Supreme Court dismisses appeal regarding employer's right to cure default by accepting services after invalid termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision rejecting the employee's claim for back pay and invalidating a second termination notice. The employee had previously filed an invalid termination notice, creating a period of default, and later filed a second notice to cure this default while simultaneously claiming unpaid wages. The court held that the second notice was legally valid and effective in curing the default, thereby resolving the employment contract without needing to adjudicate the wage claims. Consequently, the lower court correctly rejected the wage claims as inadmissible due to the expiration of the statutory limitation period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 656, 669(2) of the Civil Code; Articles 1, 3 of Law 2112/1920: An employer who invalidly terminates a contract and incurs default may cure it by re-hiring the employee or accepting services under the same terms; such a subsequent valid termination notice resolves the contract and cures the default regardless of prior procedural irregularities or pending appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 150 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 150/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Καπούδα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β.S.Ρ. Οικιακών Συσκευών Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Στη παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1756/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 9164/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Περίδης, διάβασε την από 14 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955, 1, 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως.
Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως.
Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε στις 11-3-1996 από την αναιρεσίβλητη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως γραμματέας του τεχνικού διευθυντού αυτής και ότι υπό την ιδιότητα της αυτήν παρέσχε τις υπηρεσίες της μέχρι την 11-9-1997, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας της και της προσέφερε την σε δρχ. 8.101.460 αποζημίωση απολύσεως, πλέον αποδοχών αδείας.
Η καταγγελία αυτή αναγνωρίσθηκε ως άκυρη με την 2081/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να την απασχολεί, όπως πριν την καταγγελία, προσέτι δε να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας από 11-9-1997 μέχρι 10-4-1998, 2.868.082 δρχ. Περαιτέρω δέχθηκε ότι πριν την κοινοποίηση της άνω αποφάσεως στην αναιρεσίβλητη η τελευταία κατήγγειλε εκ νέου την ένδικη εργασιακή σύμβαση με την οποία κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα αυθημερόν (17-9-1999), καταβάλλοντας της και την νόμιμη αποζημίωση εκ δρχ. 9.082.260, μετά δε συμψηφισμό εκατέρωθεν απαιτήσεων, 3.053.116 δρχ.
Ότι η καταγγελία αυτή, η οποία έγινε από την αναιρεσίβλητη με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος της από την προηγούμενη καταγγελία και με σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας από 11.9.1997, όπως είχε κριθεί από την παραπάνω απόφαση (2081/1999), ήταν επιτρεπτή και νόμιμη και επέφερε την λύση της εργασιακής συμβάσεως και ότι το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεαζόταν από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλαχθεί να ασκήσει έφεση κατά της άνω 2081/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να αναζητήσει αποζημίωση σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ήταν έγκυρη η προηγούμενη καταγγελία της, αφού ευθέως απέβλεπε στη λύση της εργασιακής συμβάσεως.
Τα ανωτέρω δεχθέν το Εφετείο και μετ' επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίψαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν και την ένδικη αγωγή της, με την οποία, μεταξύ των άλλων, ζητούσε την αναγνώριση της δεύτερης καταγγελίας ως άκυρης και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας από 17-9-1999 μέχρι της συζήτηση της αγωγής, ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1576, αφού επιδόθηκε στις 11-2-2000 και η επικουρική καταγγελία κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 17-9-1999, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, διαλαβόν στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1, 14, και 19 ΚΠολ.Δ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ αιτίαση (κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε την αγωγή ως αόριστη κατά τα κεφάλαια της για επιδίκαση α) διαφοράς αποδοχών από 1-1-1998 έως 11-4-1998 και β) μισθών υπερημερίας από 11-4-1998 έως 17-9-1999, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, ως ερειδομένη επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δεν απέρριψε την αγωγή κατά τα άνω κεφάλαια της ως αόριστη, αντιθέτως την έκρινε ορισμένη αλλά ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου και με επάλληλη αιτιολογία κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 183 ΚΠολ.Δ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. Οι διατάξεις των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ. ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 2915/29-5-2001, στη κρίση του δικαστηρίου ανατίθεται η εκτίμηση της υπάρξεως ευλόγου αμφιβολίας, η οποία δικαιολογεί τον συμψηφισμό των εξόδων και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως η αιτίαση που προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ότι όχι ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση συμψήφισε την δικαστική δαπάνη, ενώ έπρεπε να καταδικασθεί την αναιρεσίβλητη σ' αυτήν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2000 αίτηση της Μ. Κ. Μ. για αναίρεση της 9164/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ