Supreme Court dismisses appeal against labor law application regarding early retirement compensation for a bank employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment awarding early retirement compensation to the employee. The lower court found that the employee had completed over fifteen years of service and voluntarily resigned with the employer's consent, thereby converting the fixed-term contract into an indefinite one under Greek labor law. The court ruled that the lower courts correctly applied Article 8 of Law 3198/1955 to grant the full statutory compensation without reductions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 Law 2112/1920; Art. 8 para. 1 Law 3198/1955; Art. 1 para. 1 Law 173/1967; Art. 1 para. 1 Law 618/1970; Art. 1 of Law 3198/1955; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court holds that an employee with fifteen years of service who resigns with employer consent converts a fixed-term contract to an indefinite one, entitling them to full statutory compensation under Law 3198/1955 without reductions applicable to the public sector.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1509 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1509/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1479/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2321/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου : (Α) Κατά το άρθρο 8 εδ. α' ν. 3Ι98/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αν συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια του άρθ. 6 παρ. 1 ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με την συγκατάθεση του εργοδότη δικαιούνται το μισό της οριζομένης από το ν. 21Ι2/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου. Σύμβαση εργασίας διεπομένη από κανονισμό που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζομένου με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας είναι καταρχήν σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν όμως με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση και εάν αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου.
Προϋπόθεση επίσης για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης αποτελεί και η συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού, η οποία πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού. δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παρέχεται στον μισθωτό δικαίωμα παραίτησης σε οποιονδήποτε χρόνο, χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή ν' αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με την ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται την παραίτηση του υπαλλήλου και συνεπώς να παρέχει την συγκατάθεσή του σ' αυτήν, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Με το εδάφιο β' του ιδίου ως άνω άρθρου 8 ν. 3198/1955, που προστέθηκε με το άρθ. 8 παρ. 4 νδ 3739/1957 και όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 5 παρ. 1 ν. 435/1976, ορίζεται ότι μισθωτοί ενγένει που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, αν συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ν' αποχωρούν από την εργασία, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρούν, είτε ν' απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικά το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, για δε την κατά τ' ανωτέρω χορηγουμένη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1 έως και 9 του ν. 3198/1955 καθώς και από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 κ.λπ.
εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Το ως άνω εδάφιο β' του άρθ. 8 ν. 3198/1955 εφαρμόζεται αδιακρίτως σε μισθωτούς που συνδέονται. με σχέση εργασίας είτε αόριστης είτε ορισμένης διάρκειας, προσαπαιτείται, όμως, η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ η υπαλληλική σχέση λύεται α) με καταγγελία από την Τράπεζα, β) με παραίτηση του υπαλλήλου και γ) με απόλυση.
Ειδικότερα, το άρθρο 18 του ως άνω Κανονισμού ορίζει ότι ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί χωρίς να υποχρεούται να εκθέσει τους λόγους της παραίτησης, ότι η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως και μόνο με την αποδοχή της λύεται η υπαλληλική σχέση, ότι η αποδοχή της παραίτησης είναι υποχρεωτική εντός μηνός από την υποβολή της κ.λπ. (Β) Ως προς το ανώτατο όριο της ως άνω αποζημίωσης, με το άρθ. 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λπ., η από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, η οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δρχ., το ανώτατο δε αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά με το άρθ. 1 ν.δ. 207/1974 σε 600.000 δρχ., με το άρθ. 24 ν.
Ι082/1980 σε 1.000.000 δρχ., με το άρθ. 24 ν. 1545/1985 σε 1.150.000 δρχ., με το άρθ. 33 ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δρχ. Και με το άρθ. 21 παρ. 13 ν. 3144/2003 σε 15.000 ευρώ, ενώ με το άρθ. 1 παρ. 1 και 2 ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωαης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλομένης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, Τραπεζών κ.λπ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάζεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας κα0ορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Ειδικότερα, με την διάταξη του άρθ. 1 παρ. 6 περ. ε' ν. 1256/1982 ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 άρθ. 9 ν. 1232/1982, είναι ότι στον δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται. . .
ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες. είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ με την διάταξη του άρθρου 51 ν. 1892/1990, με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα", ορίζεται ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθ. 1 παρ. 6 ν. 1256/1982, δηλ.
την προηγουμένη διάταξη, δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο... δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου. είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του καταστατικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που κυρώθηκε με το ν. 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου, η Τράπεζα αυτή έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από την φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, ποσοστό που αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθ. 34 ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της.
Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες καθορίζεται ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα κατά την έννοια του άρθ. 51 ν. 1892/1990. Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρα 2 παρ. 1 εδ. α' έως ζ' και 4 παρ. 1 καταστατικού αυτής αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από την σύστασή της και μεταγενέστερα και ειδικότερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος η ως άνω Τράπεζα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα νομικού προσώπου ιδιωτικού μεν δικαίου ως προς την άσκηση απ' αυτήν των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της, δημοσίου δε δικαίου ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.
Επομένως ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του δικαιούται την προβλεπομένη από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. α' και β' ν. 3198/1955 (όπως το εδ. β' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθ. 5 παρ. 1 ν. 435/1976) αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθ. 2 παρ. 2 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 ν.δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 1/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", επί αγωγής του τώρα αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, με την αναιρεσιβαλλομένη 2321/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) Τράπεζα της Ελλάδος την 8-3-1969 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εξελιχθείς βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη, ότι την 12-10-2005 αποχώρησε από την υπηρεσία του πριν συμπληρώσει το όριο ηλικίας που προβλεπόταν για τους εντεταλμένους Τμηματάρχες από τον Γενικό Κανονισμό Καταστάσεως Υπαλλήλων της εναγομένης, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ και στον οποίο είχε προσχωρήσει ο ενάγων κατά την πρόσληψή του, κατόπιν υποβολής της από 6-10-2005 έγγραφης παραίτησής του που έγινε δεκτή με την 909/11-10-2005 απόφαση του διοικητή της εναγομένης, με αποτέλεσμα την διαγραφή του από την δύναμη του προσωπικού της την 12-10-2005, ότι η παραίτηση αυτή έγινε με την συγκατάθεση της εναγομένης, ότι με τον τρόπο αυτόν πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της σύμβασης, η οποία έτσι μετατράπηκε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου, ότι κατά τον χρόνο της παραίτησής του ο ενάγων είχε συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην εναγομένη καθώς και τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, ήταν δε επικουρικά ασφαλισμένος, και ότι ως εκ τούτου εδικαιούτο να λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ.
α' και β' ν. 3198/1955 το 40% της προβλεπομένης πλήρους αποζημίωσης χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 ν.δ. 618/1970, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η εναγομένη δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δηλ. με βάση τις κατά τον χρόνο της παραίτησης καταβαλλόμενες αποδοχές του το ποσό των 45.275,26 ευρώ και τελικά μετ' αφαίρεση του ποσού των 15.000 ευρώ που του κατέβαλε η εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 30.272,26 ευρώ (κατ' ορθό υπολογισμό είναι 30.275,26).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο επικύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορρίπτοντας την κατ' αυτής έφεση της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και η κρινομενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-10-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 2321/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ