1509/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1509/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το ελληνικό δίκαιο (και ειδικότερα η προαναφερθείσα διάταξη) θα ήταν εφαρμοστέο μόνο αν το πλοίο στο οποίο συνέβη το ατύχημα ήταν ελληνικής ιδιοκτησίας, ενώ τούτο είναι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση λόγω του τόπου όπου έλαβε χώρα το αδίκημα (άρθρο 26 Α.Κ.).
Full text
Απόφαση 1509 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1509/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πανταζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8799/2000 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση λόγω αρμοδιότητας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, 1223/ 2002 μη οριστική, 4592/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 812/2007 μη οριστική και 641/2009 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-5-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 26 ΑΚ ορίζει ότι οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατά το δίκαιο που ορίζει η διάταξη αυτή κρίνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα: Αν η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί αδίκημα, αν η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση του αδικήματος και της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αν και βάσει ποίων προϋποθέσεων θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος κάποιου άλλου, ποια είναι το είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημιώσεως (άρθρα 297, 298, 914 για την περιουσιακή ζημία και 299, 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, 931 Α.Κ.), πότε η πράξη είναι παράνομη, ποιος βαθμός υπαιτιότητας απαιτείται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αν μεταξύ της πράξεως και της ζημίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, ποιες οι συνέπειες του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση, αν, σε περίπτωση θανατώσεως του προσώπου τα μέλη της οικογένειάς του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υποχρέων (Α.Π.3/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ότι στερείται νόμιμης βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκειμένη διαφορά [από ατύχημα το οποίο υπέστη ο αναιρεσίβλητος, μέλος συνεργείου ξηράς, κατά την επισκευή στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά του αναφερόμενου υπό σημαία Λιβερίας πλοίου, του οποίου αυτός (ο αναιρεσείων) ήταν πλοίαρχος], τη διάταξη του άρθρου 104 του κώδικα δημοσίου ναυτικού δικαίου (ΚΔΝΔ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 173/1974, επί πλέον δε ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα αν το πλοίο ήταν, έστω κατά ορισμένο ποσοστό, ελληνικής ιδιοκτησίας και αν είχε εγγραφεί στο ελληνικό νηολόγιο, οπότε μόνο θα ήταν εφαρμοστέα η πιο πάνω διάταξη.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το ελληνικό δίκαιο (και ειδικότερα η προαναφερθείσα διάταξη) θα ήταν εφαρμοστέο μόνο αν το πλοίο στο οποίο συνέβη το ατύχημα ήταν ελληνικής ιδιοκτησίας, ενώ τούτο είναι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση λόγω του τόπου όπου έλαβε χώρα το αδίκημα (άρθρο 26 Α.Κ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 104 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου που κυρώθηκε με το ν.δ.187/1973 "ο πλοίαρχος έχει την εν γένει διοίκησιν εν τω πλοίω και ασκεί εξουσίαν επί των επιβαινόντων, λαμβάνων παν αναγκαίον μέτρον εντός των υφισταμένων κανονισμών προς τον σκοπόν τηρήσεως της τάξεως, της πειθαρχίας και της υγιεινής και δια την ασφάλειαν του πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου".
Διατάξεις περί των όρων ασφαλείας, η μη τήρηση των οποίων παρέχει στον παθόντα από εργατικό ατύχημα στο πλοίο δικαίωμα αποζημιώσεως είναι εκείνες οι οποίες ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ήτοι προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων.
Δεν αρκεί δηλαδή το ατύχημα να επήλθε από τη μη τήρηση όρων οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς αυτοί να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (Ολ. Α.Π.26/1995, Α.Π.1132/1997). Τέτοιες ειδικές διατάξεις είναι και εκείνες του π.δ.70/1990 για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ.2 και 36 ν.1568/1985 και στο οποίο ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής:
Ως ναυπηγοεπισκευαστικό έργο θεωρείται κάθε ναυπηγική ή ναυπηγοεπισκευαστική εργασία ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως νέα κατασκευή, μετασκευή, προσθήκη, επισκευή, συντήρηση, διάλυση (άρθρο 2 αριθ.1). Ο κύριος του έργου, ο εργολάβος, ο υπεργολάβος και ο παρέχων το χώρο είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού διατάγματος τούτου και ιδιαίτερα με τις υποχρεώσεις που προσδιορίζονται σ' αυτό (άρθρο 3 εδ.α).
Ως κύριος του έργου θεωρείται ο πλοιοκτήτης, εφοπλιστής, νομέας, ο κάτοχος του πλοίου ή άλλης πλωτής κατασκευής όπου εκτελείται ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του ναυπηγοεπισκευαστικό έργο. Ο κύριος του έργου μπορεί να εκπροσωπείται από το νόμιμα εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του ή τον πλοίαρχο του πλοίου (άρθρο 2 αριθ.3).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι κατά την εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών επί του πλοίου ο πλοίαρχος υποχρεούται να ελέγχει την τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας που προβλέπονται από το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα, εάν δε υπαιτίως παραλείψει την ανωτέρω υποχρέωσή του με συνέπεια την πρόκληση ατυχήματος, ευθύνεται έναντι του παθόντος σε καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Οι υποχρεώσεις του όμως αυτές υπάρχουν μόνο όταν ο κύριος του έργου (δηλαδή ο πλοιοκτήτης, εφοπλιστής, νομέας ή κάτοχος του πλοίου, στο οποίο εκτελείται ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του ναυπηγοεπισκευαστικό έργο) έχει ορίσει αυτόν (τον πλοίαρχο) ως εκπρόσωπό του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 41 παρ.1 εδ.γ του ίδιου πιο πάνω προεδρικού διατάγματος τα μαδέρια στα δάπεδα των ικριωμάτων που χρησιμοποιούνται κατά την εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών πρέπει να τοποθετούνται κατά πλάτος με κενά μέχρι το πολύ τριών εκατοστών του μέτρου, με τρόπο ώστε να καλύπτεται όλο το μεταξύ των στηριγμάτων άνοιγμα και να συνδέονται κατάλληλα για την αποφυγή ολισθήσεώς τους, κατά δε το άρθρο 42 παρ.5 εδ.α αυτού τα ικριώματα πρέπει να φέρουν μεταλλικό χειρολισθήρα ύψους ενός μέτρου από το δάπεδο εργασίας και μεταλλική ράβδο στο μέσο του διαστήματος για προστασία έναντι της πτώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Την 16η Σεπτεμβρίου 1998 κατά τη διάρκεια ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών επί του πλοίου "E.", την εκτέλεση των οποίων είχε αναλάβει εργολαβικώς η εταιρία "… Ο.Ε.", ο εφεσίβλητος, ο οποίος είχε προσληφθεί δυνάμει συμβάσεως εργασίας μετά της εν λόγω εταιρίας, προκειμένου να εργασθεί ως αμμοβολιστής-καθαριστής, ενώ εκινείτο επί μεταλλικού σταθερού ικριώματος περιμετρικώς του εσωτερικού μιας των δεξαμενών έρματος του ως άνω πλοίου προς το σημείο όπου επρόκειτο να εκτελέσει αμμοβολή, εξαιτίας αντικανονικής συμφώνως προς τα ανωτέρω συνδέσεως των σανίδων του δαπέδου, κατά τρόπον καταλείποντα ενδιαμέσως κενά πλάτους τριάντα εκατοστών, μη καλύπτοντα όλο το μεταξύ των στηριγμάτων άνοιγμα και μη αποτρέποντα την ολίσθηση, εν συνδυασμώ προς την έλλειψη χειρολισθήρος και την τοποθέτηση της μεταλλικής ράβδου εις ύψος είκοσι πέντε μόνον εκατοστών από του δαπέδου, εξ αμελείας του εκκαλούντος πλοιάρχου του πλοίου, ο οποίος λόγω ελλείψεως της προσοχής την οποία ώφειλε και είχε τη δυνατότητα να καταβάλει δεν είχε μεριμνήσει να ελέγξει την τήρηση των προαναφερομένων μέτρων υγιεινής και ασφαλείας, ως είχε συμφώνως προς τα ανωτέρω υποχρέωση, απώλεσε την ισορροπία του και κατέπεσε από ύψους δέκα επτά μέτρων εντός του πυθμένος της δεξαμενής, με συνέπεια να υποστεί κάταγμα δεξιού λαγονίου, κάταγμα δεξιάς κοτύλης, επιπεπλεγμένο κάταγμα πρώτου βαθμού διαφύσεως δεξιού βραχιονίου, συντριπτικό κάταγμα κεφαλής κερκίδος, ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου αριστερού αγκώνος, κάκωση αυχενικής και οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, πολλαπλές ρήξεις ήπατος, οπισθοπεριτοναϊκό αίματωμα και αιμοθώρακα, προς αντιμετώπιση των οποίων κατέστη αναγκαίο να χειρουργηθεί επανειλημμένως και να νοσηλευθεί επί δίμηνο....
Συνεπώς ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε τον εκκαλούντα υπαίτιο του τραυματισμού του εφεσιβλήτου, τον οποίον δεν έκρινε συνυπαίτιο, και οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, δια των οποίων υποστηρίζεται ότι ο εκκαλών δεν είναι υπαίτιος του ατυχήματος, άλλως ότι συνυπαίτιος είναι ο εφεσίβλητος, η πτώση του οποίου οφείλεται συνεπεία αντικανονικής κινήσεως αυτού επί δοκού μη χρησιμοποιουμένης ως ικρίωμα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν". Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 3 του π.δ.70/1990, διέλαβε δε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος πλοιάρχου για τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, αφού από τις αιτιολογίες αυτές δεν προκύπτει με σαφήνεια ο λόγος της ευθύνης του αναιρεσείοντος και ειδικότερα αν είχε ορισθεί από τον κύριο του έργου ως εκπρόσωπος αυτού κατά την εκτέλεση των ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών επί του πλοίου.
Συνεπώς οι σχετικοί τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 641/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Αυγούστου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ