Legislator Case Law & Legislation
1509/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank fraud, ruling evidence was historical and defendant's intent proven.

Case Number 1509/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third-Instance Court of Larissa's conviction for bank fraud. The court found that the defendant intentionally defrauded the bank by transferring assets without equivalent value, satisfying the subjective and objective elements of the crime. Although the appellant argued the court erred by not reading specific documents, the court ruled these were merely historical references supported by witness testimony, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 397(1) Criminal Code; Articles 510(1A), 171(1)δ, 358, 329, 331, 358, 364(1), 369, 583(1) Code of Criminal Procedure: The crime of defrauding creditors requires proof of intent to frustrate satisfaction and actual frustration of the creditor's claim; failure to read documents cited only historically does not constitute absolute nullity if their content is known through other means.

Keywords

AI generated
bank fraud defrauding creditors criminal appeal absolute nullity procedural fairness

Cited Legislation

AI generated
Article 397(1) of the Criminal Code
Article 510(1A) of the Code of Criminal Procedure
Article 171(1)δ of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 329 of the Code of Criminal Procedure
Article 331 of the Code of Criminal Procedure
Article 364(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 369 of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1509 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1509/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και των αρχαιοτέρων του Αρεοπαγιτών), Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη – Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαγλάρα, περί αναιρέσεως της 965/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υποδιευθυντή της ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο και διόρισε για να τον εκπροσωπήσει τον δικηγόρο Ευάγγελο Μάλλιο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.12.2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 58/2005.

Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 397 παρ. 1 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, το οποίο διώκεται κατ' έγκληση, εκτός από το δόλο του δράστη, που ενέχει τη θέληση ματαιώσεως της ικανοποιήσεως του δανειστή, απαιτείται και η ολική ή μερική ματαίωση της ικανοποιήσεως της αποκτήσεως του δανειστή με δόλια ενέργεια από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο, που αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τελέσεως του εγκλήματος τούτου.

Ειδικότερα, για την αντικειμενική θεμελίωσή του απαιτείται ο οφειλέτης, με τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ενέργειές του, να ματαιώσει εκ προθέσεως, εν όλω ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, πράγμα που συμβαίνει όταν ο οφειλέτης κατά το χρόνο της ενέργειάς του δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία, που να επαρκούν για την ικανοποίηση του δανειστή του.

Περαιτέρω, από την αυτή, ως άνω διάταξη προκύπτει ότι δεν απαιτείται να είναι εκκαθαρισμένη ή δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει προηγηθεί η αναγνώριση της απαιτήσεως του δανειστή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, αλλά την ύπαρξη αυτής κρίνει παρεμπιπτόντως το ποινικό δικαστήριο.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικά δε επί καταδικαστικής αποφάσεως για καταδολίευση δανειστών απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται στην απόφαση όλα τα παραπάνω στοιχεία της πράξεως και ότι ο δράστης κατά το χρόνο που έκανε τις απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία επαρκή για την ικανοποίηση του δανειστή του.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα.

Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και αποτιθείσα για την αξιόποινη πράξη της καταδολιεύσεως δανειστών, η οποία, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αποφάσεως, τελέστηκε με απαλλοτρίωση περιουσιακών του στοιχείων, άλλων χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, και άλλων με ψεύτικες (εικονικές) δικαιοπραξίες, κατά τις εις την απόφαση διακρίσεις.

Ως αιτιολογία της καταδικαστικής κρίσεώς του, το δικαστήριο αναφέρει στο σκεπτικό της αποφάσεώς του τα εξής, τα οποία αποδείχθηκαν από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε στα ... και στο ... ατομική επιχείρηση κοπής επεξεργασίας και εμπορίας μαρμάρων, όφειλε στην πολιτικώς ενάγουσα «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ», πλην άλλων, και τα ακόλουθα ποσά: 44.646.246 δρχ.

και 26.666.668 δρχ., που αποτελούσαν το κατάλοιπο κλεισθέντων συμβάσεων πιστώσεων με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως τα στοιχεία αυτών αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό. Η βασιμότητα των απαιτήσεων της πολιτικώς ενάγουσας αποδεικνύεται από τα έγγραφα των συμβάσεων και κλεισίματος των λογαριασμών που επικαλείται και προσκομίζει.

Άλλωστε, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν πρόβαλε κάποιο βάσιμο αποσβεστικό ισχυρισμό με ορισμένο τρόπο. Στις 16.11.1998 υπέβαλε προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας δήλωση περί αναστολής των πληρωμών του ζητώντας να κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, πράγμα που έγινε δεκτό με την υπ' αριθ. 15/1999 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.

Ήδη όμως ενωρίτερα είχε φροντίσει μεθοδικά να αποξενωθεί από το σύνολο της σοβαρής και αξιόλογης περιουσίας του. Συγκεκριμένα, με τις κατωτέρω μεταβιβάσεις, των οποίων τα στοιχεία αναφέρονται πληρέστερα στο διατακτικό, μεταβίβασε α) στις 23.6.1998 λόγω πωλήσεως στο ... ένα αγρό 5813 τ.μ. στη ... χωρίς αξιόχρεο αντάλλαγμα, β) στις 26.6.1998 λόγω δωρεάς στη σύζυγό του (δεύτερη κατηγορουμένη) την επικαρπία ενός διαμερίσματος 125 τ.μ.

στα ... και την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στην ανήλικη κόρη τους ..., χωρίς να συντρέχει κάποιος λόγος άμεσης αποκατάστασης, τη στιγμή μάλιστα που είχε χρέη και προηγούνταν η εξόφλησή τους, γ) στις 26.6.1998 λόγω δωρεάς στη σύζυγό του (δεύτερη κατηγορουμένη) την επικαρπία ενός άλλου διαμερίσματος 125 τ.μ.

στα ... και την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στον ανήλικο γιο τους ..., χωρίς και πάλι να συντρέχει κάποιος λόγος άμεσης αποκατάστασης, τη στιγμή μάλιστα που είχε χρέη και προηγούνταν η εξόφλησή τους, δ) στις 26.6.1998 λόγω δωρεάς στη σύζυγό του (δεύτερη κατηγορουμένη) την επικαρπία ενός άλλου διαμερίσματος 125 τ.μ.

στα ... και την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στον ανήλικο γιο τους ..., χωρίς και πάλι να συντρέχει κάποιος λόγος άμεσης αποκατάστασης, τη στιγμή μάλιστα που είχε χρέη και προηγούνταν η εξόφλησή τους, ε) στις 28.8.1998 μεταβίβασε λόγω μεν πωλήσεως, πλην όμως εικονικά χωρίς αντάλλαγμα, έναν αγρό 4.004 τ.μ. στη θέση ...

με τα επ' αυτού οικήματα, στη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Φανή Βουρλίτση ΕΠΕ», της οποίας μοναδικό μέλος και διαχειριστής ήταν η δεύτερη κατηγορουμένη σύζυγός του. Με τις διαδοχικές αυτές εκποιήσεις αποξενώθηκε εκ προθέσεως από όλα τα περιουσιακά του στοιχεία ώστε να μην είναι σε θέση οι δανειστές του, μεταξύ των οποίων και η πολιτικώς ενάγουσα, να επισπεύσουν εναντίον του ατομικές καταδιώξεις και να ικανοποιηθούν με αναγκαστική εκτέλεση.

Έτσι ματαίωσε τη δυνατότητα της τελευταίας να ικανοποιηθεί, λόγο για τον οποίο άλλωστε έκανε τις ανωτέρω καταδολιευτικές μεταβιβάσεις. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος για τις προαναφερόμενες κατ' εξακολούθηση πράξεις, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Περαιτέρω εδέχθη η προσβαλλομένη, όσον αφορά τον χρόνο γνώσεως από την εγκαλούσα των απαλλοτριωτικών πράξεων, ότι αυτή (εγκαλούσα) έλαβε γνώση εκείνων (απαλλοτριωτικών πράξεων) στις 22.1.1999, η δε έγκληση υπεβλήθη στις 12.4.1999, δηλαδή εντός της τρίμηνης προθεσμίας και απέρριψε τον αντίθετο ισχυρισμό του κατηγορουμένου.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που προεκτέθηκε και σωστά ερμήνευσε την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολογείται ο χρόνος γνώσεως εκ μέρους της εγκαλούσης των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών και ο χρόνος υποβολής της εγκλήσεως (εντός τριών μηνών από της γνώσεως), καθώς και το ύψος της απαιτήσεως της εγκαλούσης, η οποία (αίτηση), όπως εσημειώθη στην οικεία νομική σκέψη, δεν απαιτείται να είναι και εκκαθαρισμένη ή δικαστικά αναγνωρισμένη – την ύπαρξη της οποίας (απαιτήσεως) το δικαστήριο κρίνει παρεμπιπτόντως – ενώ δεν απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας:

α) να εκτίθεται εις την απόφαση, όταν η απαίτηση προέρχεται από αλληλόχρεο λογαριασμό, εάν έχει κλείσει ή όχι αυτός κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση ομιλεί περί κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού και β) να αντικρούεται ο περί αποσβέσεως της οφειλής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, όταν είναι ορισμένος, εφόσον από τις παραδοχές της αποφάσεως γίνεται δεκτή η ύπαρξη της απαιτήσεως.

Περαιτέρω, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων αποξενώθηκε, με τις απαλλοτριώσεις που αναφέρονται στην απόφαση, του συνόλου των περιουσιακών του στοιχείων, δεν απαιτείτο να γίνει αναφορά (εις την απόφαση) της αξίας ενός εκάστου απαλλοτριωθέντος ακινήτου και του εισπραχθέντος «μη ισοτίμου και αξιοχρέου» ανταλλάγματος, αφού, κατά τα περαιτέρω δεκτά γενόμενα από την απόφαση, με τις απαλλοτριώσεις αυτές, κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεως της πολιτικώς εναγούσης.

Επομένως, ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, με τις επιμέρους αιτιάσεις του συναφής λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, και καθό μέρος βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών αυτής, ως απαράδεκτος, σημειουμένου και πάλιν εδώ, ότι για να καταλήξει το δικαστήριο της ουσίας στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, ουδενός εξ αυτών εξαιρεθέντος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Α ιδίου Κώδικα λόγος αναιρέσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ακυρότητα, όταν το μη αναγνωσθέν έγγραφο αναφέρεται στην απόφαση απλώς ιστορικώς και όχι για να στηρίξει την περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου. Επίσης δεν υπάρχει ακυρότητα ούτε παραβιάζεται η αρχή της δημοσιότητος και προφορικότητος της δίκης, όταν το περιεχόμενο του μη αναγνωσθέντος εγγράφου προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή είτε από άλλα έγγραφα είτε από καταθέσεις μαρτύρων, εις τρόπον, ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση εξ αυτών του περιεχομένου του μη αναγνωσθέντος εγγράφου και να μπορεί να το αντικρούσει και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν φέρονται αναγνωσθέντα «έγγραφα κλεισίματος των λογαριασμών», πλην, όμως, τα έγγραφα αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως απλώς ιστορικά και δεν ελήφθησαν υπόψη για τον σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του δικαστηρίου, αλλά και το ουσιαστικό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων προκύπτει ιδιαίτερα από την κατάθεση της μάρτυρος ..., υπαλλήλου της πολιτικώς εναγούσης.

Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος αναιρέσεως (άρθρα 510 παρ. 1Α, 171 παρ. 1δ ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την άνω 16.12.2004 αίτηση του..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 965/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ