Legislator Case Law & Legislation
1509/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on vague abuse of rights claim lacking specific salary comparison evidence.

Case Number 1509/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The bank argued that the employee's claim for a specific allowance violated the principle of good faith by comparing her current higher salary to a hypothetical lower one in a former role. The court found the abuse of rights argument inadmissible because the bank failed to provide concrete evidence comparing actual salaries, rendering the claim too vague for judicial review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 57-59 of the Civil Code; The employer's right to determine working conditions does not constitute abuse of power if the employee denies the existence of the specific contractual right claimed, provided the employer fails to substantiate the alleged violation with specific comparative evidence.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principle employment contract salary comparison vague claim supreme court appeal labor law

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 652, 653, 281, 361 of the Civil Code
Articles 57-59 of the Civil Code
Article 132 alpha section 3 of the Organization
Article 578 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP (General) 30/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1509 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1509/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.

Της αναιρεσίβλητης: ... κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Τσίκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 665/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3785/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653, 281, 361 Α.Κ., 1,3,4,5,7 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να καθορίζει αυτός, το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας και να ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών της, περιορίζεται με ειδικές διατάξεις νόμου ή Σ.

Σ . Ε, τη γενική διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., με τον Κανονισμό Εργασίας που έχει συμβατική ισχύ ή ισχύ νόμου και με την ατομική σύμβαση που ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Επομένως, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα δεν επιτρέπεται να καταργήσει νόμιμα ή συμβατικά δικαιώματα του μισθωτού και ειδικότερα να προκαλέσει μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής σχέσης εάν έτσι ο μισθωτός υφίσταται μείωση και ιδίως προσβάλλεται στην προσωπικότητα του, κατά την έννοια των άρθρων 57-59 Α.Κ.

ή βλάπτεται υλικά ή ηθικά κατ' άλλον τρόπον, άμεσα ή έμμεσα. Αντίθετα, δεν συνιστά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος ούτε αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η συμβατική ή επί τη βάσει διατάξεων Σ.Σ.Ε. κανονιστικής ισχύος περικοπή ορισμένου επιδόματος που χορηγείται ως μισθολογική προσαύξηση για ορισμένη ειδική αιτία, σχετιζόμενη με το είδος της εργασίας του μισθωτού ή τη θέση του στην επιχείρηση, εφόσον το επίδομα αυτό οφείλεται μόνο για τον χρόνο που συντρέχει η αιτία για την οποία χορηγείται.

Εξάλλου κατά το άρθρ. 132 α§3 του από 13-9-1968 Οργανισμού της ΑΤΕ, που καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθρ. 1 του ΑΝ 430/1968, εγκρίθηκε με την 226698/1280/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 389/2-4-1973, Τεύχ. Β', κυρώθηκε με το Ν.Δ 213/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ορίζονται τα εξής: " Οι υπάλληλοι που μετακινούνται λόγω κατάργησης της Υπηρεσιακής Μονάδας στην οποία υπηρετούν, διατηρούν τα επιδόματα που συνδέονται με την καταργούμενη Υπηρεσιακή Μονάδα, εκτός αν η μετακίνηση στη νέα θέση συνοδεύεται με την παροχή νέου ή νέων, συναφών επιδομάτων, οπότε γίνεται συμψηφισμός με τη διαφορά πάντοτε υπέρ του εργαζομένου ".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στον κλάδο Οικονομικού και με τον βαθμό της Λογίστριας Β'.

Από 26-2-1988 η αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της στη Διεύθυνση Μελετών και Προγραμματισμού της Τράπεζας, που συνίσταντο στην εκπόνηση έκθεσης σχετικά με την εξέλιξη κατά τα τελευταία χρόνια βασικών μεγεθών του αγροτικού τομέα και τραπεζικών μεγεθών, κυρίως της εργοδότριας Τράπεζας, καθώς και προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια.

Με την ... απόφαση της Διοικήσεώς της, η αναιρεσείουσα χορήγησε σε όλους τους υπαλλήλους της εν λόγω Διεύθυνσης μηνιαίο επίδομα με την ονομασία "Επίδομα Εξειδικευμένης Εργασίας". Με τροποποίηση του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 934/27-7-2000, Τεύχ. Β' και στα πλαίσια της επιχειρούμενης αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της, καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, η Διεύθυνση Μελετών και Προγραμματισμού.

Το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας εξακολουθούσε να χορηγείται κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 132α, που φέρει τον τίτλο "Μετακινήσεις, τοποθετήσεις προσωπικού στα πλαίσια της Αναδιοργάνωσης της Τράπεζας", στους υπαλλήλους που υπηρετούσαν είτε στην πρώην Διεύθυνση Μελετών και Προγραμματισμού είτε στην πρώην Διεύθυνση Οργάνωσης και οι οποίες καταργήθηκαν στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης της Τράπεζας την 1-11-2000 και την 30-1-2002 αντίστοιχα.

Μετά την κατάργηση της Διεύθυνσης Μελετών και Προγραμματισμού, οι υπάλληλοι που υπηρετούσαν σε αυτή, μετακινήθηκαν στη Διεύθυνση Συμβουλευτικών Υπηρεσιών, μεταξύ αυτών και η αναιρεσίβλητη, η οποία εξακολουθούσε να λαμβάνει το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας. Στην συνέχεια (τον Φεβρουάριο του 2002) μετακινήθηκε στη Διεύθυνση Διοίκησης, όπου παρέμεινε μέχρι την 6-5-2003, οπότε τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού ως Υποδιευθύντρια, Σύμβουλος Διοίκησης.

Ενόσω υπηρετούσε στην τελευταία αυτή θέση, τον Ιούλιο του 2003, διεκόπη η καταβολή του επιδόματος από την αναιρεσείουσα, η οποία ισχυρίσθηκε ότι η διακοπή είναι σύμφωνη με το άρθρ. 132 α του Οργανισμού, κατά το οποίο η καταβολή του επιδόματος αυτού γίνεται κατά την πρώτη μετακίνηση του υπαλλήλου μετά την κατάργηση της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσε και όχι σε επόμενες μετακινήσεις και τοποθετήσεις που θα γίνονται "στα πλαίσια της υπηρεσιακής ροής των προσώπων για την καλύτερη διάρθρωση και πληρέστερη στελέχωση όλων των μονάδων", αφού απαραίτητη προϋπόθεση καταβολής ειδικών επιδομάτων είναι η εξακολούθηση παροχής υπηρεσιών από τους υπαλλήλους στις υπηρεσίες για τις οποίες είχαν προσδιορισθεί.

Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας, είπε το Εφετείο, δεν συμβαδίζει με την έννοια της διάταξης του άρθρ. 132 α του Οργανισμού, που αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων (και των οικονομικών) των εργαζομένων, που μετακινούνται λόγω κατάργησης της αρχικής των θέσης και η οποία προστασία πρέπει να επεκτείνεται και στις μετέπειτα υπηρεσιακές τους μετακινήσεις, συμψηφιζομένων των ειδικών επιδομάτων μόνο με τα νέα συναφή επιδόματα που συνδέονται με τη θέση στην οποία τοποθετούνται, και περί των οποίων ουδεμία επίκληση γίνεται στην ένδικης υπόθεση από την αναιρεσείουσα Τράπεζα.

Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, η διακοπή του επιδόματος συνιστά μονομερή εκ μέρους της τελευταίας βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης, η οποία έχει δικαίωμα να εμμείνει στην τήρηση των όρων εργασίας της και να αξιώσει την καταβολή του επιδόματος, κατόπιν αυτών δε απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 132 α § 3 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, κατά τη γραμματική διατύπωση της οποίας αλλά και κατά το πνεύμα αυτής επιδιώκεται αποκλειστικά η προστασία των οικονομικών συμφερόντων του υπαλλήλου στην περίπτωση της κατάργησης της Υπηρεσιακής Μονάδας που υπηρετούσε, ώστε να μην αποστερηθεί των επιδομάτων που ελάμβανε μέχρι τότε εξαιτίας της κατάργησης της Υπηρεσιακής Μονάδας.

Η προστασία δε αυτή του άρθρ. 132 α § 3 για να είναι πλήρης και αποτελεσματική πρέπει να επεκτείνεται και στις μελλοντικές υπηρεσιακές μετακινήσεις του, αφού άλλως θα ήταν ευχερής η καταστρατήγησή της δια της εκ νέου σύντομης μετακινήσεώς του σε άλλη θέση. Ο πιο πάνω σκοπός της διατάξεως προκύπτει και από τη δυνατότητα που παρέχεται εξ υπαρχής στον εργοδότη να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι ο υπάλληλος που μετακινήθηκε λόγω κατάργησης της Υπηρεσιακής Μονάδας που υπηρετούσε λαμβάνει στη θέση που μετακινείται άλλο ή άλλα συναφή επιδόματα, οπότε γίνεται συμψηφισμός αυτών με εκείνο της καταργημένης Υπηρεσιακής Μονάδας και δικαιούται μόνο τη διαφορά.

Η εκ μέρους όμως της αναιρεσείουσας διακοπή καταβολής αυτού, χωρίς την επίκληση της συνδρομής των περιστατικών που μόλις προαναφέρθηκαν, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής σχέσης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις του άρθρ. 132 α § 3 του Οργανισμού της σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 648, 652§1, 361 και 281 ΑΚ, δεν είναι βάσιμοι.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις αυτές ως άνω διατάξεις με το να δεχθεί ότι η περικοπή του επιδόματος εξειδικευμένης εργασίας της αναιρεσίβλητης ποσού 334,80 ευρώ μηνιαίως, παρότι έγινε ύστερα από επόμενες μετακινήσεις της και όχι κατά την αρχική της μετακίνηση και η οποία περικοπή συνδυάσθηκε με αύξηση των συνολικών της αποδοχών κατά 400 ευρώ μηνιαίως, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η περικοπή του εν λόγω επιδόματος συνδυάσθηκε με αύξηση των αποδοχών της κατά τα άνω, αλλά αντιθέτως επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε ότι μετά τη μετακίνηση της αναιρεσίβλητης από την καταργημένη Υπηρεσιακή Μονάδα, της χορηγήθηκε επίδομα ίσο ή υψηλότερο από εκείνο που ελάμβανε μέχρι τότε, ότι δηλαδή συνέτρεχαν οι από το ίδιο άρθρ. 132 α § 3 του Οργανισμού προβλεπόμενες προϋποθέσεις συμψηφισμού του επίδικου επιδόματος προς άλλα τέτοια της νέας της θέσεως.

Επειδή, κατά το άρθρ. 578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο συνιστάται στην υπαγωγή, με την απόφασή του, των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.

Ως αιτιολογία δηλαδή νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΑΠ (Ολ)30/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος της εργαζόμενης να αξιώσει το πιο πάνω επίδομα και συνεπώς το άρθρ. 281 του ΑΚ δεν έχει εφαρμογή.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης, ότι η ασκούμενη με την κρινόμενη αγωγή αξίωση για καταβολή του επιδόματος εξειδικευμένης εργασίας, παρά την κατάργηση της Διευθύνσεως Μελετών και Προγραμματισμού και παρά τη μετακίνησή της σε άλλη υπηρεσία και την εν συνεχεία βαθμολογική και υπηρεσιακή της εξέλιξη στη θέση του Υποδιευθυντή, συνεπεία της οποίας ελάμβανε αυξημένα επιδόματα και αποδοχές γενικότερα, ενώ αν παρέμενε στην καταργηθείσα θέση του Οικονομολόγου Α' οι αποδοχές της θα ήταν πολύ μικρότερες, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, αφού αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και εξ αυτού του λόγου η αγωγή είναι απορριπτέα.

Με τα περιστατικά αυτά η ένσταση καταχρήσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, διότι δεν γίνεται καμία συγκεκριμένη αναφορά των επικαλουμένων αποδοχών της αναιρεσίβλητης, ώστε από τη μεταξύ τους σύγκριση να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της συνδρομής των κριτηρίων που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.

Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η ένσταση καταχρήσεως δεν ήταν νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα αρνείτο την ύπαρξη του δια της αγωγής ασκουμένου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και να απορρίψει τον σχετικό λόγο εφέσεως, κατάληξε σε ορθό διατακτικό και συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος σύμφωνα με το άρθρ. 578 του ίδιου κώδικα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-3-2008 αίτηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ για αναίρεση της 3785/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ