Legislator Case Law & Legislation
150/2017 AI generated

150/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 150/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

150/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-1-2015 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 150 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 150/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Α.-Ι. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Μπαλατή.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Πολιτικό.

Της Προσθέτως παρεμβαίνουσας: Δ. συζ. Α.-Ι. Σ., θυγατέρας Γ. Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Νικολάου Κολιόπουλου.

Υπέρ του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Α.-Ι. κατοίκου ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2417/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 2600/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-1-2015 αίτησή του.

Με την από 19-11-2015 κλήση του, επανέφερε μετά από ματαίωση, την υπόθεση για εκδίκαση.

Η Προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 14-10-2016 παρέμβασή της στο Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 22-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και την από 10-11-2016 συμπληρωματική έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, το ότι δε η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στο άρθρο 573 παρ. 1, στο οποίο απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες στην αναιρετική διαδικασία διατάξεις του ΚΠολΔικ, δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, γιατί οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔικ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 14/2008, 13/2006, 25/2004).

Για το παραδεκτό της πρόσθετης παρέμβασης απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή των γενικών διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την αγωγή (όπως η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κλπ) και ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου, η κατά την άσκηση της παρεμβάσεως ύπαρξη εκκρεμούς δίκης και η εκδήλωση πρόθεσης υποστήριξης κάποιου από τους διαδίκους της αρχικής δίκης.

Αυτός που κατά οιονδήποτε τρόπο μετείχε ως διάδικος σε προηγούμενα στάδια της δίκης, δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου, ώστε να νομιμοποιείται σε άσκηση παρέμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση η προσθέτως παρεμβαίνουσα στην αναιρετική δίκη μεταξύ του υπέρ ου και της καθής η παρέμβαση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2600/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήταν διάδικος στην αγωγή στην οποία αφορά η αναίρεση και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Ειδικότερα η αναιρεσίβλητη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την από 14-6-2009 και με αριθμ. πραξ. καταθ. 7912/2009 αγωγή της, περί νομής, με εναγομένους μεταξύ άλλων την προσθέτως παρεμβαίνουσα και τον αναιρεσείοντα γυιό της, η οποία αγωγή ως προς αυτήν (προσθέτως παρεμβαίνουσα) απορρίφθηκε τελεσίδικα με την αναιρεσιβαλλομένη η απόφαση.

Επομένως, η προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου ως προς την εκκρεμούσα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, με αναιρεσείοντα τον ομόδικό της στα προηγούμενα στάδια της δίκης γυιό της Ε. Σ. του Α.-Ι. και γιαυτό δεν νομιμοποιείται προς άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, η οποία ως εκ τούτου, ελλείψει της εν λόγω εξεταζομένης και αυτεπαγγέλτως διαδικαστικής προϋποθέσεως (άρθρ. 73 και 68 ΚΠολΔικ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 981 εδ. 1 και 984 ΑΚ, συνάγεται ότι ο αποκτήσας τη φυσική εξουσία επί του πράγματος είναι νομέας αυτού, αν ασκεί την εν λόγω εξουσία, με διάνοια κυρίου, η δε νομή αυτή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, οπότε αυτός προστατεύεται με τις οικείες αγωγές των άρθρων 989 και 984 ΑΚ περί διαταράξεως της νομής και περί αποβολής από αυτήν.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 989 ΑΚ, ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα, έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διαρκή ή παροδικό χαρακτήρα, που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή και με την οποία ανατρέπεται η ήσυχη και ειρηνική απόλαυση της νομής, συνιστά δε μερική προσβολή, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη, είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα, είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως, όπως συμβαίνει και όταν αυτός (προσβολέας) παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (Ολ.

ΑΠ 9/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος από 14-6-2009 αγωγή περί διαταράξεως συννομής της αναιρεσίβλητης, η οποία και μόνο αποτελεί αντικείμενο της αναιρέσεως, καθόσον η σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αγωγή περί διαταράξεως της νομής κατά της Δ.

Σ. (προσθέτως, κατά τα ανωτέρω, παρεμβάσας) απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη, ενώ για την ετέρα σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο κατά του Α. Ι. Σ. αγωγή είχε διαταχθεί με την πρωτόδικη απόφαση ο, χωρισμός της, ως αφορώσας σε διαφορά μεταξύ συνιδιοκτητών. "Δυνάμει του με αριθμό .../22-10-2007 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Γεωργίου Μάνδρου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είναι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος, μεταξύ άλλων, μίας ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας, επιφανείας 108,76 τ.μ., του υπογείου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα και στην οδό ..., με ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και ψήφους 100/1000 και με αναλογία κοινοχρήστων 100/1000.

Κατά το άλλο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη Δ. Σ. (αδελφή της ενάγουσας - εκκαλούσας), τυγχάνει συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος αυτού δυνάμει του με αριθμό .../9-4-2008 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Δημητρίου Λαγκαδινού.

Ο υπόγειος αυτός χώρος είναι ενιαίος και αδιαμόρφωτος, υπάρχει δε στον χώρο αυτό και λειτουργεί από ανεγέρσεως της οικοδομής (πολυκατοικίας) το λεβητοστάσιο και ο καυστήρας της κεντρικής θέρμανσης αυτής (πολυκατοικίας), καθώς και ένα WC. Η εν λόγω πολυκατοικία, πέραν του ως άνω υπογείου, αποτελείται: α) από ισόγειο, ιδιοκτησίας, κατά μεν την ψιλή κυριότητα στην εκκαλούσα, κατά δε την επικαρπία στη μητέρα αυτής (εκκαλούσας) Ε.

Χ., β) από πρώτον όροφο, ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης Δ. Σ., γ) από δεύτερο όροφο, ιδιοκτησίας της εκκαλούσας και δ) από τρίτο όροφο, ιδιοκτησίας, κατά μεν την ψιλή κυριότητα στον εφεσίβλητο Ε. Σ. (τέκνο του εναγόμενου και μη διάδικου στην παρούσα δίκη Α. -Ι. Σ. και της εφεσίβλητης Δ. Σ.), κατά δε την επικαρπία στην τελευταία (Δ.

Σ.). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω χώρος του υπογείου ουδέποτε από της ανεγέρσεως της εν λόγω πολυκατοικίας και ύστερα κατέστη κοινόχρηστος χώρος αυτής (πολυκατοικίας) με οποιαδήποτε έννοια του νόμου. Παρόλα αυτά, ο φερόμενος ως διαχειριστής της εν λόγω πολυκατοικίας και αρχικά εναγόμενος, Α. - Ι.

Σ., στις 5-1-2008 συγκάλεσε γενική συνέλευση συνιδιοκτητών (συζύγου και τέκνου του - εφεσιβλήτων), χωρίς την παρουσία της εκκαλούσας, στην οποία αποφασίσθηκε η εγκατάσταση φυσικού αερίου για οικιακή χρήση, χωρίς την αποσύνδεση διαμερίσματος / διαμερισμάτων από την κεντρική θέρμανση, η οποία αφορά τα διαμερίσματα των πρώτου και τρίτου ορόφων της εν λόγω πολυκατοικίας.

Επιπλέον δε αποφασίσθηκε οι ιδιοκτήτες των ως άνω διαμερισμάτων των πρώτου και τρίτου ορόφων (εφεσίβλητοι) να προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες για εγκατάσταση φυσικού αερίου και στην εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών οδεύσεως σωληνώσεων, καθώς και στην τοποθέτηση εξαρτημάτων μετρητών εντός των κοινοχρήστων χώρων της εν λόγω πολυκατοικίας.

Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος - εφεσίβλητος Ε. Σ. στις 11-1-2008 απευθυνόμενος προς την ... Α.Ε. υπέβαλε αίτηση σύνδεσης παροχής φυσικού αερίου, συνυπέβαλε δε και αντίγραφο πρακτικού της ως άνω από 5-1-2008 γενικής συνελεύσεως συνιδιοκτητών, καθώς και την από 3-1-2008 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία επέτρεψε την χρήση των σωληνώσεων και στους λοιπούς συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας (εννοώντας την εκκαλούσα).

Επίσης, συνυπέβαλε και σχέδια μη θεωρημένα από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο του υπογείου χώρου, σύμφωνα με τα οποία ο υπόγειος χώρος της ως άνω πολυκατοικίας εμφανίζεται ως κοινόχρηστος χώρος, λαμβάνοντας από την ως άνω Ανώνυμη Εταιρεία τον κωδικό αριθμό πελάτη ... Πέραν αυτών, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος Ε.

Σ. εκμεταλλευόμενος την απουσία της εκκαλούσας και της οικογένειάς της σε διακοπές, προέβη, κατ’ εφαρμογήν του ως άνω από 5-1-2008 πρακτικού γενικής συνελεύσεως συνιδιοκτητών, σε εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών οδεύσεως σωληνώσεων και τοποθετήσεως εξαρτημάτων (μετρητών, διακοπτών κ.λ.π.) εντός του ως άνω υπογείου για την εγκατάσταση φυσικού αερίου στην εν λόγω πολυκατοικία.

Πλην όμως η αρμόδια ... Α.Ε., δεν προέβη σε ενέργειες ενεργοποιήσεως της εσωτερικής εγκαταστάσεως φυσικού αερίου στο ως άνω υπόγειο, και τούτο διότι, κατόπιν της από 29-6-2009 έγγραφης καταγγελίας της εκκαλούσας προς την ανωτέρω ... Α.Ε., με την οποία γνωστοποιούσε σ’ αυτήν (εταιρεία) ότι η όδευση σωληνώσεων, καθώς και η τοποθέτηση εξαρτημάτων (μετρητών, διακοπτών κ.λ.π.) για την εγκατάσταση φυσικού αερίου δεν έγινε σε κοινόχρηστο χώρο της εν λόγω πολυκατοικίας, αλλά σε ανεξάρτητη υπόγειο οριζόντια ιδιοκτησία αυτής και της εφεσίβλητης, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, η εν λόγω εταιρεία απαντά στο ως άνω έγγραφό της, με κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο εναγόμενο - εφεσίβλητο Ε.

Σ., μεταξύ άλλων, ότι η εσωτερική εγκατάσταση θα ενεργοποιηθεί, εφόσον κατόπιν ελέγχου διαπιστωθεί η συμφωνία της εσωτερικής εγκατάστασης αερίου, με την εγκεκριμένη μελέτη και τον Κανονισμό Εσωτερικών Εγκαταστάσεων Φυσικού Αερίου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος Ε. Σ. (συνεπικουρούμενος και από τον αρχικά εναγόμενο πατέρα του Α. - Ι.

Σ.) έχει προβεί σε φωταγώγηση και υδροδότηση του ως άνω υπογείου με τη μεταφορά ηλεκτρικών εγκαταστάσεων από τον κοινόχρηστο χώρο του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας σ’ αυτό και με τη μεταφορά σωληνώσεων νερού από υποδαπέδια σε υπερδαπέδια διερχόμενα εντός του όγκου του υπογείου, σε εγκατάσταση τηλεφωνικών γραμμών, πυρανίχνευσης, πυροσβεστήρων, διακοπτών, συναγερμού και γκαραζόπορτας.

Ακόμη δε έχει εγκαταστήσει στο χώρο του υπογείου πάσης φύσεως εξαρτήματα - μηχανήματα, ηλεκτρολογικά - ηλεκτρονικά συστήματα, που αγοράσθηκαν επ’ ονόματί του και επιπλέον μίας εταιρείας συμβούλων με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εμφανίζεται ως γενικός διευθυντής της. Οι πράξεις αυτές του εναγόμενου - εφεσιβλήτου Ε.

Σ., οι οποίες έγιναν παράνομα και χωρίς τη θέληση της συννομέως κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της ενάγουσας -εκκαλούσας επί του υπογείου χώρου, κατά τα εκτεθέντα, συνιστούν διατάραξη του δικαιώματος της συννομής της επί του ακινήτου αυτού, την δε έκταση του ποσοστού 50% αμφισβητούν τόσον ο εναγόμενος - εφεσίβλητος Ε.

Σ., όσον και οι συνεναγόμενοι γονείς του, θεωρώντας ότι όλοι είναι συννομείς του υπογείου χώρου (βλ. σελ. 8 των έγγραφων προτάσεών τους). Επίσης, οι ως άνω πράξεις του εναγόμενου - εφεσιβλήτου Ε. Σ. συνιστούν και αδικοπρακτική συμπεριφορά, σύμφωνα με την οποία αυτός υπαίτια και παράνομα ζημίωσε την ενάγουσα - εκκαλούσα, διότι διαταράσσοντας αυτήν από τη συννομή επί του υπογείου χώρου παρεμποδίζει την ήσυχη και ειρηνική απόλαυσή της.

Από την υπαίτια και παράνομη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου - εφεσίβλητου Ε. Σ., με τη διατάραξη της συννομής της στο υπόγειο χώρο, η ενάγουσα - εκκαλούσα υπέστη ηθική βλάβη, για την απάμβλυση της οποίας δικαιούται κατά νόμον (άρθρα 299, 932 Α.Κ.) εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Η ικανοποίηση αυτή ανέρχεται, ενόψει ιδίως της προσβολής της συννομής της στο υπόγειο χώρο, που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή της, από τον ως άνω εναγόμενο - εφεσίβλητο, της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών και των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας, στο ποσό των 1.500 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έπρεπε η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη καθό μέρος στρέφεται κατά του εναγόμενου - εφεσιβλήτου Ε. Σ., τα δε αντίθετα που υποστηρίζονται από αυτόν με τις έγγραφες προτάσεις του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ισχυρισμός του δε ότι "επαναφέρουμε νομίμως εκ νέου ενώπιόν Σας, όλους τους πρωτοδίκως προταθέντες από ημάς δια των ενδίκων προτάσεών μας ισχυρισμούς και ενστάσεις μας" είναι μη νόμιμος, διότι σύμφωνα με το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν, σε προηγούμενη συζήτηση, στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν" (βλ.

Α.Π. 290/1998 Ελλ. Δ/νη 39.1553, Α.Π. 1011/1994 Ελλ. Δ/νη 37. 133). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη καθό μέρος στρέφεται κατά του εναγόμενου - εφεσιβλήτου Ε. Σ., έσφαλε στην κρίση του αυτή και ειδικότερα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων που είχαν προσκομισθεί, κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερου λόγου και του συναφούς με αυτόν τρίτου λόγου της εφέσεως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε, κατ’ ουσίαν, την έφεση ως προς τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο και αφού εξαφάνισε, ως προς αυτόν, την εκκαλουμένη που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου (ως προς αυτόν) την αγωγή και την δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διαλαμβάνει σ’ αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων των άρθρων 974, 981 εδ. 1, 984 και 989 ΑΚ.

Ειδικότερα ενώ γίνεται δεκτό ότι λήφθηκε στις 5-1-2008 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των συνιδιοκτητών, στην οποία δεν συμμετείχε η αναιρεσίβλητη, πλην όμως ήταν δεσμευτική για αυτήν, αφού η απόφαση αυτή ούτε ακυρώθηκε, ούτε λήφθηκε χωρίς εκείνη να έχει κληθεί, στη συνέχεια έγιναν οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ενέργειες σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής της Γενικής Συνελεύσεως, ήτοι νόμιμα και με απόφαση που δέσμευε και την αναιρεσίβλητη, αφού η βούλησή της εμπεριεχόταν σε εκείνη της πλειοψηφίας της Γενικής Συνελεύσεως, στη συνέχεια δέχεται η απόφαση αντιφατικά ότι οι πράξεις αυτές έγιναν παράνομα και χωρίς τη θέληση της αναιρεσίβλητης και ότι γιαυτό ήταν διαταρακτικές της επί του ενδίκου υπογείου συννομής της.

Ενόψει τούτων ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος από τους λόγους της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να γίνει δεκτός (παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών) ως ουσιαστικά βάσιμος και αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστή άλλον από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός είχε καταθέσει (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔικ).

Η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), ενώ η προσθέτως παρεμβάσα πρέπει να καταδικασθεί στην προκληθείσα από την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης δικαστική δαπάνη της καθής-αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183, 182 παρ. 1 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση.

Καταδικάζει την προσθέτως παρεμβάσα στη δικαστική δαπάνη της καθής η παρέμβαση-αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) Ευρώ.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2600/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός έχει καταθέσει.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ