Supreme Court dismisses appeal against civil judgment regarding construction contract dispute and unjust enrichment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in favor of the appellee. The appellee successfully sued for payment of construction costs and alleged unjust enrichment after the appellant failed to fulfill a 1992 agreement. The court rejected the appeal arguments as inadmissible or unfounded because the lower court had properly examined and dismissed the appellant's claims of abuse of right.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on abuse of right is inadmissible without a substantive finding by the lower court, and partial examination of such a claim does not constitute a ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1509 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1509/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό -Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούγκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κοντογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1249/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4789/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι το έτος 1992, ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, ανέθεσε σ’ αυτόν και την σύζυγο του το έργο της ανεγέρσεως οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου, ιδιοκτησίας της θετής μητέρας του, που όμως δεν εκτελέστηκε, λόγω διενέξεων οι οποίες ανέκυψαν μεταξύ τους και επιλύθηκαν με την συμφωνία οι μεν εργολήπτες να αναμεταβιβάσουν τα ποσοστά που είχαν λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην ιδιοκτήτρια του οικοπέδου, όπως και έπραξαν, ο δε εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα τις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για την προετοιμασία της εκτελέσεως του έργου, ανερχόμενες, κατά την συμφωνία τους, στο συνολικό ποσό των 18.000.000 δραχμών, για το οφειλόμενο υπόλοιπο του οποίου εκ δραχμών 12.000.000 ή 35.216 ευρώ, ο εναγόμενο εξέδωσε χάριν καταβολής, ισόποση επιταγή, με ημερομηνία 20-7-1996, που όμως δεν πληρώθηκε και ότι πλέον του ποσού τούτου, ο εναγόμενος του οφείλει λόγω δανείου το ποσό των 36.195 ευρώ.
Εζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, για τις ως άνω αιτίες, άλλως δε και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το οφειλόμενο, ως άνω, ποσό των 71.411 ευρώ. Με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία εξεδόθη ερήμην του εναγομένου, έγινε εξολοκλήρου δεκτή η αγωγή κατά την κυρία βάση της και υποχρεώθηκε να εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο με αυτήν, ως άνω, χρηματικό ποσό.
Επακολούθησε η άσκηση εφέσεως από τον ερημοδικασθέντα εναγόμενο, η οποία έγινε δεκτή, με την προσβαλλομένη απόφαση και εξαφανίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., η πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, το Εφετείο δικάζοντας κατ’ ουσίαν την υπόθεση έκρινε με την προσβαλλομένη απόφαση του νόμιμη ως προς την κυρία βάση της την αγωγή, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 361, 806, 808, 341, 345 και 346 του Α.Κ., εξετάζοντας την δε ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα , την έκρινε εν μέρει βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο στην προς τον ενάγοντα καταβολή του εκ 35.216 ευρώ υπολοίπου της συμφωνηθείσης οφειλής του.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τον εναγόμενο για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και εξετάζονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 43/2013, 335/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β’ του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 2/1989, 11/1996, 3/1997, 12/1997).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Επίσης ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Με το από 31.8.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφτηκε στη ... ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα και την σύζυγο του, Κ. Π., το έργο της ανέγερσης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της θετής μητέρας του, Κ.
Π., κείμενου επί της Λεωφόρου .... Σε εκτέλεση του ως άνω συμφωνητικού την ίδια ημέρα με το υπ’ αριθμ. .../31.8.1992 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών .... η Κ. Π. μεταβίβασε στον ενάγοντα και στη σύζυγο του ποσοστό 388 χιλιοστά του οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούσαν στην παροχή που συμφώνησαν να λάβουν για την εκτέλεση του έργου.
Στη συνέχεια όμως το ως άνω έργο δεν εκτελέστηκε και με το από 14.7.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφτηκε στη ... μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε οι μεν εργολήπτες να αναμεταβιβάσουν τα ποσοστά που είχαν λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην ιδιοκτήτρια του έργου, το οποίο και έπραξαν, ο δε εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα τις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για την προετοιμασία της εκτέλεσης του έργου (σύνταξη μελετών οικοδομησιμότητας, σχεδίων κλπ), οι οποίες ανέρχονταν κατά τη συμφωνία τους στο συνολικό ύψος των 18.000.000 δραχμών.
Χάριν καταβολής του ποσού αυτού ο εναγόμενος εξέδωσε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, με ημεροχρονολογία έκδοσης 10.7.1995 η μία και 10.8.1995 η άλλη, ποσού εννέα εκατομμυρίων δραχμών η καθεμία, πληρωτές στην ... Τράπεζα της Ελλάδας σε διαταγή του ενάγοντα. Αιτία, επομένως, της έκδοσης των επιταγών αυτών ήταν, όπως ρητά αναφέρεται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, η επιστροφή των δαπανών του πρώτου συμβαλλόμενου (ενάγοντα) που έγιναν εν όψει της ανέγερσης της οικοδομής που τελικά δεν αναγέρθηκε και η με υπόδειξη της Κ.
Π. αναμεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου στον δεύτερο συμβαλλόμενο (εναγόμενο). Οι ως άνω επιταγές δεν πληρώθηκαν και την 1117.1995 αντικαταστάθηκαν από τρεις άλλες μεταχρονολονημένες επιταγές, με ημερομηνία έκδοσης 2.10.1995, 1.11.1995 και 1.12.1995, ποσών 8.000.000 δρχ., 10.000. 000 δρχ. και 1.000.000 δρχ. αντίστοιχα, γεγονός που ση¬μειώθηκε παρά πόδας του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού και υπεγράφη από του διαδίκους.
Έναντι της ως άνω συμφωνηθείσας οφειλής του, η οποία ανήρχετο πλέον κατά τη συμφωνία τους στο ποσόν των 19.000.000 δραχμών, ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 7.000.000 δραχμών ενώ για το ανεξόφλητο μέρος της παραπάνω οφειλής του, ποσού 12.000.000 δραχμών ή 35.216,43 ευρώ, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... ισόποση επιταγή, σε διαταγή του ενάγοντα, πληρωτέα στην ...
Τράπεζα, με ημερομηνία 20-7-1996, η οποία όμως δεν πληρώθηκε. Από τα παραπάνω σαφώς αποδεικνύεται ότι δυνάμει του προαναφερθέντος από 14.7.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού ο εναγόμενος ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση να καταβάλλει τα αναφερόμενα στο συμφωνητικό χρηματικά ποσά στον ενάγοντα, ο οποίος ανέλαβε με τη σειρά του την υποχρέωση να μεταβιβάσει σε αυτόν το ποσοστό επί του ακινήτου που του είχε μεταβιβάσει η Κ.
Π., και ως εκ τούτου τόσον ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά αντίστοιχα στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής και ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί έλλειψης αφ’ ενός ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντα για την άσκηση της ένδικης αγωγής και αφ’ ετέρου παθητικής νομιμοποίησης του ιδίου, που κατά τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας συνιστά άρνηση και όχι ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
Συνεπώς, απέμεινε τελικά ανεξόφλητο υπόλοιπο από την όλη συναλλαγή ποσό 12.000.000 δραχμών, άλλως 35.216,43 ευρώ. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σταδιακά σε μετρητά στον ενάγοντα το ως άνω ποσό χωρίς όμως να αναλάβει το σώμα της επιταγής των 12.000.000 δραχμών πειθόμενος στις διαβεβαιώσεις του ενάγοντα ότι έληξαν οι μεταξύ τους εκκρεμότητες.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον εάν είχαν πράγματι γίνει σταδιακές καταβολές έναντι της συγκεκριμένης επιταγής χωρίς να δοθεί μία έγγραφη απόδειξη εξόφλησης, δοθέντος μάλιστα του ότι είχαν ήδη προκύψει διενέξεις μεταξύ των διαδίκων, θα έδει ο εναγόμενος να διαμαρτυρηθεί μεταγενέστερα με εξώδικη δήλωση του απευθυνόμενη στον ενάγοντα για την μη επιστροφή της επιταγής, ενέργεια στην οποία ουδόλως αποδεικνύεται ότι προέβη ο εναγόμενος.
Κατά συνέπεια, το ανωτέρω ποσό των 35.216,43 ευρώ εξακολουθεί να το οφείλει ο εναγόμενος με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Όσον αφορά την ένσταση παραγραφής που πρότεινε ο εναγόμενος κατά το άρθρο 52 παρ. 1 Του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη καθόσον, όπως προαναφέρθηκε κατά την εξέταση της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, αυτή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 361 επ.
του ΑΚ. και όχι στις διατάξεις του ν. 5960/1933 περί επιταγών. Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ’ αυτού, δεν αρκεί κατ’ αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη....
Στην προκείμενη περίπτωση, ο εναγόμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του δικαιώματος από τον ενάγοντα είναι καταχρηστική, διότι η μακροχρόνια αδράνεια του για την άσκηση των δικαιωμάτων του επέφερε στον εναγόμενο ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι του στέρησε τη δυνατότητα συλλογής των απαιτουμένων εγγράφων προς αντίκρουση της αγωγής του αντιδίκου του.
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά της μακροχρόνιας αδράνειας που επικαλέστηκε ο εναγόμενος, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν μόνα τους να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση και ο σχετικός του ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.... Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δάνεισε σταδιακά στον εναγόμενο από τις 30.12.1998 μέχρι και την 26.2.2002 το χρηματικό ποσόν των 36.195 ευρώ....Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσόν των 35.216 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, απορρίπτοντας τους περί ελλείψεως ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως ισχυρισμούς του εναγομένου και τις ενστάσεις του περί εξοφλήσεως, παραγραφής και καταχρήσεως δικαιώματος δέχθηκε την αγωγή, κατά το μέρος που αφορούσε την εκ του ιδιωτικού συμφωνητικού απαίτηση του ενάγοντος, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει σ’ αυτόν το οφειλόμενο εκ της αιτίας ταύτης χρηματικό ποσό των 35.216 ευρώ.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 του Α.,Κ. και 52 παρ.1 του ν. 5960/1933, εφαρμόζοντας την πρώτη εξ αυτών, της οποίας οι προϋποθέσεις συντρέχουν, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή και γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και αρνούμενο την εφαρμογή της δευτέρας, που δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.
Τούτο δε διότι, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η γενομένη δεκτή αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου θεμελιώνεται, στην περιγραφόμενη στην αγωγή συμφωνία, η οποία συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, με το από 14.7.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, τις δαπάνες στις οποίες αυτός είχε υποβληθεί για την προετοιμασία της ανεγέρσεως της οικοδομής και ανέρχονταν, κατά τη συμφωνία τους, στο συνολικό ύψος των 18.000.000 δραχμών.
Χάριν καταβολής δε του ποσού τούτου εξεδόθησαν από τον αναιρεσείοντα οι αναφερόμενες στην απόφαση μεταχρονολογημένες επιταγές και μετά την αντικατάσταση αυτών λόγω αδυναμίας πληρωμής των και εξοφλήσεως εν συνεχεία από τον εναγόμενο μέρους της οφειλής του εναπέμεινε υπόλοιπο 12.000.000 δραχμών, χάριν καταβολής του οποίου ο εναγόμενος εξέδωσε ισόποση επιταγή, που επίσης δεν πληρώθηκε και έτσι παρέμεινε η εκ της ρηθείσης συμβάσεως οφειλή, την οποία και επικαλέσθηκε ο ενάγων για την θεμελίωση της ενδίκου αγωγής.
Συνεπώς το Εφετείο, κρίνοντας με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, ότι η αγωγή θεμελιώνεται στην εκ συμβάσεως ενοχή του άρθρου 361 Α.Κ. και όχι στην εξ επιταγής τοιαύτη και απορρίπτοντας την προβληθείσα παρά του εναγομένου ένσταση παραγραφής του άρθρου 52 του ν.5960/1933 και τέλος ότι συντρέχει ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση με την άσκηση της ενδίκου αγωγής από τον αναιρεσίβλητο κατά του αναιρεσείοντος, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, ελλείψει ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως.
Επομένως ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως ,με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως των διαδίκων, καθόσον δεν ενήγαγε και η σύζυγος του αναιρεσιβλήτου, η οποία είχε αναλάβει από κοινού με τον ενάγοντα σύζυγο της την εκτέλεση του ματαιωθέντος έργου και δεν ενήχθη αποκλειστικώς η θετή μητέρα αυτού και ιδιοκτήτρια του οικοπέδου επί του οποίου θα ανεγείρετο η οικοδομή, ως πληρεξούσιος της οποία ο ίδιος (αναιρεσείων) προέβη στη σύναψη της επιδίκου συμφωνίας, και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 (πράγματι όμως 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμοι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, είναι οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, για την μη εφαρμογή του ν.5960/1933 και την μη παραδοχή της επί του άρθρο 52 αυτού ερειδομένης ενστάσεως του περί παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως και αποδίδει σ’ αυτήν αιτιάσεις συλλήβδην και χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό από τους αριθμούς 1, 8, 17,19, 20 (πράγματι δε μόνο από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί εξοφλήσεως της επιδίκου απαιτήσεως και την προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού προσκομισθείσα υπ’ αριθμ. ... επιταγή της ...ς Τραπέζης, ποσού 7.000 δραχμών, που πληρώθηκε την 3-10-1995, και προσάπτει συναφώς αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 περ.
β’ , 11 περ.γ’ και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς την πρώτη και τρίτη των αιτιάσεων είναι αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο περί εξοφλήσεως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και ρητώς απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Τούτο άλλωστε, προκύπτει εμμέσως και εκ του περιεχομένου του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίον, υπό την επίκληση των προαναφερομένων αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται απαραδέκτως η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων. Αβάσιμος επίσης τυγχάνει ο αυτός λόγος αναιρέσεως και κατά την δευτέρα, ως άνω, αιτίασή του (από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559), διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και η προδιαληφθείσα επιταγή της ...ς Τραπέζης, το εκ δραχμών 7.000.000 ποσό άλλωστε έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι έχει εξοφληθεί.
Ενώ για την εξόφληση του επιδίκου ποσού των 12.000.000 ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του, δεν επικαλέσθηκε την συγκεκριμένη επιταγή, αλλά τμηματική εκ μέρους του καταβολή μετρητών και παράλειψη του να απαιτήσει το σώμα της επιταγής των 12.000.000 δραχμών, γεγονός που καθιστά επί πλέον τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως απορριπτέο ως αλυσιτελή.
Τέλος, το Εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλομένη απόφαση του ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως, διότι τα πραγματικά περιστατικά που αυτός επικαλέσθηκε, για την θεμελίωση της με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως του και δη η μακροχρόνια αδράνεια του αναιρεσείοντος για την άσκηση της εν λόγω αξιώσεως του, η οποία επέφερε σ’ αυτόν ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι του στέρησε τη δυνατότητα συλλογής των απαιτουμένων εγγράφων προς αντίκρουση της εναντίον του αγωγής, δεν καθιστούν, και αληθή υποτιθέμενα, καταχρηστική την άσκηση της ενδίκου αξιώσεως και δεν επαρκούν ως εκ τούτου για την θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις συλλήβδην από τους αριθμούς 1,8,17 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πράγματι όμως μόνο από τον αριθμό 1, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 αιτιάσεις ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι προϋπόθεση για την ίδρυση του αποτελεί η κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και η διατύπωση αποδεικτικού περί ταύτης πορίσματος, η οποία όμως δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος απερρίφθη, ως προελέχθη, ως μη νόμιμη.
Για την ίδια ωσαύτως αιτία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που αφορά αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναγόμενες στην απόρριψη της περί καταχρήσεως δικαιώματος, ως άνω, ενστάσεως του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 αιτίασή του, συνισταμένη στην μερική μόνο εξέταση από το Εφετείο της ως είρηται ενστάσεως περί καταχρήσεως δικαιώματος, τυγχάνει αβάσιμος, αφού το Εφετείο ερεύνησε την συγκεκριμένη ένσταση, όπως προεβλήθη με την έφεση και την έκρινε μη νόμιμη.
Υπό την επίκληση δε της ως άνω αιτιάσεως προσάπτεται απαραδέκτως στην απόφαση μομφή για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ανεπάρκεια αιτιολογιών. Τέλος, καθόσον αφορά την από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στην μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της καταθέσεως της μάρτυρος του αναιρεσείοντος, συζύγου αυτού, ο αυτός ως άνω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στην ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο, ως ήδη εξετέθη, απέρριψε ως μη νόμιμη την εν λόγω ένσταση και δεν προχώρησε στην κατ’ ουσίαν έρευνα αυτής.
Ενώ κατά το μέρος που η συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια εκτείνεται και στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, από την εκτίμηση μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και της ενώπιον του καταθέσεως της μάρτυρος του αναιρεσείοντος και από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε την ρηθείσα μαρτυρική κατάθεση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την κατάθεση αυτή.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσειοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2016 αίτηση του Δ. Δ. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.4789/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσειοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ