Legislator Case Law & Legislation
150/2014 AI generated

150/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 150/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ.16510/4-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Χ. Μ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τη διορισθείσα δυνάμει της με αριθμό 31468/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας αυτού Σ. Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:34527/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 605/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2011 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

150/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
road traffic law traffic offence offenses against legal certainty motorcycle road accident red light violation motorway vignette
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 150 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 150/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Ε., συζ. Γ. Μ., με την ιδιότητά της ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας και για λογαριασμό του γιού της, Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ καικατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1.Ι. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Του Κ. Τ. του Ι., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Καραγκούνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ.16510/4-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Χ. Μ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τη διορισθείσα δυνάμει της με αριθμό 31468/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας αυτού Σ. Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:34527/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 605/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2011 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1821/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Επανέφερε η αναιρεσείουσα την υπόθεση, με την από 14-5-2013 κλήση της για εκ νέου συζήτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 10-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ, αν ο αντίδικος, εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση, με την από 14-5-2013 κλήση του αναιρεσείοντος, παρισταμένου δια της δικαστικής αυτού συμπαραστάτριας (ΑΚ 1666 επ, ΚΠολΔ 64 παρ. 1), μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1821/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης. Η ως άνω κλήση, προς συζήτηση της υπόθεσης, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2013), επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, προς τους δύο πρώτους εκ των αναιρεσιβλήτων (Ι. και Κ. Τ. ), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... και .../18-6-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, προς τους οποίους είχε επιδοθεί και αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... και .../17-4-2012 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας.

Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν, εκτός άλλων και τα εξής: Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1573/2007 ΕλλΔ 2007 772).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 2612/12-11-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης την οποία η αναιρεσείουσα την είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως. Όμως από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι η τελευταία δεν είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ως εκκαλούσα-εφεσίβλητη κατά τις προαναφερόμενες διατυπώσεις την ως άνω ένορκη βεβαίωση. Και τούτο διότι στις εν λόγω έγγραφες προτάσεις (σελ.30) δεν αναφέρεται ότι προσκομίστηκε νομίμως η 2612/2009 ένορκη βεβαίωση, αλλ' όλως απαραδέκτως-αορίστως αναφέρεται ότι προσκομίζονται :1)οι εκθέσεις επιδόσεως για ένορκες (.../9-11-2009, .../9-11-2009 και .../9-11-2009) και 2) "και οι αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις.

Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330, και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Κατά δε την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο νομικό καθήκον είτε όχι.

Αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Ειδικότερα στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος μόνο η από τον οδηγό αυτοκινήτου παραβίαση διατάξεως του ΚΟΚ δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του οδηγού για το ατύχημα, χωρίς τη διαπίστωση και ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό εκείνο αποτέλεσμα, όπως επίσης και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών.

Έτσι ο οδηγός αυτοκινήτου που κινείται σε οδό διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διπλή διαχωριστική γραμμή και προσεγγίζει κάθετη διασταύρωση της οδού με ευρισκόμενη αριστερά σε σχέση με την πορεία του οδό, στην οποία προτίθεται να εισέλθει, οφείλει να οδηγεί με τεταμένη προσοχή και σύνεση, να μειώσει την ταχύτητά του, να πλησιάσει προοδευτικά τον άξονα της οδού παρά τη διαχωριστική γραμμή, καθιστώντας εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του με την ενεργοποίηση του αριστερού δείκτη πορείας (φλας), να ακινητοποιήσει το όχημά του στο διάκενο της διπλής διαχωριστικής γραμμής και αφού ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα αντιθέτως και εκ δεξιών του κινούμενα οχήματα και βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί στην ενέργειά του αυτή χωρίς κίνδυνο των λοιπών κινουμένων επί της εν λόγω οδού οχημάτων, να πραγματοποιήσει ακινδύνως την ενέργειά του αυτή δηλαδή τη στροφή αριστερά (αρθρ. 12 παρ.1, 21 παρ. 1, 23 παρ.2 ΚΟΚ).

Κατ' ακολουθίαν, σε περίπτωση που ο οδηγός παραλείψει τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του αυτές και το κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όχημα επιπέσει στο αυτοκίνητό του τη στιγμή της πραγματοποίησης της στροφής αριστερά, θεμελιώνεται ευθύνη του οδηγού, ανεξαρτήτως πταίσματος του άλλου οδηγού, αν η πρόσκρουση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη της υποχρεώσεώς του εκείνης. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια της αμέλειάς του (ΑΠ 818/2006).

Εξάλλου, η παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988 Ελλ. Δ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνηση της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα εξής: Την 30-11-05 και ώρα 19:30,ο ενάγων Χ. Μ. του Γ., ο οποίος, δυνάμει της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 31468/07 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας), ήδη από το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και εκπροσωπείται νόμιμα στην παρούσα δίκη από την ορισθείσα ως (οριστική) δικαστική συμπαραστάτρια μητέρα του Σ.

Ε. συζ. Γ. Μ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κινούταν στην οδό Λαγκαδά, με κατεύθυνση προς το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Την ίδια στιγμή, στην ίδια οδό, αλλά με κατεύθυνση αντίθετη από .αυτήν του παραπάνω οδηγού, δηλαδή προς την έξοδο της Θεσσαλονίκης, κινούταν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ....Χ.Φ.αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο, Ι.

Τ., ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου Κ. Τ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Η οδός Λαγκαδά είναι διπλής κατεύθυνσης και κατά. τον παραπάνω χρόνο διέθετε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 7 μέτρων, διασταυρώνεται δε από δεξιά σε σχέση με την πορεία του ενάγοντα με την οδό Παπανικολή και σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγόμενου οδηγού με την οδό Λ.

Στρατού. Στις πορείες των άνω οδηγών και πριν τον ισόπεδο αυτό κόμβο, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι ρυθμίζουν την κίνηση στη διασταύρωση αυτή για μεν τα οχήματα που θέλουν να κινηθούν ευθεία στην οδό Λαγκαδά με φως κυκλικής μορφής, για δε τα οχήματα που θέλουν να κινηθούν με κατεύθυνση της οδού Λ.

Στρατού (και από τις δύο κατευθύνσεις) με διπλό αναλάμπον κίτρινο φως υπό μορφή βέλους (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ .2434/6.4.06 έγγραφο του Τμήματος Σήμανσης, Σηματοδότησης και Ηλεκτροφωτισμού της Διεύθυνσης Ελέγχου Συντήρησης Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας).

Συνεπώς, για τους οδηγούς που κινούνται ευθεία στην οδό Λαγκαδά προς την έξοδο της πόλης και επιθυμούν να πραγματοποιήσουν αριστερή στροφή προς την οδό Παπανικολή, δεν υπάρχει σηματοδότηση που να καλύπτει την κίνηση τους αυτή ούτε όμως και σήμανση που να απαγορεύει την αριστερή αυτή στροφή(βλ. την από 30.11.05 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι του Τμήματος Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει).

Εξάλλου, στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου δεν υπάρχει βοηθητική λωρίδα για τυχόν αριστερή στροφή προς την οδό Παπανικολή, ενώ από τη λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών στον άνω κόμβο προκύπτει ότι αυτός καταλαμβάνεται πάντα είτε από τα .οχήματα που κινούνται στην οδό Λαγκαδά με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης είτε από οχήματα που εξέρχονται από την Λ.

Στρατού, τα οποία μπορούν να κινηθούν και προς τις τρεις κατευθύνσεις (δεξιά, αριστερά και ευθεία προς την οδό Παπανικολή), δεδομένου ότι όταν η ένδειξη του ευρισκόμενου στο ρεύμα πορείας του ενάγοντα φωτεινού σηματοδότη στην οδό Λαγκαδά μεταβάλλεται σε ερυθρή, αμέσως μετά μεταβάλλεται σε πράσινη η ένδειξη του ευρισκόμενου στην οδό Λ.

Στρατού σηματοδότη. Ο πρώτος εναγόμενος όμως, εισερχόμενος στο άνω κόμβο, ξεκίνησε να πραγματοποιεί αριστερή στροφή προς την οδό Παπανικολή, παρά του ότι αυτή ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη εν όψει των ανωτέρω κυκλοφοριακών συνθηκών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προανακριτική αλλά και επ' ακροατηρίου κατάθεση του, φτάνοντας στη διασταύρωση της οδού Λαγκαδά με αυτή της οδού Λ.

Στρατού, έχοντας ένδειξη πράσινου φωτός στον ευρισκόμενο στην πορεία του σηματοδότη, κινήθηκε προοδευτικά στο άκρο αριστερό της λωρίδας του και διέκοψε την πορεία του δύο μέτρα περίπου μετά το σηματοδότη, περιμένοντας να ανάψει κόκκινο φως στο σηματοδότη του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Λαγκαδά.

Αφού άναψε το κόκκινο και σταμάτησαν την πορεία τους τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, αυτός έλεγξε στα δεξιά του την οδό Λ. Στρατού και λίγο πριν ξεκινήσουν τα οχήματα αυτά να διασχίζουν την οδό Λαγκαδά, για τα οποία άναψε το πράσινο φανάρι, πιστεύοντας ότι προλάβαινε να κινηθεί πρώτος, έστριψε αριστερά, με συνέπεια να συγκρουσθεί με τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Γ.

Μ., ο οποίος προηγουμένως είχε παραβιάσει την ερυθρή ένδειξη του ευρισκόμενου στην πορεία του σηματοδότη...Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, συνυπαίτιοι για τη σύγκρουση αυτή κρίνονται και οι δύο οδηγοί, κατά ποσοστό 65% ο ενάγων και 35% ο πρώτος εναγόμενος αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, ο Ι. Τ. δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που με βάση τις ατομικές του ικανότητες αλλά και του μέσου συνετού οδηγού μπορούσε να καταβάλει, αποφεύγοντας οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία στον κόμβο και ειδικότερα εισήλθε οε ισόπεδο οδικό κόμβο πραγματοποιώντας αριστερή στροφή, η οποία ναι μεν δεν απαγορευόταν από κατάλληλη σήμανση, ωστόσο ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, γιατί αφενός μεν δεν καλυπτόταν από σηματοδότη, καθώς ο υπάρχων στην πορεία του σηματοδότης αφορά την ευθεία κίνηση των οχημάτων στην οδό Λαγκαδά, αφετέρου δε ο κόμβος αυτός καταλαμβάνεται πάντα είτε από τα οχήματα που κινούνται στην οδό Λαγκαδά με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης είτε από οχήματα που εξέρχονται από την κάθετη σε αυτήν οδό Λ.

Στρατού, και μάλιστα, επιχείρησε τον προαναφερθέντα ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε ασφαλώς να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών οδηγών που χρησιμοποιούσαν το οδόστρωμα, επιτρέποντας τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει, ενεργώντας δηλαδή κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 εδ.

α', 23 παρ. 2 και 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την αντιθέτως κινούμενη στην οδό Λαγκαδά δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Χ. Μ.. Από την άλλη όμως πλευρά και ο τελευταίος οδηγός, ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα και σε μικρότερο βαθμό συνυπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, από αμέλεια μη ενσυνείδητη, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που με βάση τις ατομικές του ικανότητες αλλά και του μέσου συνετού οδηγού υπό ανάλογες περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, και ειδικότερα, παραβίασε τον ευρισκόμενο σε ισόπεδο οδικό κόμβο φωτεινό σηματοδότη που είχε ως ένδειξη το ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής, που τον υποχρέωνε να σταματήσει τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε και να αναμένει μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως, ώστε να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα, αλλά αυτός συνέχισε την πορεία του, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 6 παρ. 1 περ.

β' του Κ.Ο.Κ., με αποτέλεσμα να επέλθει τελικά η επίδικη σύγκρουση. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμους τους λόγους των αντίθετων εφέσεων αναφορικά με την υπαιτιότητα των ως άνω οδηγών και δη: του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Έτσι, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους αναιρεσιβλήτους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το εις αυτήν αναφερόμενο ποσό, ενώ αναγνώρισε ότι αυτοί οφείλουν να του καταβάλουν και το ποσό των 88181,80 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για τη εις αυτήν (απόφαση) αιτία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και του ως άνω οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των ως άνω οδηγών και της επελθούσας ζημίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα στην απόφαση εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την συνυπαιτιότητα και των δύο ως άνω οδηγών για την ένδικη σύγκρουση και θεμελιώνουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων τους και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου προσδιορίζονται οι οδικές συνθήκες στο κρίσιμο σημείο, η λειτουργία του φωτεινού σηματοδότου, η παραβίαση του από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας - αναιρεσείοντος και η παρεμβολή του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου με πραγματοποίηση αριστερής στροφής με τον ανωτέρω περιγραφόμενο αμελή τρόπο και δη:

χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών οδηγών που χρησιμοποιούσαν το οδόστρωμα, επιτρέποντας τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει. Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.

Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Έτσι κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία το φύλο και τις κλίσεις του παθόντα, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, για τον καθορισμό της εξ αυτής αποζημίωσης προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του, ενώ χρηματική παροχή εκ της διάταξης του αρθ. 931 ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης που καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, με βάση τους προαναφερθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες (ΑΠ 416/2012, ΑΠ 1226/2011, ΑΠ 123/2010).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο προσδιόρισε, τη χρηματική παροχή από το άρθρο 931 ΑΚ σε 170.000 ευρώ συνολικά και δη: 90.000 ευρώ καταψηφιστικά και 80.000 ευρώ αναγνωριστικά, ως εύλογο ποσό συνεκτιμώντας σύμφωνα, με τις παραδοχές της απόφασης και το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (65%).

Στη συνέχεια, όμως, το Εφετείο μείωσε το εν λόγω ποσό κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντα και : 1) Επιδίκασε σ' αυτόν 31500 ευρώ (90.000 Χ 35 %) και 2) Αναγνώρισε ότι αυτός δικαιούται να λάβει επιπλέον 28.000 ευρώ (80.000 Χ 35 %). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ σχετικά με το ζήτημα του προσδιορισμού του εύλογου ποσού της χρηματικής παροχής, της επιδικαστέας, κατά το άρθρο 931 Α.Κ.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την εκ του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω της κατ' ίσο μέρος νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών (ΚΠολΔ 183,178 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 605/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ