Legislator Case Law & Legislation
1509/2012 AI generated

1509/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1509/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 384/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3599/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/9/2003 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1509/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος που έχει εφαρμογή στους βάσει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενους, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση , έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
gainful employment of spouse wages for housework departure of spouse right to marry marriage allowance spousal consent
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1509 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1509/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 384/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3599/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/9/2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/4/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 23-3-2011 κλήση του αναιρεσίβλητου, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 26-2-2008. Τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον κεκυρωμένο αντίγραφο της κλήσεως με την κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 31-1-2012 και την από 18-4-2011 επισημείωση σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, κατά την παρούσα μετ' αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, από τη δικάσιμο της 31-1-2012, δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ο αναιρεσίβλητος, που, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδει τη συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και ο διάδικος αυτός παρών (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος που έχει εφαρμογή στους βάσει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενους, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση , έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ.

Α' της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 46/1975, 119 παρ. 2 (ήδη 141 παρ. 2) της Συνθήκης ΕΟΚ, 1 της Οδηγίας 75/117/19-2-1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ και 4 παρ. 2 του Ν. 1414/1985 συνάγεται ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) τα οποία καταβάλλονται λόγω της εργασιακής σχέσης, ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας και αποτελούν μέρος του μισθού υπό την έννοια που αναφέρεται στα άρθρα 648, 649, 653 και 655 του ΑΚ.

Επομένως ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα αν ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου την έναντι του εργοδότη απαίτηση για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στο ακέραιο και οι δύο, εφόσον αμφότεροι εργάζονται βάσει της εργασιακής τους συμβάσεως, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι τμήμα της αμοιβής που δικαιούνται και συνεπώς δεν συγχωρείται ως προς αυτά καμιά διάκριση για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Εξάλλου η παραπάνω διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμόζεται όχι μόνο στους μισθωτούς του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα, όπως δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις υποθέσεις 248/1983 και 58/1981. Τέλος, από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να ρυθμίζει τις ουσιωδώς όμοιες σχέσεις, δικαιώματα και καταστάσεις κατά τρόπο ισόνομο, κάθε δε άνιση νομοθετική μεταχείριση τους είναι αντίθετη προς την συνταγματική αυτή επιταγή η παράβαση της οποίας ελέγχεται δικαστικώς.

Περαιτέρω ο Ν. 1505/1984, "αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 αυτού στους μόνιμους και δοκίμους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ κ.λ.π., ορίζει με το άρθρο 11, στη μεν παράγραφο 1 το ύψος του οικογενειακού επιδόματος, στη δε παράγραφο 6 τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών, ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού.

Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος α) του υπολοίπου δημοσίου τομέα όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982, β) των ΝΠΔΔ, γ) ... δ) ... . Τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον ένα από αυτούς κατ' επιλογή τους". Τέλος, ο Ν. 2470/1977 "Αναμόρφωση μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης και συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τα άρθρα 1 έως 27 του Ν. 1505/1984 και 1 έως 18 του Ν. 1810/1988, ισχύει δε από 1-1-1997 και εφαρμόζεται και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ βάσει της με αρ. 20264339/3480/0022/30-5-1997 κοινής υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ Β' 462/97), με το άρθρο 12 αυτού ορίζει στην μεν παρ. 1 ότι "για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων ως εξής:

α) Για οικογένεια εγγάμων υπαλλήλων χωρίς ή με ενήλικα τέκνα 12.000 δραχμές ...". στη δε παρ. 4 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2515/1997 και ισχύει από 1-1-1997 ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν στο καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Στους περιορισμούς των προηγουμένων διατάξεων δεν εμπίπτουν παροχές που χορηγούνται από διαμενητικούς λογαριασμούς οικογενειακών επιδομάτων εν γένει".

Όμως, τόσο οι ως άνω ρυθμίσεις του Ν. 1505/1984 που ήδη καταργήθηκαν όσο και εκείνες του Ν. 2470/1997, κατά το μέρος που θέτουν περιορισμούς ως προς την καταβολή σε αμφότερους τους εργαζόμενους έγγαμους μισθωτούς των οικογενειακών επιδομάτων, τα οποία, παρά τη μετονομασία τους με τον τελευταίο σε "μηνιαία οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας", δεν απώλεσαν τον χαρακτήρα τους ως μέρους της αμοιβής των άνω εργαζομένων για την παρεχόμενη εργασία τους, είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία και την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται αντίστοιχα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 β και του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και εντεύθεν ανίσχυρες (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 10/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο, προ του έτους 1997, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και απασχολείται ως υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο Αρχείο του Εφετείου Αθηνών. Είναι έγγαμος και το εναγόμενο αρνείται και καταβάλει το επίδομα γάμου για το χρονικό διάστημα από 1-1-97 έως 31-12-1999 για το λόγο ότι το λαμβάνει η σύζυγος του που είναι δημόσιος υπάλληλος. Η μη χορήγηση στον ενάγοντα του ενδίκου επιδόματος για το λόγο ότι το λαμβάνει η σύζυγος του αποτελεί ... δυσμενή διάκριση σε βάρος του έναντι των άλλων εγγάμων εργαζομένων που το λαμβάνουν, η οποία δεν δικαιολογείται αφού παρέχεται ίσης αξίας εργασία ...". Με αυτά που δέχθηκε, κατ' ακολουθίαν των οποίων, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίως δικάσαντος Ειρηνοδικείου, έκαμε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε δια της εφαρμογής τους τις άνω συνταγματικές και λοιπές διατάξεις ούτε δια της μη εφαρμογής τους τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2470/1977. Επομένως, όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τον πρώτο, αληθώς εκ του άρθρου 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) ... β) ... γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά την έννοια της άνω διάταξης ο ισχυρισμός θεωρείται ότι ανάγεται στη δημόσια τάξη αν αφορά παράβαση διατάξεως που έχει θεσπισθεί για το γενικό κοινωνικό συμφέρον.

Τέτοια διάταξη είναι και η του άρθρου 94 του Ν. 2362/1995 κατά την οποία η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια (σχετ Ολ.ΑΠ 38/2005). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της, ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου παραγραφής των άνω αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 2683/1999, κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις, ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου.

Στη προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και για τις αξιώσεις αυτού που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1- 1997 έως 31-12-1997 οι οποίες, λόγω του ότι η αγωγή ασκήθηκε στις 30-12-1999, είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή, την οποία δεν ήλεγξε αυτεπαγγέλτως όπως όφειλε και δεν διέγνωσε, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις άνω διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αληθώς εκ του άρθρου 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ασκείται παραδεκτά, ανεξάρτητα ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο περί παραγραφής ισχυρισμός προβλήθηκε από το αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας, ενόψει του κατά τα ανωτέρω χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 94 του ν. 2362/1995 ως δημόσιας τάξης και είναι βάσιμος. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί, κατ' αρθρ. 22§1β του Ν. 3693/1957, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 3599/2003απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ