Legislator Case Law & Legislation
150/2013 AI generated

150/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 150/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

150/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίασή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 150 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 150/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Σ. του Π., και 2.Σ. Τ. του Θ. συζ. Σ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δάρα.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μαρκόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1165/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 167/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Απριλίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

Α.Π.18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ.15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (Α.Π. 554/1995, 1316/1992).

Κατά συνέπεια ο πρώτος, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί αοριστίας της αγωγής, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής ο τόπος τελέσεως των αποδιδομένων στους αναιρεσείοντες αδίκων πράξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, ως και των προτάσεων τόσον αυτού, όσο και της δεύτερης αναιρεσείουσας προς απόκρουση της αντιθέτου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, δεν προβλήθηκε η ως άνω πλημμέλεια, η οποία δεν αφορά στη δημοσία τάξη, ενώπιον του Εφετείου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.

Εξ' άλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το αυτό άρθρο (562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), είναι και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στη μη λήψη υπόψη ενστάσεως εκκρεμοδικίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι η ως άνω πλημμέλεια, η οποία δεν αφορά στη δημόσια τάξη, προτάθηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός (Α.Π. 1072/1987).

ΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ? ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ..

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ο πρώτος αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την μη προσκομισθείσα μετ' επίκληση 41852/3.4.2008 απόφαση του Α' Αυτοφώρου Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την υπ' αριθ. πρωτ.

…/30.12.2004 ιατροδικαστική έκθεση του Χ. Λ., ως και τα λοιπά ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία αναφέρονται στον λόγο που ερευνάται. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκομίζει ο ενάγων, αφού "δεν τα επικαλείται ειδικά με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.." καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, το δε δικόγραφο της αγωγής δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, δοθέντος ότι ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την αγωγή και δεν αρκείται σε όσα δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ως περιεχόμενό της.

Εξάλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο τρίτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως καθ' όσον και υπό το πρόσχημα της επικλήσεως των ως άνω πλημμελειών που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται στην πραγματικότητα, η αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων. Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της λήψεως υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την αποδοχή της αγωγής και την επιδίκαση επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ως και αποζημιώσεως για την διενέργεια των ιατρικών πράξεων και την καταβολή των αντιστοίχων δαπανών που έγιναν για την αποκατάσταση της σωματικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

ΙΙΙ). Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας ''.

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.

ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ` αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ` εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.

ΑΠ 6/2009). Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.

ΑΠ 13/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλούμενοι τις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλουν ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο τα πιο πάνω ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας Έτσι όμως, υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Εξ άλλου, με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίασή της.

Κατ` ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του.

IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων με την ένδικη αγωγή του ζήτησε, ισχυριζόμενος ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν σε βάρος του τις άδικες πράξεις της σωματικής βλάβης και της εξυβρίσεως, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, ως εναγόμενοι, να του καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση 100.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη αποκλειστικά και μόνο από την εις βάρος του τέλεση της σωματικής βλάβης.

Ακολούθως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, ο μεν πρώτος από αυτούς το ποσό των 7.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την εις βάρος του τέλεση της σωματικής βλάβης, οι δε πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 8.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την εις βάρος του τέλεση της πράξεως της εξυβρίσεως. 'Ετσι, το Εφετείο επιδίκασε υπέρ του αναιρεσιβλήτου και σε βάρος των αναιρεσειόντων, το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.

Επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του και έκτος, κατ' εκτίμηση, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 α` ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντιθέτως ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων παραπονείται για την επιδίκαση εις βάρος του, του ποσού των 236,95 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη δαπάνη για την διενέργεια μίας μαγνητικής τομογραφίας του αναιρεσιβλήτου, ενώ δε είχε υποβληθεί σχετικό αγωγικό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το ποσό αυτό αποτελεί μέρος του κονδυλίου της αγωγής για ιατρικές δαπάνες, των οποίων την επιδίκαση είχε ζητήσει ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, όπως ειδικότερα το στοιχείο αυτό προέκυψε από τις αποδείξεις και κατά τούτο συμπληρώθηκε παραδεκτώς η αγωγή.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, κατά το μέρος και μόνο που με αυτή ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τη διάταξη αυτής με την οποία οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος από την εις βάρος του τέλεση της πράξεως της εξυβρίσεως.

Να αναιρεθεί η απόφαση, κατά την ως άνω διάταξη και στη συνέχεια, διακρατουμένης της υποθέσεως, η οποία δεν χρειάζεται κάποια άλλη διευκρίνιση, να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη 167/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά την εν λόγω διάταξη (άρθρο 580 παρ.3 Κ.ΠΟΛ.Δ., όπως ήδη ισχύει).

V). Kατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παραδεκτά υποβάλλεται με τις προτάσεις που κατατίθενται μέχρι την παραμονή της συζητήσεως, το αίτημα για την εν λόγω επαναφορά, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις του άρθρου 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά τις οποίες οι προτάσεις πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Άρα, το αίτημα των αναιρεσειόντων για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραδεκτά υποβλήθηκε με τις προτάσεις του, που κατά την επ' αυτών βεβαίωση της γραμματείας κατατέθηκαν στις 16.11.2012, καθόσον δε αφορά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, που επιδικάσθηκε με καταψηφιστική διάταξη της, αναιρούμενης κατά τούτο, προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικνύεται προαποδεικτικά ως προς την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων της απαιτήσεως αυτής, συνολικού ποσού 5.408,19 ευρώ με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από 24.3.2010 έγγραφες αποδείξεις του αναιρεσιβλήτου, που φέρουν τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, για καταβολή σε αυτόν, από καθένα των αναιρεσειόντων, του ως άνω ποσού των 5.408,19, και συνολικώς μετά των τόκων 10.816,38 ευρώ, που επιδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ούτε όμως στις προτάσεις αυτές ούτε στην προμνησθείσα απόδειξη, καθορίζεται χωριστά και συγκεκριμένα το ποσό της δικαστικής δαπάνης, που σε εκτέλεση της προσβαλλομένης καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο ως αντιστοιχούν στο εν λόγω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως. Πρέπει, λοιπόν, κατά μερική κατ' ουσίαν παραδοχή του αιτήματος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει σε κάθε ένα των αναιρεσειόντων το ως άνω ποσό των 5.408,19 ευρώ, εντόκως δε νομίμως από την επίδοση της αναιρετικής αυτής αποφάσεως, κατά το περί τούτου νόμιμο αίτημα του αναιρεσείοντος (άρθρα 340 παρ. 1, 345 εδ.

α' Α.Κ.). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν εξίσου, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών ( άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την υπ` αριθμ. 167/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση.

Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά την καταψηφιστική αυτής διάταξη, με την οποία οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.000 ευρώ, λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως. Δέχεται εν μέρει το αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Και Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε κάθε ένα των αναιρεσειόντων το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων οκτώ ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (5.408,19 ευρώ), εντόκως και νομίμως από την επίδοση της αναιρετικής αυτής αποφάσεως.

Και Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2012. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ