Legislator Case Law & Legislation
1509/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 904 AC claim as it relies on same facts as primary contract termination suit.

Case Number 1509/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting their claim under Article 904 of the Civil Code. The appellants argued that the respondent bank became wealthier without legal cause due to their reduced assets, but the court found their arguments identical to those in their primary lawsuit regarding the termination of employment contracts. Since the primary suit was based on the same factual circumstances, the appellate court correctly ruled the Article 904 claim as merely supplementary and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 559(1) of the Code of Civil Procedure; A claim under Article 904 of the Civil Code is supplementary and inadmissible if it relies on the same factual circumstances as the primary basis of the lawsuit, such as the termination of an employment contract.

Keywords

AI generated
Article 904 Civil Code supplementary claim inadmissible appeal same factual circumstances employment contract termination enrichment without cause Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1509 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1509/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2) Δ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Ν. Λ. του Σ., κατοίκου ..., , 4) Μ. Α. του Ι., κατοίκου ... και 5) Γ. Γ. του Σ., συζύγου Θ. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Γεωργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως και απορροφήσεως απ' αυτήν της Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... (...)", που ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 586/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 690/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, ανέγνωσε την από 9-3-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη, από 27-12-2006 (με αριθμό καταθέσεως 225607/6560/28-12-2006) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεταν, ότι προσλήφθηκαν από την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... ( Μ.Α.Β.Ε. ) Α.Ε.", θυγατρική της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (...)", της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη εν συνεχεία η δευτέρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία" Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, όπως αναλυτικά αναφέρονται οι χρόνοι πρόσληψής τους, καθώς και η ειδικότητα ενός εκάστου.

Ότι από της ιδρύσεώς της η πρώτη των εναγομένων εκμεταλλευόταν το εργοστάσιο επεξεργασίας αμιαντοφόρου κοιτάσματος στην περιοχή ..., το οποίο από το έτος 1993 εκμισθώθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Ελληνική Εταιρεία Εξορύξεως Μεταλλευμάτων Α.Ε" και από 01-03-1993 παρείχαν τις υπηρεσίες τους στα γραφεία της μισθώτριας εταιρείας στη Λεωφόρο Κηφισίας , αρ. 282 .

Ότι την 27-04-2000 η μισθώτρια εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης, έχοντας προηγουμένως διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου και, σύμφωνα με ρητό όρο στη σύμβαση μίσθωσης, η πρώτη των εναγομένων απασχόλησε εκ νέου όλους τους εργαζομένους της, που είχαν παραχωρηθεί στη μισθώτρια εταιρεία, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες.

Ότι την 29-09-2000, οπότε το σύνολο των εργαζομένων της πρώτης των εναγομένων ανερχόταν σε 116 , η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας όλων των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, καταβάλλοντος τις αντίστοιχες αποζημιώσεις, επικαλούμενη διακοπή της λειτουργίας της. Ότι οι σχετικές καταγγελίες, ως ομαδικές απολύσεις (σε ποσοστό άνω του 3%του συνόλου) ήταν άκυρες, καθόσον έλαβαν χώρα κατά παράβαση των άρθρων 3 και 5 του Ν. 1387/1983, ζήτημα το οποίο κρίθηκε τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου , δυνάμει της 335/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δια της επικυρώσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως με την 2635/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Στη συνέχεια οι ενάγοντες εξέθεταν ότι με το άρθρο 7 του Ν. 2941/2001 δόθηκε η δυνατότητα στους εργαζομένους της πρώτης των εναγομένων εργοδότριας εταιρείας, κατόπιν αιτήσεως τους, υποβαλλομένης εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, για καταγγελία των συμβάσεων τους εκ μέρους αυτής ( πρώτης των εναγομένων ), να υπαχθούν σε ένα από τα αναφερόμενα προγράμματα του Ο.Α.Ε.Δ., με τις εκεί τασσόμενες προϋποθέσεις και όρους.

Ότι προβλέφθηκε με τον ως άνω νόμο ταυτόχρονα η καταβολή πλήρους της ισχύουσας νόμιμης ή συμβατικής αποζημίωσης, προσαυξημένης κατά ορισμένο ποσοστό, αναλόγως του προγράμματος, ήτοι 50% στους εργαζομένους που είχαν τις προϋποθέσεις να ενταχθούν στο πρόγραμμα ειδικής επιδότησης της ανεργίας, τις οποίες οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν είχαν και 100% στους εργαζομένους που θα εντάσσονταν στα υπόλοιπα προγράμματα και η καταβολή των σχετικών ποσών από την Ε.Τ.Β.Α. , μέσω της εταιρείας μετά τη χορήγηση των αναγκαίων πιστώσεων από το Υπουργείο Οικονομικών.

Ότι , ενόψει της ρύθμισης αυτής, υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις, προκειμένου ως μισθωτοί της πρώτης των εναγομένων να καταγγελθούν οι συμβάσεις εργασίας τους και να υπαχθούν στα προγράμματα του Ο.Α.Ε.Δ. και ότι, λαμβανομένων υπόψη των προγραμμάτων στα οποία αυτοί θα εντάσσονταν, έπρεπε να τους καταβληθεί η πλήρης αποζημίωση, προσαυξημένη κατά 100%.

Ότι η πρώτη των εναγομένων δεν τους κατέβαλε, ως όφειλε, την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 του Ν. 2941/2001 αποζημίωση, που αυτοί δικαιούνταν και η οποία, με βάση την προϋπηρεσία τους και τις μηνιαίες αποδοχές τους, κατά το χρόνο της απολύσεως τους, ανερχόταν στα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, αλλά τους κατέβαλε μειωμένη αποζημίωση απόλυσης, παρά το ότι υφίστατο σχετική υποχρέωση της και με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ενόψει του ότι αντίστοιχες αποζημιώσεις έχουν καταβληθεί σε μισθωτούς υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες της ως άνω εργοδότριας εταιρείας, καθ' υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του άνω νόμου.

Ζητούσαν δε να τους καταβάλουν τα εκεί αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης που έλαβαν και αυτής που κατά τους ισχυρισμούς τους έπρεπε να λάβουν και προβλέπεται από τον Ν. 2941/2001 , κυρίως με βάση την σύμβαση εργασίας αυτών και κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, άλλως και επικουρικά , για την περίπτωση που θεωρηθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους , κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επί της αγωγής αυτής , εκδόθηκε η 586/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή, κατά την κυρία βάση αυτής ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναίρεση οι ηττηθέντες ενάγοντες.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2941/2001 (περί ρύθμισης θεμάτων της "ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΑΜΙΑΝΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ (Μ.Α.Β.Ε.) Α.Ε''),( όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης (25-1-2011) της από 11-3-2009 έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 690/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πριν την τροποποίησή του από το άρθρο πρώτο του νόμου 4093/2012) ΟλΑΠ 30/1998, ΟλΑΠ 654/1984 ΑΠ 516/2016, "1.

Οι μισθωτοί της εταιρείας "Μ.Α.Β.Ε. Α.Ε.", των οποίων η σύμβαση εργασίας θα καταγγελθεί ύστερα από αίτησή τους, δικαιούνται να επιλέξουν ένα από τα παρακάτω προγράμματα του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.): α) Αυτοαπασχόλησης, β) Νέων θέσεων εργασίας, γ) Επανακατάρτισης, δ) Τακτικής επιδότησης ανεργίας, ε) Ειδικής επιδότησης ανεργίας.

Οι δικαιούχοι υποβάλλουν, μέσα σε δέκα ημέρες από την καταγγελία της σύμβασης, υπεύθυνη δήλωση στον Ο.Α.Ε.Δ.. 2. Αίτηση για την καταγγελία της σύμβασής τους πρέπει να υποβάλλουν στην εταιρεία εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Η αίτηση - δήλωση αυτή είναι μη ανακλητή. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία υπαγωγής των μισθωτών που τους καταγγέλθηκε η σύμβαση στα προγράμματα α έως και δ της παραγράφου 1, καθώς επίσης η διάρκεια των προγραμμάτων αυτών και το ύψος των καταβαλλόμενων χρηματικών ποσών και κάθε άλλο σχετικό θέμα. 4.

Στο πρόγραμμα της ειδικής επιδότησης ανεργίας έχουν δικαίωμα να ενταχθούν μισθωτοί που είναι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α., εφόσον την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) έχουν συμπληρώσει το 44ο έτος της ηλικίας τους και ...... β) έχουν συμπληρώσει το 54ο έτος της ηλικίας τους και ....... 5.

Η διάρκεια της ειδικής επιδότησης ανεργίας θα είναι μέχρι τη..... 6. Κατά το διάστημα της ειδικής επιδότησης ανεργίας συνεχίζεται η ασφάλιση των επιδοτουμένων στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για όλους τους κλάδους στους οποίους ασφαλίζονταν ως μισθωτοί....... 7. Στον αριθμό ημερών ασφάλισης κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τα παραπάνω, συνυπολογίζεται ο χρόνος....... 8.

Οι μισθωτοί που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα αυτό θα συνταξιοδοτηθούν...... 9. Στο πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας επιτρέπεται να..... 10. Για την ένταξη και την επιδότηση των μισθωτών στο πρόγραμμα της...... 11. Στους μισθωτούς της εταιρείας που τους καταγγέλλεται η σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, καταβάλλεται πλήρης η ισχύουσα νόμιμη ή συμβατική αποζημίωση προσαυξημένη κατά 50% σε όσους έχουν τις προϋποθέσεις να ενταχθούν στο πρόγραμμα της ειδικής επιδότησης ανεργίας και κατά 100% σε όσους ενταχθούν στα υπόλοιπα προγράμματα. 12.

α) Τα απαιτούμενα για την κάλυψη των αποζημιώσεων ποσά, κατ`εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, θα καταβληθούν στους δικαιούχους από την Ε.Τ.Β.Α. μέσω της εταιρείας μετά τη χορήγηση των αναγκαίων πιστώσεων από το Υπουργείο Οικονομικών. β) Οι δαπάνες που προκαλούνται για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πλην του προγράμματος της ειδικής επιδότησης ανεργίας, καλύπτονται από τον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ.

γ) Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του προγράμματος της ειδικής επιδότησης ανεργίας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. 13. Οι ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων, που αναφέρονται στους μισθωτούς της "Μ.Α.Β.Ε. Α.Ε." εφαρμόζονται αναλόγως και για τους μισθωτούς της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "Μεταλλεία Βωξίτου Ελευσίνος Α.Ε.

Μ.Β.Ν.". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε υπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση.

3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσελήφθησαν από την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... ( Μ.Α.Β.Ε. ) Α.Ε. ", θυγατρική της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως ( Ε.Τ.Β.Α.

ΒΑΝΚ)", καθολική διάδοχος της οποίας, κατόπιν συγχωνεύσεως κατέστη εν συνεχεία η δευτέρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. " . Συγκεκριμένα ότι η πρώτη των εναγόντων προσελήφθη δυνάμει της από 29-09-1980 συμβάσεως εργασίας, ως υπάλληλος γραφείου πωλήσεως, ο δεύτερος δυνάμει της από 29-09-1988 συμβάσεως εργασίας, ως υπάλληλος πωλήσεων, ο τρίτος δυνάμει της από 01-08-1979 συμβάσεως εργασίας, ως λογιστής - υπεύθυνος μηχανογράφησης, η τετάρτη δυνάμει της από 12-02-1988 συμβάσεως εργασίας, ως υπάλληλος γραφείου -προϊσταμένη πωλήσεων και η πέμπτη των εναγόντων δυνάμει της από 01-04-1987 συμβάσεως εργασίας, ως λογίστρια - προϊσταμένη οικονομικών υπηρεσιών, εργαζόμενοι στην έδρα της πρώτης των εναγομένων, στη Λεωφόρο Συγγρού, αρ. 318 στην Αθήνα.

Ότι από της ιδρύσεως της η πρώτη των εναγομένων εκμεταλλευόταν το αμιαντοφόρο κοίτασμα στην περιοχή ..., όπου και είχε ανεγερθεί εργοστάσιο επεξεργασίας του εν λόγω μεταλλεύματος. Ότι το έτος 1993 το προαναφερόμενο εργοστάσιο της πρώτης των εναγομένων εκμισθώθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Ελληνική Εταιρεία Εξορύξεως Μεταλλευμάτων Α.Ε. " και από 01-03-1993 οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στα γραφεία της μισθώτριας εταιρείας στη Λεωφόρο Κηφισίας, αρ. 282.

Ότι την 27-04-2000 η μισθώτρια εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωση, έχοντας προηγουμένως διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου και σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης μίσθωσης, η πρώτη των εναγομένων απασχόλησε εκ νέου όλους τους εργαζομένους της , που είχαν παραχωρηθεί στη μισθώτρια εταιρεία, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες.

Ότι την 29-09-2000, οπότε το σύνολο των εργαζομένων της πρώτης των εναγομένων ανερχόταν σε 116, η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας όλων των εργαζομένων της, επικαλούμενη οριστική διακοπή της λειτουργίας της, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, καταβάλλοντας στους απολυθέντες τις αντίστοιχες αποζημιώσεις, ήτοι 21.354,72 ευρώ στην πρώτη των εναγόντων, 8.827,09 ευρώ στον δεύτερο των εναγόντων, 30.767,94 ευρώ στον τρίτο των εναγόντων , 17.675,60 ευρώ στην τετάρτη των εναγόντων και 21.123,05 ευρώ στην πέμπτη αυτών.

Οι άνω ενάγοντες με την από 27-12-2000 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 132452/5008/2000 αγωγή τους κατά της άνω εργοδότριας εταιρείας και του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 29-09-2000 καταγγελιών των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, λόγω παράβασης του νόμου περί ομαδικών απολύσεων ( ν. 1387/1983 ), να υποχρεωθεί το δεύτερο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο να τους εντάξει και να τους απασχολεί σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή φορέως ή οργανισμού ή ν.π.δ.δ.

ή φορέα ή οργανισμού ή εταιρείας ή επιχειρήσεως που ανήκει σε αυτό, με τις ίδιες ή παρεμφερείς ειδικότητες που είχαν στην πρώτη των εναγομένων εργοδότρια τους ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ( Μ.Α.Β.Ε. ) Α.Ε. " και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν , εις ολόκληρον έκαστος , ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 30-10-2000 έως 30-09-2001 , τα αναφερόμενα για τον καθένα από αυτούς χρηματικά ποσά .

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 335/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το δικαστήριο αυτό την απέρριψε, ως προς το δεύτερο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο και κατά τα λοιπά δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την πρώτη των εναγομένων, αναγνώρισε ότι οι γενόμενες καταγγελίες των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, ως ομαδικές απολύσεις ( σε ποσοστό άνω του 3% του συνόλου των εργαζομένων ) ήταν άκυρες, καθόσον έλαβαν χώρα κατά παράβαση των άρθρων 3 του Ν. 1387/1983 " Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις " και υποχρέωσε την πρώτη των εναγομένων να τους απασχολεί και αναγνώρισε την υποχρέωση της να καταβάλει σε καθένα από αυτούς μισθούς υπερημερίας, για το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα .

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου με την 2635/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Μετά την κατά τα άνω καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων από την εργοδότρια εταιρεία και ενόσω ακόμη εκκρεμούσε η δίκη με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας αυτών, δημοσιεύθηκε ο Ν. 2941/2001, στο άρθρο 7 του οποίου προβλέπονται ρυθμίσεις με μέτρα κοινωνικής προστασίας για την αποχώρηση των εργαζομένων της επιχείρησης " Μ.Α.Β.Ε.

Α.Ε. ".(βλ. την Εισηγητική Έκθεση του νόμου αυτού). Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι στο προσωπικό της "Μ.Α.Β.Ε. Α.Ε.", παρασχέθηκε η δυνατότητα υποβολής αιτήσεως στην εργοδότρια εταιρεία, εντός προθεσμίας τριών ( 3 ) μηνών από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου, για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους και για την, κατόπιν υποβολής σχετικής υπεύθυνης δήλωσης προς τον Ο.Α.Ε.Δ. , μέσα σε δέκα ( 10 ) ημέρες από την καταγγελία της σύμβασης, υπαγωγή τους σε προγράμματα του Ο.Α.Ε.Δ.

και συγκεκριμένα, είτε σε πρόγραμμα αυτοαπασχόλησης, είτε σε πρόγραμμα νέων θέσεων εργασίας, είτε σε πρόγραμμα επανακατάρτισης είτε σε πρόγραμμα τακτικής επιδότησης ανεργίας, είτε σε πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας, υπό τις εκεί τασσόμενες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση δε καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και υπαγωγής σε πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας, ο εργαζόμενος θεμελιώνει δικαίωμα καταβολής σε αυτόν πλήρους της ισχύουσας νόμιμης ή συμβατικής αποζημίωσης, προσαυξημένης κατά 50%, ενώ σε περίπτωση υπαγωγής στα λοιπά προγράμματα , θεμελιώνει δικαίωμα καταβολής σε αυτόν πλήρους της ισχύουσας νόμιμης ή συμβατικής αποζημίωσης, προσαυξημένης κατά 100% .

Ότι περαιτέρω όμως, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην αντίστοιχη θέση της παρούσας , δεν προέκυψε η συνδρομή στο πρόσωπο των εναγόντων των πιο πάνω προϋποθέσεων του Ν. 2941/2001, τις οποίες επικαλούνται για την θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεών τους. Ειδικότερα, ότι οι ενάγοντες δεν υπέβαλλαν στην άνω εργοδότρια τους ανώνυμη εταιρεία " ... ( Μ.Α.Β.Ε.) Α.Ε. " , εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών (3) μηνών από την δημοσίευση του Ν. 2941/2001 ( 12-09-2001 ) , σχετικές αιτήσεις για καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους , προκειμένου στη συνέχεια , αφού δηλαδή θα είχαν καταγγελθεί από την εργοδότρια εταιρεία οι εργασιακές τους συμβάσεις , να υποβάλλουν εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την καταγγελία , υπεύθυνες δηλώσεις - αιτήματα προς τον Ο.Α.Ε.Δ. , επιλέγοντας ένα από τα παραπάνω αναφερόμενα στο νόμο προγράμματα , στο οποίο επιθυμούσαν να ενταχθούν, όπως προβλέπεται από το άρθρο 7 του νόμου αυτού.

Ότι αντίθετα, αυτοί υπέβαλλαν σε τοπικές υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ. αιτήσεις , είτε για να επιδοτηθούν λόγω ανεργίας , είτε για να υπαχθούν γενικά στις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2941/2001 , χωρίς περαιτέρω να επιλέξουν ένα από τα αναφερόμενα προγράμματα του Ο.Α.Ε.Δ. και συγκεκριμένα , η πρώτη των εναγόντων υπέβαλλε την υπ' αριθμ.

πρωτ. ..8/12-12-2001 αίτηση προς την Τ.Υ.Καισαριανής , ο δεύτερος των εναγόντων την υπ' αριθμ. πρωτ. ..360/12-12-2001 αίτηση προς την Τ.Υ. Αιγάλεω , ο τρίτος των εναγόντων την υπ' αριθμ. πρωτ. 8624/10-12-2001 αίτηση προς την Τ.Υ. Γλυφάδας , η τετάρτη των εναγόντων την υπ' αριθμ. πρωτ. ..55/11-12-2001 αίτηση προς την Τ.Υ. ... και η πέμπτη των εναγόντων την υπ' αριθμ.

πρωτ. 6394/11-12-2001 αίτηση προς την Τ.Υ. Αχαρνών. Ότι ουδεμία εκ των αιτήσεων αυτών απευθύνεται προς την εργοδότρια εταιρεία , με αίτημα την καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων τους , όπως απαιτεί η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 2941/2001 , ούτε και υπέβαλλαν τα απαραίτητα δικαιολογητικά και έτσι αυτοί δεν υπήχθησαν σε κανένα από τα ως άνω προγράμματα , που προβλέπει η παρ. 1 του ίδιου άρθρου , όπως τούτο βεβαιώνεται και από το υπ' αριθμ.

πρωτ. ../09-02-2007 έγγραφο του Ο.Α.Ε.Δ. ( βλ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. 182/12-02-2007 έγγραφο του άνω οργανισμού με θέμα " Απόψεις και στοιχεία για αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με ενάγοντες ασφαλισμένους της επιχείρησης Μ.Α.Β.Ε. Α.Ε." ). Ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι δεν υφίστατο νόμιμος δικαιολογητικός λόγος για την υποβολή αιτήσεων για καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, το μεν διότι αυτές είχαν ήδη καταγγελθεί σε προγενέστερο χρόνο και η καταγγελία αυτή κρίθηκε τελεσίδικα ως άκυρη, το δε διότι η ισχύς του άνω νόμου ήταν μεταγενέστερη της ως άνω καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων τους και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να αξιωθεί καταγγελία συμβάσεων εργασίας που ήδη είχαν καταγγελθεί, εφόσον είχε επέλθει το αποτέλεσμα της λύσεως των εργασιακών συμβάσεων από της περιελεύσεως της καταγγελίας αυτών και για το μέλλον, κρίνονται απορριπτέοι.

Ότι συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας έγιναν από τον παραπάνω χρόνο ( 29-09-2000 ), κατά παράβαση των άρθρων 3 και 5 του ισχύοντος, κατά τον χρόνο των καταγγελιών, Ν. 1387/1983 και των σχετικών οδηγιών της Ε.Ο.Κ. και ήταν , για το λόγο αυτό , άκυρες , όπως τούτο κρίθηκε τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου δυνάμει της υπ' αριθμ. 2635/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, δια της επικυρώσεως της πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 335/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ότι επομένως, οι καταγγελίες αυτές θεωρούνται ως μη γενόμενες ( άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. ) και δεν επέφεραν το σκοπούμενο με αυτές αποτέλεσμα, της λύσεως δηλαδή κατά τον χρόνο εκείνο των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων. Ότι έτσι, στο διάστημα των τριών ( 3 ) μηνών από την δημοσίευση του Ν. 2941/2001 ( 12-09-2001 ), και ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη η αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης ως άνω καταγγελίας, για παράβαση του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, οι ενάγοντες θα έπρεπε να ζητήσουν με σχετική αίτηση τους την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εργοδότρια τους εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2941/2001 ( για την περίπτωση που η πρώτη καταγγελία θα ακυρωνόταν ) η οποία και θα επέφερε το πρώτον τη λύση της σύμβασης εργασίας τους , οπότε από την καταγγελία αυτή αφετηριάζεται και η προθεσμία των δέκα ( 10 ) ημερών για την υποβολή των υπευθύνων δηλώσεων - αιτημάτων τους προς τον Ο.Α.Ε.Δ.

Ότι επομένως , οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόντων κρίνονται απορριπτέοι, διότι το κύρος της καταγγελίας αυτής, την οποία οι ίδιοι θα προκαλούσαν με αίτησή τους προς την εργοδότρια εταιρεία, δεν επηρεάζεται από το λόγο ότι θα εγένετο κατά τον χρόνο που η πρώτη ως άνω καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη.

Ότι συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να λάβουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά , ως διαφορά της αποζημίωσης απολύσεως τους και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή, η οποία κατά την κύρια αυτής βάση, είναι νόμιμη, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Μετά απ'αυτά το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

4. Με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, ότι στο διάστημα των τριών ( 3 ) μηνών από την δημοσίευση του Ν. 2941/2001 ( 12-09-2001 ), και ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη η αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης ως άνω καταγγελίας, για παράβαση του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, οι ενάγοντες θα έπρεπε να ζητήσουν με σχετική αίτηση τους την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εργοδότρια τους εταιρεία , σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2941/2001 ( για την περίπτωση που η πρώτη καταγγελία θα ακυρωνόταν ) η οποία και θα επέφερε το πρώτον τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, οπότε από την καταγγελία αυτή θα αφετηραζόταν και η προθεσμία των δέκα ( 10 ) ημερών για την υποβολή των υπευθύνων δηλώσεων - αιτημάτων τους προς τον Ο.Α.Ε.Δ.

και ότι δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή των εναγόντων στις διατάξεις του άνω νόμου(2941/2001) ήταν η αδιαμφισβήτητη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων με αίτησή τους προς την εργοδότρια εταιρία κατά τις επιταγές του άνω νόμου, που εν προκειμένω δεν υπήρχε ενόψει της αγωγής εκ μέρους τους, προς ακύρωση της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, την νομιμότητα των οποίων(καταγγελιών) ρητώς εκ τούτου αμφισβητούσαν και ανέμεναν την ακύρωσή τους, χωρίς δηλαδή να διαφαίνεται ότι είχαν πρόθεση να ζητήσουν οι ίδιοι την καταγγελία όπως απαιτούσε ο νόμος, ούτε και να παραιτηθούν από το με αγωγή ασκηθέν δικαίωμά τους προς ακύρωση των καταγγελιών, προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν 2941/2001, προέβη σε ορθή κατά νόμον κρίση και αιτιολογία, ότι δεν υφίσταντο στο πρόσωπο των εναγόντων-αναιρεσειόντων οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 11 του νόμου 2941/2001 και δεν αξίωσε για την ύπαρξη του προβαλλομένου δικαιώματός τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, ούτε παρέβη εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικές διατάξεις, ούτε τις ερμήνευσε ψευδώς και κακώς, αφού για να υπαχθούν οι ενάγοντες στις άνω διατάξεις του, έπρεπε να υπάρχει εκ μέρους τους ρητή πρόθεσή τους καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους.

Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή συνέτρεχαν στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις ευνοϊκές διατάξεις του άνω νόμου και προσάπτεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση ( επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.

Α.Π. 22/2003 ΑΠ 2212/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής τους ζήτησαν, σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια ως άνω από την σύμβαση εργασίας βάση της αγωγής τους και η πρώτη επικουρική βάση "ότι η μη υπαγωγή τους στις διατάξεις του νόμου 2941/2001 παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης", να καταδικασθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει τις αιτούμενες διαφορές αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ως προς τη βάση αυτή, η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, διότι τα αναφερόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της περιστατικά ταυτίζονται απόλυτα με εκείνα που στηρίζουν τις αγωγικές βάσεις από τη σύμβαση εργασίας και από την παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Οι ενάγοντες δεν επικαλούνται συναφώς στοιχεία διαφορετικά, εν όλω ή εν μέρει (περισσότερα ή λιγότερα), από εκείνα της κυρίας βάσης της αγωγής τους από την σύμβαση και της πρώτης επικουρικής βάσης, επικαλούμενοι μόνο ότι "διαφορετικά και εντελώς επικουρικά η εναγομένη ευθύνεται απέναντί τους, επειδή κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας τους''.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι η αγωγή από το άρθρο 904 Α.Κ. είναι επιβοηθητικής φύσεως και την απέρριψε κατά τούτο ως νόμω αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αυτή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που στηρίζουν τις δύο άλλες βάσεις (κύρια και πρώτη επικουρική), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

6. Εξ ετέρου ο ίδιος αυτός λόγος της αίτησης κατά το μέρος του που οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι αυτή ενώ δέχεται την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, που αναγνωρίστηκε δικαστικά και συνεπώς παράνομη αιτία, εντούτοις δεν τους επεδίκασε τις διαφορές της αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ, είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον η προσβαλλομένη, όπως άνω στην υπό στοιχεία 3 σκέψη αναφέρεται εκτενώς, αφενός ουδόλως προέκυψε ότι είχε ως αντικείμενο της δίκης την ακυρότητα ή μη των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, αλλά παρεμπιμπτόντως ασχολήθηκε με το θέμα αυτό, καθόσον οι προϋποθέσεις περί υπαγωγής ή μη των εναγόντων στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 11 του νόμου 2941/2001, απαιτούν εκτός των άλλων και την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, αφετέρου διότι εφαρμόζεται η επικουρική διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ επί άκυρης σύμβασης εργασίας και όχι και επί άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως χωρίς τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις που αναφέρονται στην υπό στοιχεία 5 άνω παράγραφο.

Άλλωστε από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής, την επικουρική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, ζητούν οι ενάγοντες για την περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους και εν προκειμένω ουδόλως προέκυψε τέτοιο θέμα, αφού οι συμβάσεις τους ήσαν έγκυρες.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 690/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27 Σεπτεμβρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Οκτωβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ