150/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαϊου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2551/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8765/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουλίου 2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated150/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 150 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 150/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαϊου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2551/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8765/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουλίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 10 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αναγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από τα καθοριζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, πως η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, εξαιτίας του τραυματισμού της στο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, ήταν, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, μερικώς ανίκανη προς εργασία.
Με την παραδοχή του αυτό το δικαστήριο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ΄ ουσίαν τον αγωγικό ισχυρισμό περί ολικής ανικανότητας της αναιρεσειούσης προς εργασία, στον οποίο στηριζόταν το αίτημα της αγωγής προς αποζημίωση για στέρηση εισοδήματος. Επομένως, ο αντίθετος τρίτος, υπό στοιχεία 3δ΄, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β΄ ΚΠολΔ πρέπει ν΄απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο, υπό στοιχεία 3γ΄, κατά το τρίτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού, διότι το Εφετείο δεν συνεκτίμησε το περιεχόμενο των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και τεχνικού συμβούλου σε συνδυασμό προς τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της από τη διάταξη του αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων.
ΙΙ. Επειδή κατά τα άρθρα 483 εδ. α΄ και 484 εδ. α΄ ΑΚ, η καταβολή, που έγινε από ένα συνοφειλέτη, απαλλάσσει και τους λοιπούς. Η άφεση χρέους προς ένα από τους οφειλέτες ισχύει και για τους λοιπούς, μόνο εφόσον συμφωνήθηκε με τέτοιο σκοπό. Κατά δε το άρθρο 871 εδ. α΄ ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση.
Από τις διατάξεις προκύπτει, ότι ο συμβιβασμός που συνάπτει ο δανειστής με έναν από τους συνοφειλέτες έχει, κατ' αρχήν, υποκειμενική ενέργεια, δηλαδή ισχύει μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν επεκτείνεται σε άλλον συνοφειλέτη, εκτός εάν συμφωνήθηκε να ισχύει για τον άλλο αυτόν συνοφειλέτη. Καταβολή, όμως, που έγινε στα πλαίσια συμβιβασμού από τον συμβληθέντα συνοφειλέτη, ωφελεί και τον άλλο συνοφειλέτη, που δεν συμμετείχε στο συμβιβασμό, κι'αν αυτός δεν τον δεσμεύει.
Από τα παραπάνω ακολουθεί ότι ο δανειστής δύναται, αγνοώντας τον συμβιβασμό, που συνήψε με ένα συνοφειλέτη, να επιδιώξει από άλλο συνοφειλέτη και το ποσό της όλης απαιτήσεώς του, κατά το οποίο αυτή μειώθηκε με τον συμβιβασμό. Ο άλλος αυτός συνοφειλέτης, για να αποκρούσει την αξίωση αυτή του δανειστή, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει έγκυρη συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων στο συμβιβασμό, δηλαδή ότι ο συναφθείς συμβιβασμός έχει αντικειμενική ενέργεια και ότι αυτός ισχύει και για τον άλλον συνοφειλέτη.
Τα παραπάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση, που ο συμβιβασμός συνάπτεται μεταξύ του παθόντος σε αυτοκινητικό ατύχημα και του ασφαλιστή. Έτσι, κατ' αρχήν, τέτοιος συμβιβασμός έχει υποκειμενική του ενέργεια μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δεν επεκτείνεται και στον υπόχρεο ασφαλισμένο - λήπτη της ασφαλίσεως, ο οποίος δεν δεσμεύεται από ένα τέτοιο συμβιβασμό.
Υπό αυτό το πνεύμα τελεί και η περιεχόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 23 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και ισχύουσα μεταξύ των μερών, εφόσον κατέστη περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως, ρύθμιση, που ορίζει ότι "ο ασφαλιστής δικαιούται να προβαίνει κατά την κρίσιν του και εντός των ορίων της ευθύνης του, εις συμβιβαστικόν διακανονισμόν απαιτήσεων τρίτων κατ' αυτού ή των ησφαλισμένων, του διακανονισμού τούτου μη δεσμεύοντος καθ'οιονδήποτε τρόπον τους ησφαλισμένους".
Επομένως και αν ο παθών τρίτος συνήψε συμβιβασμό με τον ασφαλιστή, δεχόμενος μείωση της απαιτήσεως αποζημιώσεώς του, δύναται, παρά ταύτα, να στραφεί κατά του ασφαλισμένου για να αξιώσει το επιπλέον ποσό της αποζημιώσεώς του, που δεν καλύπτεται από τον συναφθέντα συμβιβασμό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί ότι ο συμβιβασμός δεν δεσμεύει τον ασφαλισμένο.
Αντιθέτως, ο τελευταίος, για να αποκρούσει επιτυχώς την εναντίον του απαίτηση αυτή, έχει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι ο συναφθείς συμβιβασμός υπό τις συντρέχουσες συγκεκριμένες περιστάσεις ωφελεί και τον ίδιο με βάση σχετική συμφωνία των συμβληθέντων μερών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
α΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ή με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει όταν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή όταν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθ. 19 του ίδιου άνω άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, και όταν στις αιτιολογίες της, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόστηκε.
Είναι δε ανεπαρκής η αιτιολογία, όταν τα εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα, εξαιτίας του τραυματισμού της στο αυτοκινητικό ατύχημα και της εντεύθεν μερικής ανικανότητάς της προς εργασία κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, απώλεσε αποδοχές ποσού 2.775.000 δραχμών, όπως επίσης δαπάνησε για οδοντοθεραπεία και ψυχοθεραπεία 100.000 και 780.000 δραχμές, αντιστοίχως, ήτοι ζημιώθηκε το συνολικό ποσό των 3.655.000 δραχμών.
Ότι, όπως η ίδια η ενάγουσα ομολογεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της, η αρχική συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρία "IMPERIO" (ως προς την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής και καταργήθηκε η δίκη), στην οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο της εναγομένης, κατέβαλε σ΄ εκείνη (ενάγουσα), στις 24.5.2001, κατόπιν εξωδίκου συμβιβασμού, το ποσό των 18.500.000 δραχμών προς εξόφληση των ασκουμένων με την αγωγή αξιώσεών της, δεν επικαλείται δε η ενάγουσα, ούτε προσκομίζει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει, ότι ο εξώδικος συμβιβασμός και η καταβολή του ποσού των 18.500.000 δραχμών έγινε για λογαριασμό μόνο της ασφαλιστικής εταιρίας και αφορούσε μόνο τις κατ΄ αυτής (ασφαλιστικής εταιρίας) αξιώσεις της (εναγούσης), όπως υποστηρίζει η τελευταία και αμφισβητεί η εναγομένη.
Και ότι, έτσι, με την καταβολή του ποσού αυτού των 18.500.000 δραχμών από την καλύπτουσα ασφαλιστικώς το ζημιογόνο αυτοκίνητο εταιρεία "IMPERIO", καλύπτονται οι ως άνω ζημίες της εναγούσης εκ 3.655.000 δραχμών και ως εκ τούτου ουδεμία αξίωση έχει αυτή κατά της εναγομένης για τις εν λόγω ζημίες της. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της, που αφορά την τελευταία, και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτήν.
΄Ετσι, που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ήτοι ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, που συνήψε η αναιρεσείουσα με την ασφαλιστική του ζημιογόνου αυτοκινήτου εταιρία για τις αγωγικές απαιτήσεις, ισχύει και για την ασφαλισμένη αναιρεσίβλητη και καταλαμβάνει και την αξιούμενη απαίτηση αποζημιώσεως της αναιρεσειούσης κατ' αυτής για τις καθοριζόμενες ζημίες της, η οποία δεν καλύπτεται από τον ανωτέρω συμβιβασμό, χωρίς να δέχεται, μετά από προβολή και απόδειξη από την αναιρεσίβλητη σχετικού ισχυρισμού, ότι τα συμβληθέντα μέρη συμφώνησαν να ισχύει ο συμβιβασμός αυτός και για τη μη συμβληθείσα συνοφειλέτιδα αναιρεσίβλητη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίας, διατάξεις.
Επομένως οι υπό στοιχεία α΄ και β΄ εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Επειδή μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσειούσης κατά της αναιρεσίβλητης λόγω αποσβέσεως των αγωγικών απαιτήσεων δια του εξώδικου συμβιβασμού, που η πρώτη συνήψε με τη συνοφειλέτιδα ασφαλιστική εταιρία "IMPERIO", να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω μέρος, για περαιτέρω εκδίκασης το ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης (άρθρ. 173 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 8765/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης αποφάσεως.
-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ