150/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated150/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 9 παρ.1 του ν.1468/1984, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του ν.2214/1994, όπως το τελευταίο συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν.2526/1997, ορίζεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και διοικητικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 150 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 150/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ευσταθοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 2) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μυταλούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 801/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 9 παρ.1 του ν.1468/1984, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του ν.2214/1994, όπως το τελευταίο συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν.2526/1997, ορίζεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και διοικητικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.
Απαλλαγές, που προβλέπονται υπέρ του Δημοσίου από το παράβολο για την άσκηση ενδίκων μέσων ..., ισχύουν και για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το αναιρεσείον απαλλάσσεται από το παράβολο άσκησης ενδίκων μέσων, μεταξύ των οποίων και της άσκησης αναίρεσης. Επομένως ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων που προβάλλουν με τις έγγραφες προτάσεις τους, περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, λόγω μη καταβολής του παραβόλου του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 60/2019). Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση και β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό.
Στην προκείμενη περίπτωση ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί αν και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ πλημμέλεια περί ανεπάρκειας, ασάφειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο α) σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών δηλαδή ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτής και ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της και β) ο πραγματικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και τα πραγματικά περιστατικά που πρότεινε για τη θεμελίωσή του και η σύνδεση του με το διατακτικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε , κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Δυνάμει των με αριθμούς .../10.6.1996 γραμματίου παρακαταθήκης ποσού 49.896 δραχμών ήτοι 146,43 ευρώ και .../ 8.2.2000 γραμματίου παρακαταθήκης ποσού 136.296,60 δραχμών ήτοι 399,99 ευρώ, συστάθηκαν παρακαταθήκες στο εναγόμενο ΝΠΔΔ υπέρ του 1ου των εναγόντων από Β.
χήρα Μ. Μ. το γένος Μ. Ζ. που αφορούσαν αποζημίωση χρήσης ενός διαμερίσματος του γ' ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ..., στην οδό ... Δυνάμει των με αριθμούς .../10.6.1996 γραμματίου παρακαταθήκης ποσού 349.272 δραχμών ήτοι 1.025,01 ευρώ και .../ 8.2.2000 γραμματίου παρακαταθήκης ποσού 954.066 δραχμών ήτοι 2.799,90 ευρώ, συστάθηκαν παρακαταθήκες στο εναγόμενο ΝΠΔΔ υπέρ της 2ης των εναγόντων από Β.
χήρα Μ. Μ. το γένος Μ. Ζ. για τον ίδιο ως άνω λόγο . Δυνάμει των με αριθμούς .../10.6.1996 γραμματίου παρακαταθήκης ποσού 199.584 δραχμών ήτοι 585,72 ευρώ και -2. .../ 8.2.2000 γραμματίου παρακαταθήκης ποσού 545.180 δραχμών ήτοι 1.599,94 ευρώ, συστάθηκαν παρακαταθήκες στο εναγόμενο ΝΠΔΔ υπέρ του πατέρα των εναγόντων Ε. Μ. του Γ. από Β.
χήρα Μ. Μ. το γένος Μ. Ζ. για τον ίδιο ως άνω λόγο. Ο προαναφερόμενος πατέρας των εναγόντων αποβίωσε στις 10.1.2003 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονόμοι του εξ αδιαθέτου στην αξίωση του κατά του εναγόμενου κατέστησαν οι ενάγοντες κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η σύζυγος του, μητέρα των εναγόντων Φ. Μ.. Η τελευταία αποβίωσε στις 13.4.2003 χωρίς να αφήσει διαθήκη και άφησε μοναδικούς της κληρονόμους εξ αδιαθέτου τους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα απ' αυτούς...
Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα και της μητέρας τους με ανάμιξη τους στην κληρονομιά τους και με αποδοχή κληρονομιάς επί των ακινήτων ιδιοκτησίας τους στις 11.1.2013 και στις 11.5.2013 αντίστοιχα.
Συνεπώς οι ενάγοντες κατέστησαν κληρονόμοι της απαίτησης του πατέρα τους σε βάρος του εναγόμενου κατά 50% ο καθένας. Επομένως ο καθένας των εναγόντων από το με αριθμό .../ 10.6.1996 γραμμάτιο παρακαταθήκης ποσού 199.584 δραχμών ήτοι 585,72 ευρώ, δικαιούται ποσό 292,86 ευρώ ενώ από το με αριθμό .../8.2.2000 γραμμάτιο παρακαταθήκης ποσού 545.180 δραχμών ήτοι 1.599,94 ευρώ, δικαιούται ποσό 799.97 ευρώ.
Επομένως οι αξιώσεις του 1ου και της 2ης των εναγόντων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ, από τα ποσά των γραμματίων παρακατάθεσης που εκδόθηκαν με δικαιούχους τους ίδιους και κατά 50% από τα ποσά των γραμματίων παρακατάθεσης που εκδόθηκαν με δικαιούχο τον αποβιώσαντα πατέρα τους, ανέρχονται συνολικά στα ποσά των 1.639,25 ευρώ και 4.917,74 ευρώ αντίστοιχα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν στα χέρια τους τα γραμμάτια παρακατάθεσης, καθώς την υπόθεση διαχειριζόταν ο αποβιώσας πατέρας τους. Μετά το θάνατο του υπέβαλαν αίτηση στο εναγόμενο προκειμένου να πληροφορηθούν για την ύπαρξη τυχόν γραμματίων παρακαταθήκης. Το εναγόμενο με το ...13.10.2003 έγγραφο του, τους πληροφόρησε σχετικά.
Οι ενάγοντες κατόπιν απευθύνθηκαν στο εναγόμενο προκειμένου να παραλάβουν τα γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης. Κατόπιν σύστασης των αρμοδίων υπαλλήλων, υπέβαλαν δήλωση απώλειας τους με τη σαφή αναφορά - δεν τα βρίσκω- . Το εναγόμενο εξάλλου αρνήθηκε την απόδοση στους ενάγοντες των χρημάτων που αντιστοιχούσαν στα ως άνω γραμμάτια με σημείωση της επιφύλαξης των νομίμων δικαιωμάτων τους κατά της παρακαθέτη Β.
Μ.. Επιπλέον το εναγόμενο, στις επισκέψεις τους στο κατάστημα του εντός της δεκαπενταετίας από το χρόνο σύστασης των παρακαταθηκών, δεν ενημέρωσε διά των αρμοδίων υπαλλήλων του τους ενάγοντες για την δεκαπενταετή παραγραφή, της οποίας οι τελευταίοι έλαβαν γνώση για πρώτη φορά στις 2.12.2015 όταν το εναγόμενο αρνήθηκε την καταβολή σε αυτούς των ως άνω χρηματικών ποσών, επικαλούμενο για πρώτη φορά και μετά την παρέλευση της, την δεκαπενταετή παραγραφή από το χρόνο σύστασης της παρακαταθήκης σύμφωνα με το άρθρο 17 εδ.β' ν. 3646/ 1928.
Πράγματι από το χρόνο σύστασης των επίδικων παρακαταθηκών οπότε και γεννήθηκε η σχετική αξίωση των εναγόντων σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και μέχρι του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής (5.1.2016) παρήλθε ο προβλεπόμενος για τη συμπλήρωση της παραγραφής χρόνος των 15 ετών των άνω αξιώσεων των εναγόντων, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε το εναγόμενο με ως άνω ένσταση του.
Όμως η προβολή από πλευράς του εν λόγω ισχυρισμού παρίσταται ως αντίθετη προς τις θεσπιζόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 200,281 και 288 ΑΚ αρχές, διότι το εναγόμενο δεν ενημέρωσε τους ενάγοντες για την μικρότερη των είκοσι ετών παραγραφή όταν επισκέφθηκαν το κατάστημα του και δεν τους ειδοποίησε να αναλάβουν χρηματικές παρακαταθέσεις πριν την επερχόμενη παραγραφή προσωπικά ή δια του τύπου.
Η υποχρέωση αυτή του εναγόμενου ήταν επαυξημένη, καθόσον οι ενάγοντες το ενημέρωσαν ότι δεν είχαν τα σώματα των γραμματίων σύστασης παρακαταθήκης. Όφειλε συνεπώς το εναγόμενο, ως αυτόνομος χρηματοπιστωτικός οργανισμός εξυπηρέτησης του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος μέσα στους σκοπούς λειτουργίας του οποίου είναι το δημόσιο καθήκον διαφύλαξης των παρακαταθηκών, στα πλαίσια της εμπιστευτικού χαρακτήρα σχέσης του με θέση οικονομικά και νομικά πολύ πλεονεκτικότερη από εκείνη των εναγόντων και με αυξημένη υποχρέωση προστασίας και προνοίας των συμφερόντων τους , να τους ενημερώσει με την παροχή διασαφηνίσεων σχετικά με τον κίνδυνο παραγραφής, που σε κάθε περίπτωση διέτρεχε η αξίωση τους, ώστε να μην κινδυνεύει να παραγραφεί, περιστάσεις που αυτοί (οι ενάγοντες) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως μέσοι συναλλασσόμενοι αγνοούσαν.
Το εναγόμενο εξάλλου, με τις ανακοινώσεις στην ιστοσελίδα του... ενημερώνει για τις παρακαταθήκες και τα είδη τους, αλλά δεν κάνει κανένα λόγο για δεκαπενταετή παραγραφή. Έτσι το εναγόμενο που παρέχει υπηρεσίες παρακατάθεσης επ' αμοιβή του, προτάσσοντας τα δικά του συμφέροντα σε βάρος του ατομικού συμφέροντος των εναγόντων και ως καταναλωτών, ενεργεί ενάντια στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και γι' αυτό η εν λόγω συμπεριφορά του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι ως άνω αρχές.
Επομένως, για τους προαναφερόμενους λόγους πρέπει να γίνει δεκτή η αντένσταση που προέβαλλαν οι ενάγοντες και να γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες διατηρούν αξίωση εναντίον του εναγομένου για απόδοση του ως άνω ποσού. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ.2 και 3 ν. 4270/ 2014, βάσει των οποίων για να επέλθει παραγραφή των ανεξόφλητων χρηματικών παρακαταθηκών που είχαν συσταθεί πριν την 1.1.1989, υπέρ του Τ.Π και Δανείων έπρεπε να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη σε αυτά πρόσκληση και γνωστοποίηση των δικαιούχων και του άρθρου 8 παρ.1 ν.4151/2013 που προβλέπει ατομική ειδοποίηση των καταθετών πιστωτικών ιδρυμάτων με συστημένη επιστολή για τον κίνδυνο παραγραφής.
Επισημαίνεται ότι το εναγόμενο λειτουργεί και ως πιστωτικό ίδρυμα . Εφόσον ο νομοθέτης απαίτησε με τον ως άνω ν. 4270/ 2014 για να επέλθει παραγραφή των ήδη παραγραμμένων το έτος 2014 (σύμφωνα με το άρθρο 17 εδ.β ν.3 646/ 1928) παρακαταθηκών που συστάθηκαν πριν την 1η .1.989 δεν μπορεί να γίνει δεκτό βάσει των αρχών της καλής πίστης, ότι το εναγόμενο δεν είχε υποχρέωση ενημέρωση και προστασίας των δικαιούχων παρακαταθέσεων που συστάθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο" ".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Ειρηνοδικείο ακολούθως δέχθηκε την από 5.1.2016 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των χιλίων εξακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (1.639,25 ευρώ ) και στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων δεκαεπτά ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (4.917,74 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση..
Το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, ότι είναι καταχρηστική η άρνηση του αναιρεσείοντος καταβολής των αναφερόμενων χρηματικών ποσών στους αναιρεσίβλητους, λόγω παραγραφής του δικαιώματος τους, είναι σαφές και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το αναιρεσείον, αορίστως άλλωστε, με το δεύτερο, από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησής του είναι αβάσιμα. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι όπως προαναφέρθηκε η ένδικη αγωγή αφορά υπόθεση μικροδιαφοράς (άρθρα 466 επ.
ΚΠολΔ), για την οποία δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη. Με τον πρώτο λόγο ως προς το δεύτερο σκέλος του αναιρετηρίου αποδίδεται η αιτίαση ότι αυτό (ειρηνοδικείο) δεν έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Ομοίως και ο δεύτερος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι άφησε αίτηση αδίκαστη, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθ. 9, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι, το αναιρεσείον ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ.4 ν.2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ1492/2017, ΑΠ675/2015, ΑΠ1362/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07.06.2018 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της υπ'αριθ. 801/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου