150/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 150 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 150/2016
Legislator headnote
AI generated150/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 150 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 150/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 150 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 150/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη,Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Βγόντζα.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πέππα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 101/2014 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2014 αίτησή του και τους από 27-10-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 24-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1724, 1730, 1732 και 1733 παρ. 2γ ΑΚ η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από το διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 1725-1737 ΑΚ. Ο διαθέτης δηλώνει προφορικώς την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων, τα οποία συμπράττουν και τα οποία πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης, η οποία συντάσσεται κατά τους ορισμούς του άρθρου 1732 ΑΚ και υπογράφεται από το διαθέτη και από τα πρόσωπα τα οποία συμπράττουν. Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει η υπογραφή του αναπληρώνεται από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στην παραπάνω πράξη του συμβολαιογράφου. Περαιτέρω η δημόσια διαθήκη έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου, την οποία ρυθμίζουν τα άρθρα 438, 440 και 441 Κ.Πολ.Δ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης που συντάσσεται στο συμβολαιογράφο είτε ως γενόμενα από το συμβολαιογράφο που συνέταξε τη διαθήκη είτε ενώπιόν του, κατά των οποίων ανταπόδειξη μπορεί να γίνει μόνο με προσβολή αυτής ως πλαστής είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1733 ΑΚ και μάλιστα πλην άλλων ότι ο διαθέτης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει (ΑΚ 1733 παρ. 2εδ.3), καθώς και ότι υπέγραψαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν (ΑΚ 1733 παρ. 2 εδ.1.1). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 10-9-2003, απεβίωσε, στη …, η μητέρα των εδώ διαδίκων, Μ. χήρα Γ. Λ., κάτοικος, εν ζωή, ..., η οποία άφησε την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμ/φου Καρδάμυλων Χίου, Τριαντάφυλλου. Μυλωνά και δημοσιεύτηκε, στις 5-11-2003, με το υπ' αριθμ. 1830/478/2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. Στη διαθήκη είχε επισυναφθεί κατάσταση ακίνητης περιουσίας του συζύγου της αποβιώσασας, επί της οποίας, η ίδια, είχε κληρονομικό μερίδιο 2/8 εξ αδιαιρέτου, το μερίδιο, δε, αυτό, κατέλιπε στους διαδίκους υιούς της, με την εν λόγω διαθήκη. Η, ως άνω, δημόσια διαθήκη συντάχθηκε, νομότυπα, ενώπιον Συμβολαιογράφου και τριών μαρτύρων, οι οποίοι, όπως βεβαιώνεται, ήταν παρόντες, καθ' όλη τη διάρκεια της σύνταξης της, ως συμπράττοντα πρόσωπα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της. Επίσης, βεβαιώνεται, ότι αυτή αναγνώσθηκε από το συντάξαντα Συμβολαιογράφο, δυνατά και καθαρά, προς τη διαθέτιδα και τους άνω μάρτυρες, οι οποίοι την άκουσαν και νόμιμα, βεβαιώθηκε απ' όλους, υπογράφηκε, δε, από τη διαθέτιδα με το αριστερό της χέρι, ενώ δεν ήταν αριστερόχειρας, λόγω προβλήματος στο δεξί χέρι της, όπως αναφέρεται στη διαθήκη, καθώς και από τους μάρτυρες και το Συμβολαιογράφο. Ειδικότερα, στο τέλος της εν λόγω διαθήκης, έχει τεθεί, ως υπογραφή της διαθέτιδας, ολογράφως, το όνομα της (Μ Λ.), ενώ, στις σελίδες της, συνημμένης, κατάστασης ακίνητης περιουσίας, που αποτελεί ένα σώμα με τη διαθήκη, έχουν τεθεί τ' αρχικά του ονόματος της (Μ Λ). Σημειωτέον, ότι, με την κρινόμενη αγωγή δεν αμφισβητείται, ρητά, η παρουσία των τριών μαρτύρων, που συνέπραξαν, κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης ούτε κάτι από το περιεχόμενο της, πλην της γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτιδας. Εξάλλου, στην εν λόγω διαθήκη, δεν προσδιορίζεται το πρόβλημα, που εμφάνιζε το δεξιό χέρι της διαθέτιδας, πλην, όμως, από τα προσκομιζόμενα μ' επίκληση, έγγραφα, αποδεικνύεται ότι η τελευταία νοσηλεύτηκε, επανειλημμένα, στη γενική κλινική "Η Ζωοδόχος Πηγή", υποβαλλόμενη σε χημειοθεραπείες, λόγω μεταστατικού καρκίνου δεξιού μαστού, κατά το χρονικό διάστημα 11-12-2002 μέχρι 10-9-2003, οπότε απεβίωσε, εξαιτίας της ως άνω ασθένειας. Επειδή, δε, εμφάνισε διήθηση των μασχαλιαίων αδένων της συστοίχου πλευράς, αυτή δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει, τουλάχιστον, με ευχέρεια, το δεξιό χέρι της. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 3-12-2003 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού-χειρουργού Ι. Κ., καθώς και την ένορκη βεβαίωση του ιδίου, η διαθέτις είχε υποστεί οίδημα και πάρεση του δεξιού άνω άκρου. Ο ενάγων-εκκαλών, αμφισβητεί την εμφάνιση πάρεσης στο δεξιό άκρο της μητέρας του, επικαλούμενος, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την από 3-2-2012 γνωμοδότηση του ιατρού, Κ. Σ., σχετικά με την εμφάνιση μόνιμης ή παροδικής πάρεσης, σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού. Ανεξαρτήτως, όμως, της εμφάνισης ή μη της πάρεσης, στη διαθέτιδα, καθώς και του περιοδικού ή μόνιμου χαρακτήρα αυτής, από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε, αναμφίβολα, ότι η διαθέτις, λόγω της ασθένειας της, είχε προβλήματα στη χρήση του δεξιού χεριού της, τα οποία, ωστόσο, παρουσίαζαν διακυμάνσεις, που της επέτρεπαν, περιοδικά, την περιορισμένη κίνηση και χρήση του εν λόγω άκρου... (Ακολουθεί αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων). Από τις παραπάνω γνωμοδοτήσεις και τα αναφερόμενα έγγραφα, συνάγεται ότι, εξαιτίας της γεροντικής ηλικίας και των παθολογικών αιτίων της, η διαθέτις βρισκόταν σε, περιοδικές, εξάρσεις και υφέσεις, της υπογραφικής της αδυναμίας. Μάλιστα, στο, από 11-6-2003, συγκριτικό τραπεζικό έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε, μόλις, τέσσερις (4) ημέρες, μετά τη σύνταξη της διαθήκης (7-6-2003) η διαθέτις υπέγραψε με τον ιδιότυπο υπογραφικό σχηματισμό, με τα αρχικά της, (Μ Λ) γεγονός, που μαρτυρεί την αδυναμία της, να θέσει την κανονική υπογραφή της, με το δεξιό χέρι της και δικαιολογεί τη χρήση του αριστερού της χεριού, κατά την υπογραφή της ένδικης διαθήκης. (Ακολουθεί αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων). Εξάλλου, σχετικά με τη βασιμότητα του ισχυρισμού περί μη γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτιδας, οι καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης, δεν κρίνονται πειστικές, καταρρίπτονται, δε, από εκείνες των μαρτύρων ανταπόδειξης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση της Σ. Λ. (που έχει ληφθεί, ενόψει της ποινικής προδικασίας), πρώτης εξαδέλφης, της διαθέτιδας, η τελευταία της απάντησε, σε σχετική ερώτηση, ότι δεν είχε πρόθεση να συντάξει, ούτε συνέταξε διαθήκη. Η βεβαίωση, όμως, αυτή, αντικρούεται, από τις ένορκες βεβαιώσεις των Φ. Μ. και Μ. Ν., αδελφού και πρώτης εξαδέλφης, αντίστοιχα της διαθέτιδας, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι, σύμφωνα με δηλώσεις της ίδιας διαθέτιδας, προς αυτούς, η τελευταία, λίγο πριν πεθάνει, είχε προβεί στη σύνταξη διαθήκης. Οι εν λόγω βεβαιώσεις επιβεβαιώνονται και από τις ένορκες βεβαιώσεις, κατά την ποινική προδικασία, των δύο, εκ των τριών, μαρτύρων (η ένορκη κατάθεσης του μάρτυρα, Δ. Γ., προσκομίζεται ημιτελής και δεν μπορεί να εξακριβωθεί, τυχόν, αναφορά του, στο γεγονός), που συνέπραξαν, κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης. Σημειωτέον, δε, ότι ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε, βέβαια, αποδεικνύει, κάποιο λόγο, που θα δικαιολογούσε την ψευδή βεβαίωση των εν λόγω μαρτύρων, σχετικά με την υπογραφή της διαθήκης, ενώ, δεν αποδείχθηκε ούτε η επικαλούμενη, από. τον ίδιο, παραπλάνηση ή η εξαπάτησης τους, καθόσον, ούτε η μάρτυρας απόδειξης καταθέτει, οτιδήποτε, πειστικό, σχετικά με το κίνητρο των προσώπων, αυτών, ούτε προέκυψε, αν προσδοκούσαν ή είχαν, όφελος από την εν λόγω υπόθεση ή αν είχαν οποιαδήποτε συναλλαγή, με τον εναγόμενο-εφεσίβλητο, πέραν της προσωπικής γνωριμίας τους, δεδομένου, μάλιστα, ότι πρόκειται γι' ανθρώπους ορισμένου μορφωτικού επιπέδου, αλλά και κοινωνικής εμπειρίας, ήτοι έναν ιατρό, ένα δικηγόρο και έναν έμπορο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, για την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης ως πλαστής ως προς την υπογραφή της διαθέτου και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, που συναρτάται με το κύρος αυτής, κατά τις οποίες δεν ανταποδείχθηκαν τα όσα στη δημόσια διαθήκη βεβαιώνονται ως λαβόντα χώρα ενώπιον του αρμόδιου για τη σύνταξή της συμβολαιογράφου δηλαδή η δήλωση της διαθέτου περί αδυναμίας της να υπογράψει τη διαθήκη της με το δεξιό χέρι της και η υπογραφή από αυτήν με το αριστερό χέρι και συνεπώς είναι γνήσια η υπογραφή της τελευταίας και έγκυρη η διαθήκη. Επομένως ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του περί της μη γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτου στην επίμαχη διαθήκη, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 περ α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτου στην επίμαχη δημόσια διαθήκη και με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την ανώμοτη εξέταση του πρώτου εναγομένου στην πρωτοβάθμια δίκη, τις βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων γνωμοδοτήσεις γραφολόγων που συντάχθηκαν κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, καθώς και έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη με διάταξη του Πταισματοδίκη Χίου, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης μετά από μήνυση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου και του συμβολαιογράφου, που συνέταξε την επίμαχη διαθήκη, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) όπως βεβαιώνει συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής. Επομένως στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν κατέληξε το Εφετείο χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 13-11-2014 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Λ. του Ι. και τους από 27-10-2015 προσθέτους λόγους αυτής κατά της 101/2014 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ