Supreme Court allows appeal against insurance liability verdict due to insufficient reasoning on fault and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a lower court's insurance liability verdict because the reasoning failed to adequately address key factual elements regarding fault and causation. The appellant argued that the lower court omitted critical details about the motorcycle's maneuver, road width, and distance from the car, which are necessary to determine liability. Consequently, the court found the lower court's decision legally flawed and remanded the case for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A judgment is subject to appeal if the reasoning fails to substantiate the findings of fact or the application of law regarding liability, necessitating a remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1509 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1509/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο. Μ. του Χ., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κλάππα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 3-5-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3032/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 410/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 551/2020).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 308/2019).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. [ν. 2696/1999] δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε(ΑΠ 522/2021, ΑΠ 306/2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2696/1999, για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Παραχώρηση προτεραιότητας κατά το ίδιο άρθρο 2 του Κ.Ο.Κ.
είναι "η υποχρέωση οδηγού οχήματος να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς του, εάν, ενεργώντας κατ` αυτόν τον τρόπο μπορεί να υποχρεώσει τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους (ΑΠ 309/2019, ΑΠ 199/2018). Ακόμη κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." , ενώ κατά το άρθρο 26 του ως άνω νόμου, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4).
Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση ή προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση:α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ)Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 658/2021, ΑΠ 144/2017, ΑΠ 610/2016, ΑΠ 641/2014).
Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση, κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μια οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "T", ήτοι καταλήγει σ` αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητώς στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ` αναλογία μπορεί να ενταχθεί στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.
Επομένως, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού, έναντι των εξ αριστερών υποχρέων (ΑΠ 859/2021, ΑΠ 871/2013). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων των προαναφερθέντων άρθρων 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι σε διασταύρωση οδών, όπου δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες ούτε σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει μεν στον οδηγό που έρχεται από δεξιά, ο δε οδηγός που κινείται από αριστερά και πλησιάζει σε διασταύρωση υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του για να μην προκαλέσει στη διασταύρωση κίνδυνο.
Έτσι, η υπαιτιότητα του οδηγού στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, εφόσον υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως του Κ.Ο.Κ. και του επελθόντος αποτελέσματος θα κριθεί με βάση τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 309/2019), δεν αποκλείεται δε κατά τις περιστάσεις να κριθεί συνυπαίτιος και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο κόμβο, αν και είχε προτεραιότητα, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων των άρθρων 12 και 19 Κ.Ο.Κ., δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητά του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (ΑΠ 309/2019, ΑΠ 199/2018).
Επομένως, η προτεραιότητα του τελευταίου δεν είναι απόλυτη, δηλαδή δεν του ανήκει σε οποιαδήποτε απόσταση από της διασταυρώσεως και αν ευρίσκεται την στιγμή της προβολής του εξερχόμενου εκ της δευτερεύουσας οδού αυτοκινήτου. Και τούτο γιατί είναι προφανές, ότι κάποτε δικαιούται να διέλθει από τη διασταύρωση και ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός, όταν δηλαδή μετά από έλεγχο θα διαπιστώσει ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη. "Ελεύθερη" νοείται η διασταύρωση όταν τα εκ δεξιών κινούμενα οχήματα (δηλ.
τα έχοντα προτεραιότητα) βρίσκονται σε τέτοια απόσταση απ` αυτήν, που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνουν να φτάσουν σ` αυτήν, ενώ αντιθέτως ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός (και μη έχων προτεραιότητα) προλαβαίνει να διέλθει (ΑΠ 309/2019, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 641/2014). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 970/2021, ΑΠ 658/2021, ΑΠ 699/2017).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 970/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 410/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676, 681 Α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό: " .......
Την 16-10-2013 και ώρα 8:30 π.μ., ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και κινούνταν επί της ... στην …... Η εν λόγω λεωφόρος είναι μονής κατεύθυνσης προς ……, έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και συνολικό πλάτος 9,2 μ, ως προκύπτει εκ του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας. Κατά την πορεία του ο ενάγων προσέγγισε την διασταύρωση της ..., η οποία βρισκόταν αριστερά ως προς την πορεία του.
Επί της ..., κινείτο το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... όχημα, το οποίο οδηγούσε η πρώτη εναγομένη, κυριότητας του Μ. Λ., η οποία όταν πλησίασε τη διασταύρωση της οδού αυτής στην οποίο εκινείτο με την ..., ακινητοποίησε το όχημά της, προκειμένου να ελέγξει εάν διέρχονταν άλλα οχήματα, προκειμένω εν συνεχεία να επιχειρήσει ασφαλώς αριστερή στροφή προς την λεωφόρο αυτή.
Στη συνέχεια ξεκίνησε να πραγματοποιεί αριστερή κλειστή στροφή προς την λεωφόρο, στην οποία και εντέλει εισήλθε και δη στην αριστερή λωρίδα αυτής. Την στιγμή εκείνη ο ενάγων που κινούνταν επί της μεσαίας λωρίδας της ..., από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τη πρόθεση της οδηγού του αυτοκινήτου αλλά όταν πια εκείνη είχε ήδη αρχίσει να εισέρχεται και να καταλαμβάνει την αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του, με αποτέλεσμα να πανικοβληθεί, να κινηθεί απότομα χωρίς λόγο προς τα δεξιά και έτσι να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, να συρθεί και εν τέλει να προσκρούσει στο υπ' αριθ. ...
σταθμευμένο όχημα στην δεξιά πλευρά της Λεωφόρου και να τραυματιστεί σοβαρά. Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην υπαιτιότητα (αμέλεια) που επέδειξε ο ενάγων κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας του και ειδικότερα στο γεγονός ότι αυτός οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του και γι' αυτό δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τη κίνηση της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου ώστε να διατηρήσει την έως τότε θέση του στο οδόστρωμα γεγονός που θα του επέτρεπε την περαιτέρω κίνησή του με ασφάλεια, αλλά πανικοβλήθηκε και κινήθηκε προς τα δεξιά ενεργώντας αντανακλαστικά και χωρίς να εκτιμήσει το λανθασμένο και άστοχο της ενέργειάς του με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του να επιπέσει στο ως άνω όχημα και να τραυματιστεί.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι την οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου βαρύνει ποσώς υπαιτιότητα στο ατύχημα αυτό δεδομένου ότι για να πραγματοποιήσει την στροφή και είσοδο της στην ..., έλαβε υπόψη της ότι ο ενάγων κινούνταν στη μεσαία λωρίδα της λεωφόρου και εισήλθε προοδευτικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής ώστε να μην παρεμβληθεί στη πορεία του ενάγοντος και να διακινδυνεύσει καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτός ή κάποιος άλλος από όσους εκείνη τη στιγμή κινούνταν στην λεωφόρο αυτή ...........".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 7-1-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 206/13-1-2016) έφεσή του κατά της πρωτόδικης 3032/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας της οδηγού του προαναφερομένου ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου (το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία) στην πρόκληση του τροχαίου ενδίκου ατυχήματος, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα στηρίζεται η αγωγική αξίωση του ενάγοντος, ανεξάρτητα από τυχόν συνυπαιτιότητά του, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ., τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την απόφασή του, αν και δέχεται ότι η με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα με οδηγό τον ενάγοντα, κινείτο επί της ..., με κατεύθυνση προς Σαλαμίνα και το με αριθμ. κυκλοφορίας ΥΜΑ 3975 ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, κινείτο επί της ..., η οποία βρίσκεται αριστερά σε σχέση με την πορεία του (ενάγοντος) και ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα κατά την είσοδο της οδηγού του Ι.Χ.
επιβατηγού αυτοκινήτου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ..., καθώς και ότι η οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου όταν πλησίασε στη διασταύρωση της ... με την ..., ακινητοποίησε το όχημά της προκειμένου να ελέγξει εάν διέρχονται άλλα οχήματα στην ... (ως οδός προτεραιότητας σε σχέση με τους κινούμενους στην οδό Ζαλόγγου οδηγούς), προκειμένου στη συνέχεια να επιχειρήσει αριστερή στροφή στη Λεωφόρο αυτή, καθώς και ότι έλαβε υπόψη ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντος κινείτο στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της ...:
α] δεν αναφέρεται αν η ... ήταν ευθεία και σε καταφατική περίπτωση η απόσταση μέχρι την οποία η οδηγός του Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου κατά την ακινητοποίηση του οχήματός της επί της ... (όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση και η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού, εν προκειμένω στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, έναντι του εξ αριστερών τούτου κινούμενου, εν προκειμένω της οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου), μπορούσε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της ...
από δεξιά της (άρθρ. 26 παρ. 5 Κ.Ο.Κ.) και να ενεργήσει ακίνδυνα ελιγμό προκειμένου να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα αυτής ώστε να μπορεί να ελεγχθεί το αιφνίδιο ή μη της εισόδου του αυτοκινήτου σ' αυτή, β] δεν αναφέρεται από πόση απόσταση, έχοντας τεταμένη την προσοχή της, αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας να κινείται στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της ...
και σε πόση απόσταση βρισκόταν αυτός όταν το αυτοκίνητό της, το μη έχων προτεραιότητα, εισήλθε σε αυτήν, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί το αιφνίδιο ή μη της εισόδου του αυτοκινήτου στον ισόπεδο κόμβο και ειδικότερα να ελεγχθεί αν η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων βρίσκονται σε τέτοια απόσταση απ`αυτήν (οδηγό αυτοκινήτου), που με το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας (που δεν προσδιορίζεται) να μην προλάβει να φτάσει σ` αυτήν, ενώ αντιθέτως η τελευταία ως εξ αριστερών κινούμενη οδηγός (και μη έχουσα προτεραιότητα) προλάβαινε να ενεργήσει αριστερό ελιγμό επί του ισόπεδου κόμβου, καθώς και να μπορεί να ελεγχθεί περαιτέρω αν παρακωλύθηκε ή όχι η ομαλή πορεία της μοτοσικλέτας και αν εξαιτίας της εισόδου του επιβατηγού αυτοκινήτου στον κόμβο ο ως άνω οδηγός ενήργησε δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα δεξιό ελιγμό της μοτοσικλέτας προς αποφυγή του επιβατηγού αυτοκινήτου, ο οποίος ελιγμός είχε ως συνέπεια την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας στο σταθμευμένο όχημα στη δεξιά πλευρά της ...
και τον συνακόλουθο σοβαρό τραυματισμό του, γ) δεν αναφέρεται ποιο το συνολικό πλάτος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας εντός της οποίας κινήθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου και δ) ποια η απόσταση μεταξύ του επιβατηγού αυτοκινήτου και της μοτοσικλέτας όταν η τελευταία εισήλθε στον ισόπεδο κόμβο.
Οι ανωτέρω παραλείψεις στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης (ανεπαρκείς), στερούν αυτή νομίμου βάσεως, διότι δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθέντων διατάξεων του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ. που εφαρμόσθηκαν σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία Ι.Χ.
επιβατηγού αυτοκινήτου, ούτε επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθότητας του πορίσματος στο οποίο, η απόφαση αυτή κατέληξε, σε σχέση με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Επομένως, ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, καθ` όσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 309/2019, ΑΠ 204/2017).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον καταθέσαντα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 410/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ