Legislator Case Law & Legislation
1509/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal but corrects a clerical error in the lower court's judgment regarding the compensation amount.

Case Number 1509/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Assizes' criminal judgment. While the appeal was rejected, the court exercised its authority to correct a clerical error where the number '44' was mistakenly written instead of '40' in the civil compensation section. The decision upholds the original verdict's substance while fixing the numerical discrepancy to reflect the actual awarded sum.

Legislator headnote

AI generated

Art. 513(1)(c) K.Po.D.; Art. 515(1) K.Po.D.; Art. 145(1)-(2) K.Po.D.: The Supreme Court may, sua sponte, correct clerical errors in a judgment that do not affect the validity of the decision, provided the correction does not alter the true picture of the proceedings.

Keywords

AI generated
clerical error correction criminal appeal dismissal civil compensation amount sua sponte amendment judgment rectification procedural error court of assizes

Cited Legislation

AI generated
Art. 513(1)(c) K.Po.D.
Art. 515(1) K.Po.D.
Art. 515(2)(a) K.Po.D.
Art. 145(1)-(2) K.Po.D.
Art. 583(1) K.Po.D.

Cited Case Law

AI generated
Oloμ. A.P. 365/1982

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1509 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1509/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Παπασωτηρίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 21 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2745/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε.

Το Τριμελές .Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2017 αίτησή του, που ασκήθηκε με δήλωση η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Ιουνίου 2017, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5460/20.6.2017 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό .../2017.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διορθωθεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αριθμός εντός παρενθέσεως 44, στο σωστό 40, που αναγράφεται και ολογράφως ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης στην πολιτικώς ενάγουσα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 2017 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα Σ.

Κ. Τ. του Αστυνομικού Τμήματος ... Κιλκίς, η πολιτικώς ενάγουσα στην κρινόμενη υπόθεση ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ Α.Ε.", κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. .../2017 κλήση για να εμφανισθεί στην αρχική δικάσιμο της 15ης Νοεμβρίου 2017, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο, πλην όμως αυτή σήμερα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά συνέπεια, αφού εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β' και 3 του Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, μεταξύ άλλων, δίνει το λόγο στους διαδίκους, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται και, όταν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ένας από τους διαδίκους, έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι, ο δε κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρ. 369 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, με εξαίρεση την περίπτωση του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, οπότε ο Πρόεδρος ή αυτός που διευθύνει τη συζήτηση στην ποινική δίκη έχει οίκοθεν την υποχρέωση να δώσει το λόγο σε όλους τους παράγοντες της δίκης και τελευταία στον κατηγορούμενο, ο Πρόεδρος ή ο Διευθύνων την συζήτηση δεν έχει υποχρέωση να δίνει το λόγο στους διαδίκους αυτοβούλως και χωρίς αίτησή τους, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα αφορά τη συζητούμενη υπόθεση, πλην όμως, εφόσον ο κατηγορούμενος ζητήσει το λόγο κατά την διάρκεια της διαδικασίας για οποιοδήποτε θέμα και δεν του δοθεί από το Δικαστήριο, μετά και από προσφυγή του στο Δικαστήριο κατά της αρνήσεως του Προέδρου να του δώσει το λόγο (άρθρο 335 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), τότε παραβιάζεται το υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να του δοθεί ο λόγος από το Δικαστήριο και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171 παρ.1 περ.

δ' του Κ.Ποιν.Δ., λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, από την οποία ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, διαφορετικά, εάν ο κατηγορούμενος δεν ζητήσει το λόγο από το Δικαστήριο, απόλυτη ακυρότητα επέρχεται μόνον αν δεν του δοθεί οίκοθεν ο λόγος μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας επί της ενοχής σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ..

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και δη για τον έλεγχο της βασιμότητας προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ Α.Ε" για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ύψους σαράντα (40) ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την υπό εκδίκαση αξιόποινη πράξη και με επιφύλαξη να απαιτήσει περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση από τα πολιτικά δικαστήρια. Για την αποδοχή της δηλωθείσας παράστασης πολιτικής αγωγής δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και στη συνέχεια στον αναιρεσείοντα ή στο συνήγορό του, αφού κανείς από αυτούς δεν ζήτησε να λάβει το λόγο προκειμένου να προτείνει επί της δηλωθείσας παράστασης πολιτικής αγωγής, αλλ' αντίθετα, όπως αναφέρεται κατά πιστή μεταφορά στα πρακτικά "κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση".

Ακολούθως, μετά την αποδεικτική διαδικασία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 369 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο πρώτα στον Εισαγγελέα και στο τέλος στον κατηγορούμενο, για να αγορεύσουν επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, μετά δε την απαγγελία της αποφάσεως περί ενοχής του κατηγορουμένου ζήτησαν και έλαβαν τον λόγο από τον Πρόεδρο πρώτα ο Εισαγγελέας και μετά ο κατηγορούμενος για να αγορεύσουν επί της επιβλητέας ποινής και μετά την απαγγελία επί της ποινής, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο ο Εισαγγελέας, πρότεινε να επιδικασθεί στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης το ποσό των σαράντα ευρώ που ζήτησε με επιφύλαξη, ενώ ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ενόψει και του ότι το ποσό που ζητούσε με επιφύλαξη η πολιτικώς ενάγουσα ήταν μόνον σαράντα ευρώ, η επιδίκαση του οποίου ήταν βέβαιη μετά την περί ενοχής του κρίση του Δικαστηρίου, δεν ζήτησε και δεν έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο.

Κατά συνέπεια, αφού δεν αποδεικνύεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ζήτησε να λάβει το λόγο για να προτείνει επί της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικαζόταν στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα και δεν επήλθε καμμιά ακυρότητα της διαδικασίας, ο δε περί του εναντίου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του Κ.Ποιν.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, επειδή δήθεν στερήθηκε του υπερασπιστικού του δικαιώματος να λάβει το λόγο επί της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικαζόταν στην πολιτικώς ενάγουσα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 και 5 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, η δε ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως, και επί της επιταγής, ισχύουν τα όσα ορίζονται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του Κ.Ποιν.Δ., στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο.

Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της εγκλήσεως για την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής που κατηγορείται ότι εξέδωσε ο κατηγορούμενος, δηλαδή μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε σ' αυτόν ο Ν. 3604/2007, ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς".

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας" και με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 3604/2007, ορίζεται ότι "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη.

Μπορεί επίσης να επιτρέπει στο Διοικητικό Συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει και σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους.

Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε διαφορετική κατανομή των ανωτέρω ιδιοτήτων μεταξύ των μελών του".

Οι ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1920, οι οποίες είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του Α.Κ., ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, την εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.

Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (άρθρο 18 παρ. 1 Ν.2190/1920) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο είναι αρμόδιο (άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 2190/1920) να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε., κατά τρόπο ώστε η υποκατάσταση αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.

Ειδικότερα, το άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 2190/1920 επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν δικαστικώς ή εξωδίκως την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της, τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας.

Το καταστατικό, δηλαδή, προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ.

Α.Π. 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Κατά συνέπεια, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ.

προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής.

Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 22 παρ. 3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ.

γ' του Κ.Ποιν.Δ.. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγος αναιρέσεως ποινικής αποφάσεως είναι και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η από το νόμο απαιτούμενη έγκληση. Έλλειψη της απαιτούμενης εγκλήσεως υπάρχει και όταν αυτή δεν είναι νομότυπη, είτε διότι δεν υποβλήθηκε εντός της οριζόμενης προθεσμίας, είτε διότι υποβλήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο, είτε από πληρεξούσιο, ο οποίος δεν είχε την απαραίτητη προς τούτο εντολή.

Προκειμένου για έγκλημα κατ' έγκληση διωκόμενο, η ύπαρξη της εγκλήσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, το οποίο, αν διαπιστώσει ότι δεν υποβλήθηκε έγκληση οφείλει να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, άλλως υπερβαίνει την εξουσία του. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκυρη έγκληση, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την ένδικη επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, 68, 82 και 87 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., στην άσκηση της πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία, για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοποιείται ενεργητικά, ως παθών από το διωκόμενο έγκλημα, μόνον όποιος έχει ζημιωθεί αμέσως από αυτό, υπό την προϋπόθεση, ότι το Δικαστήριο έχει επιληφθεί της εκδικάσεως της αξιόποινης πράξεως, από την οποία φέρεται ως αμέσως ζημιωθείς ο ίδιος.

Έτσι και τα νομικά πρόσωπα, ως φορείς του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί, έχουν δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αφορά την πίστη και το κύρος τους έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 Κ.Ποιν.Δ., να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, η οποία είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφόμενων γεγονότων, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο, που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία.

Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ., καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ., ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού Δικαστηρίου.

Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη.

Έτσι, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος του πολιτικώς ενάγοντος, είχε τυπικές ελλείψεις ως προς την εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευση του πολιτικώς ενάγοντος, ούτε είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος για λόγο που αναφέρεται σε τυπικές ελλείψεις ως προς την εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευσή από τον παραστάντα εκπρόσωπο ή αντιπρόσωπό του στην ποινική διαδικασία, δηλαδή όταν συντρέχουν τυπικές ελλείψεις σχετικές με τη νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου του.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της ποινικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να εκτείνεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, και στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις.

Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, τον καταδίκασε για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση χωρίς να υπάρχει νόμιμη έγκληση και τούτο, διότι η έγκληση υποβλήθηκε από μη νόμιμα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και συγκεκριμένα από εντολοδόχο του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, χωρίς όμως θεώρηση του γνησίου των υπογραφών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας στο σχετικό πρακτικό, με το οποίο δόθηκε η εντολή υποβολής της εγκλήσεως.

Όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του καταστατικού της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας "το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, αποκλειστικά και μόνο εγγράφως, να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του (εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρείας, σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης".

Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας, το Διοικητικό της Συμβούλιο, με το υπ' αριθ. 1083/18-11-2011 πρακτικό του, παρέσχε πληρεξουσιότητα στη Δήμητρα Ουζούνη, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης, να υποβάλει έγκληση της εταιρείας εναντίον του Ε. Ρ., διότι είχε τελέσει σε βάρος της εταιρείας την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, αναφέρονται δε στο ως άνω πρακτικό τα πλήρη στοιχεία των συγκεκριμένων επιταγών.

Η Δικηγόρος Δήμητρα Ουζούνη, ενεργώντας με την ως άνω ιδιότητά της, υπέβαλε, για λογαριασμό της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, την από 22-11-2011 ένδικη έγκληση κατά του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, για τις αναφερόμενες στο ως άνω πρακτικό, στην έγκληση και στην προσβαλλόμενη απόφαση ακάλυπτες επιταγές.

Το ανωτέρω πρακτικό υπογράφηκε από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, η δε γνησιότητα της υπογραφής τους βεβαιώθηκε νομίμως από τη Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μαρίνα Βασιλειάδου. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η ένδικη έγκληση υπογράφηκε και υποβλήθηκε από την Δικηγόρο Δήμητρα Ουζούνη, η οποία ενήργησε ως εντολοδόχος της εν λόγω εταιρίας, και είχε σχετική προς τούτο εξουσιοδότηση.

Η εξουσιοδότηση αυτή ήταν έγκυρη, αφού δόθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, με θεωρημένο νόμιμα το γνήσιο της υπογραφής όλων των μελών του. Επίσης, κατ' εφαρμογή της ίδιας ως άνω διατάξεως του καταστατικού της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, το Διοικητικό της Συμβούλιο, με το υπ' αριθ. 1477/29-8-2016 πρακτικό του, παρέσχε εντολή και πληρεξουσιότητα στην Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δήμητρα Ουζούνη να παραστεί για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας και να την εκπροσωπήσει ως πολιτικώς ενάγουσα στην σχετική κατ' έφεση ποινική δίκη κατά του Ε.

Ρ. για την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών. Και το τελευταίο αυτό πρακτικό υπογράφηκε από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, η δε γνησιότητα της υπογραφής τους βεβαιώθηκε νομίμως από τον Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασίλη Κολωνιάρη.

Κατά συνέπεια, νόμιμα εκπροσωπήθηκε κατά την υποβολή της εγκλήσεώς της και ακολούθως νόμιμα παρέστη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας ως πολιτικώς ενάγουσα η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία διά της ως άνω πληρεξούσιας Δικηγόρου της Δήμητρας Ουζούνη, αφού η τελευταία ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένη προς τούτο, για μεν την υποβολή της εγκλήσεως για λογαριασμό της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με το υπ' αριθ. 1083/18-11-2011 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου, το οποίο έφερε της υπογραφές των μελών του και στο οποίο βεβαιωνόταν το γνήσιο των υπογραφών των μελών του από την Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μαρίνα Βασιλειάδου, για δε την παράσταση και εκπροσώπηση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου με το υπ' αριθ. 1477/29-8-2016 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου, το οποίο έφερε της υπογραφές των μελών του και στο οποίο βεβαιωνόταν το γνήσιο των υπογραφών των μελών του από τον Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασίλη Κολωνιάρη, ο δε περί του εναντίου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, κατά την αιτίασή του με την οποία πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας επειδή τον καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη έγκληση, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, κατά την αιτίασή του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με την οποία πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας επειδή δεν μνημονεύει την ύπαρξη υπογραφών επί των πρακτικών και από ποίον και με ποία στοιχεία έγινε η θεώρησή τους, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει η προβολή από μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου οποιασδήποτε αντιρρήσεως ως προς το νομότυπο της υποβολής της εγκλήσεως και της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής για να έχει την υποχρέωση το Δικαστήριο να αιτιολογήσει και να αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του το ότι υπήρχαν υπογραφές στα πρακτικά και ότι είχαν αυτά θεωρηθεί για το γνήσιο των υπογραφών που υπήρχαν σ' αυτά από τους ως άνω Δικηγόρους.

Τέλος, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, κατά την αιτίασή του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. γ' του Κ.Ποιν.Δ., με την οποία πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιόριζει στην αίτησή του πως και γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της πολιτικής αγωγής κατά παράβαση των άρθρων 65 και 66 του Κ.Ποιν.Δ..

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν εξέδωσε μόνον απόφαση επί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αλλά και απόφαση, με την οποία δέχθηκε την πολιτική αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας και εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας και επιδίκασε σ' αυτή χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης (βλ.

σελ. 10 και 11 των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, κατά μεν την αιτίασή του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία να δέχεται την πολιτική αγωγή, είναι αβάσιμος, κατά δε την αιτίασή του ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι παραβιάστηκε το άρθρο 171 παρ. 1 περ.

δ' και 2 του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ως αμέσως παθούσα από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, νόμιμα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης και παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, από τη νόμιμη δε αυτή παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας στο Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος ή κάποιο δικαίωμά του από την Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο άλλωστε δεν προσδιορίζει στην αίτησή του.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή, όπως προαναφέρθηκε, επέρχεται, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή, όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από τα άρθρα 68 επ.

του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής στο ποινικό Δικαστήριο. Ακόμη, κατά τα άρθρα 63, 64, 65 και 68 του Κ.Ποιν.Δ. και τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ασκείται από τον αμέσως παθόντα από το διωκόμενο αδίκημα στο ποινικό δικαστήριο, με δήλωση με την οποία ο δικαιούχος προβάλλει την απαίτησή του έως ότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που διαπράχθηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 του Κ.Ποιν.Δ., να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Όταν πρόκειται για παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στη σχετική δήλωση ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεώς της, αφού η πρόκλησή της είναι άμεσο αποτέλεσμα της περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης και συμπεριφοράς που αποδίδεται στον κατηγορούμενο.

Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη άδικη πράξη. Όταν δε η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.

Ακόμη, το Δικαστήριο της ουσίας που δικάζει την αξίωση για την πολιτική αγωγή δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να αποφανθεί ότι υπέπεσε σε παραγραφή η αστική (πολιτική) αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και τούτο, διότι στο αστικό δίκαιο η παραγραφή της αξιώσεως δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη υπό του Δικαστηρίου, αλλά προτείνεται κατ' ένσταση (βλ.

άρθρα 247, 272 και 277 του Α.Κ.). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, σε κανένα στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ούτε πρωτοδίκως, ούτε κατ' έφεση, δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής της αστικής αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας.

Επομένως, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη η παραγραφή της αστικής αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος από το Δικαστήριο της ουσίας, αλλά πρέπει να προταθεί κατ' ένσταση, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, διότι επέτρεψε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία να παρασταθεί στο ποινικό Δικαστήριο παρόλο που είχε παραγραφεί η αστική της αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη του, ανεξάρτητα από ότι στηρίζεται επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι η αστική αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας υπέπεσε σε παραγραφή γιατί ασκήθηκε το πρώτον ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ αυτή ασκήθηκε το πρώτον στις 28-9-2015 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η άσκηση της διέκοψε την μέχρι τότε μη συμπληρωθείσα πενταετή παραγραφή ( άρθρο 261 Α.Κ.), είναι αβάσιμος.

Ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας επειδή δεν αιτιολογεί γιατί δεν παραγράφηκε η αστική αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης από την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών σε διαταγή της που τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αφού δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν υπέπεσε σε παραγραφή η αστική απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης χωρίς να προτείνει σχετική ένσταση παραγραφής της ο κατηγορούμενος, κατά του οποίου στρεφόταν η πολιτική αγωγή και, ως εκ τούτου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ'του Κ.Ποιν.Δ., που περιέχεται επίσης στον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν περιλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία για να δικαιολογήσει την εφαρμογή των διατάξεων που εφήρμοσε", εννοώντας τις διατάξεις που εφήρμοσε ως προς την παραγραφή ή μη της αστικής αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας, ανεξάρτητα από την αοριστία της, αναφέρεται σε αιτιολογία που δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει η προσβαλλόμενη, αφού δεν είχε υποβληθεί σχετική ένσταση παραγραφής της αστικής απαιτήσεως της πολιτικώς ενάγουσας και επομένως, προτείνεται άνευ εννόμου συμφέροντος και είναι πρωτίστως απαράδεκτη.

Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., που περιέχεται επίσης στον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, ότι με τη μη εφαρμογή της νέας διατάξεως του άρθρου 261 του Α.Κ. περί διακοπής της αστικής αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας με την άσκηση της αγωγής, παραβιάστηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται σε ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι σε αστικές διατάξεις που αναφέρονται και ρυθμίζουν την διακοπή της παραγραφής της αστικής αξιώσεως προς χρηματική ικανοποίηση και ως εκ τούτου είναι αβάσιμη η αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, σε κάθε περίπτωση και αυτή, αφού δεν είχε υποβληθεί σχετική ένσταση παραγραφής της αστικής απαιτήσεως της πολιτικώς ενάγουσας, προτείνεται άνευ εννόμου συμφέροντος και είναι πρωτίστως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 510 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου λόγους, μπορούν να προταθούν σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία περισσότερα από όσα ζήτησε και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι της επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης σαράντα τέσσερα (44) ευρώ, ενώ αυτή ζήτησε μόνον σαράντα (40).

Ωστόσο, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενη αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη, το ποσό των σαράντα ευρώ που είχε ζητήσει, το οποίο αναγράφεται στην απόφαση ολογράφως, πλην όμως, από προφανή παραδρομή, μετά το ολογράφως αναγραφόμενο και επιδικασθέν ποσό των σαράντα ευρώ, τέθηκε εσφαλμένα εντός παρενθέσεως αριθμητικά (44) αντί για (40).

Κατά συνέπεια, ο ως άνω δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, από τα άρθρα 510 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. και 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Ωστόσο, κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το Δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το Δικαστήριο που αποφασίζει για τούτο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο.

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται, ότι επί ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, συντρεχόντων των νόμιμων προς τούτο όρων, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (Ολομ.

Α.Π. 365/1982). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, είναι προφανές ότι κατά τη σύνταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως από παραδρομή αναγράφηκε διαφορετικό ποσό αριθμητικώς από αυτό που επιδικάστηκε στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αφού αυτή ζήτησε, επιφυλασσόμενη για το υπόλοιπο ποσό που δικαιούται, να της επιδικασθούν μόνο σαράντα ευρώ, τα οποία και της επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέροντας ολογράφως στο διατακτικό της ότι της επιδικάζει ως χρηματική ικανοποίηση σαράντα ευρώ, πλην όμως από προφανή παραδρομή, εντός της παρενθέσεως που ακολουθεί το ολογράφως επιδικασθέν ποσό των σαράντα ευρώ, αναγράφτηκε αριθμητικά ο αριθμός 44 αντί του αριθμού 40.

Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διορθωθεί αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο η σχετική με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στην πολιτικώς ενάγουσα διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την απάλειψη από αυτή του εντός παρενθέσεως αριθμού (44), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2017 δήλωση - αίτηση του Ε. Ρ. του Γ. και της Κ., κατοίκου ..., η οποία επιδόθηκε στις 20-6-2017 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 2745/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και Διορθώνει το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 2745/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που αφορά επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης στην πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ Α.Ε ", νομίμως εκπροσωπούμενη, με την απάλειψη του εντός παρενθέσεως τεθέντος εκ παραδρομής αριθμού (44) μετά την επιδίκαση ολογράφως σαράντα ευρώ ως χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης στην ως άνω πολιτικώς ενάγουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ