μετ' επικλήσεως από αυτήν, υπ' αριθμ. .../2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών της Α.
Γ. και την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Χ. Γ. Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπ' όψιν εκ μέρους του Εφετείου των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων πλήττεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.
Το τελευταίο δε τούτο, διότι από την ρητή διαβεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, για να καταλήξει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκτίμησε τα προσαχθέντα ενώπιον του έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, αναφέροντας ότι "Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την υπ' αριθμ. ...2018 ένορκη βεβαίωση της Α.
Γ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από προηγούμενη κλήτευση του εναγόμενου (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθ. ...2018 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Τ.), η οποία προσκομίσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την ως άνω ενάγουσα και επαναπροσκομίζεται, ...καθώς και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψιν και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 893/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ