Legislator Case Law & Legislation
1508/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of reviewable errors and inadmissible arguments.

Case Number 1508/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by INTERLOGIC A.E. against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellants argued that the lower court failed to examine the validity of assignment and security agreements, but the court found this claim inadmissible because the appellate court had already rejected these arguments as vague without substantive review. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 577, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the appealed decision is final and the appeal raises a ground for review, which is absent when the lower court dismissed substantive claims as vague without ruling on their validity.

Keywords

AI generated
appeal admissibility final judgment vague claims substantive review costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 553, 577, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure
Article 503 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1508 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1508/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTERLOGIC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "INTERLOGIC Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Λ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τρύφωνα Εκμεκτσόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", η οποία εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσή Παπακυρίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2017 ανακοπή και τους από 11-4-2018 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2254/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1348/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 486/2022), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β` ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β` περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 § 1β` ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001,ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020,ΑΠ 965/2017). Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 486/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 486/2022, 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 1978/2017).

Για τον χαρακτηρισμό της παρέμβασης, ως αυτοτελούς, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο, όμως, σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΑΠ 864/2022, ΑΠ 1260/2019).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Κατόπιν της από 7/12/2017 αίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος, λόγω διάσπασης, στις 30/12/2020, δι' απόσχισης του κλάδου επιχειρηματικής δραστηριότητας με σύσταση νέας εταιρείας, η υπό την αυτή επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εκδόθηκε η υπ'αριθμ. .../2017 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για οφειλή των αναιρεσειόντων προς αυτήν, προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ...-2005 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, με την οποία διαταγή πληρωμής οι αναιρεσείοντες υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, η πρώτη ως πιστούχος και οι λοιποί ως εγγυητές, το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό, πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικής δαπάνης για τους λόγους και τις αιτίες που αναφέρονται σ' αυτήν.

Κατά της διαταγής πληρωμής οι αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 21-12-2017 ανακοπή και τους από 11-4-2018 πρόσθετους λόγους ανακοπής, ζητώντας την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τους αναφερόμενους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους. Επί της ανακοπής και του δικογράφου των πρόσθετων αυτής λόγων εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2254/2019 οριστική απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν τα παραπάνω δικόγραφα, αντιμωλία των διαδίκων, απορρίφθηκε κατ'ουσίαν το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και έγινε εν μέρει δεκτή κατ'ουσίαν η ανακοπή, κατά μερική παραδοχή του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου της ανακοπής περί παράνομης χρέωσης ποσών 5.795 ευρώ, (έξοδα διαχείρισης δικηγόρων, επιμελητών κλπ ), ενώ κατά τα λοιπά η ανακοπή απορρίφθηκε.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 12/6/2019 έφεση, ενώ υπέρ της (τότε) εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας άσκησε, το πρώτον, ενώπιον του Εφετείου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση η Εταιρεία Διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις "INTRUM HELAS A.E.Δ.Α.Δ.Π", ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού "VEGA III NPL FINANCE DAC" με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης τράπεζας, κατόπιν της από 21/7/2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Επί της παραπάνω εφέσεως και της συνεκδικαζόμενης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 1348/2022 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, το οποίο, δικάζοντας ερήμην της καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητης δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ενώ απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη, κρίνοντας επί του εβδόμου λόγου της ανακοπής και επί του του τρίτου προσθέτου λόγου αυτής, οι οποίοι και μόνον επαναφέρθηκαν, ενώπιόν του, προς κρίση με τους οικείους λόγους έφεσης (δοθέντος ότι οι απορριφθέντες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λοιποί λόγοι της ανακοπής δεν προσβλήθηκαν με την έφεση) την δε απόφαση αυτή, προσβάλλουν οι ανακοπτόντες - αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Η αίτηση αυτή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 15/9/2022, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 503 παρ. 1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα, με επιμέλεια της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας-δεύτερης αναιρεσίβλητης, στους αναιρεσείοντες στις 20-7-2022 και στην ερήμην δικασθείσα στο Εφετείο εφεσίβλητη-ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη στις 22/7/2022 (βλ.

τις υπ'άριθμ ..., ..., ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Θ. Π.) και μέχρι την άσκηση της αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί η από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ γνήσια προθεσμία των 30 ημερών για άσκηση αναίρεσης, αφού δεν συνυπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου (άρθ.147 παρ.2 ΚΠολΔ), ενώ και κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε ήδη καταστεί τελεσίδικη, αφού η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής εντός της νόμιμης προθεσμίας των 15 ημερών από την επίδοση της.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, αφού παραδεκτά απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία, ως αναγκαίος ομόδικος της πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, ήταν διάδικος στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτό έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 428/2021).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟΛΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).

Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενο της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΟλΑΠ 18/2005).

Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση (ΑΠ 772/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 225 ΚΠολΔ η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1873/2022). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, τρίτος μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 433/2020). 456/2023, ΑΠ 1078/2022). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν, με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 1329/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 ("Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ") για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται:

α) ... ή β) .. Ως "ιδιωτική τοποθέτηση" θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. "Μεταβιβάζων", κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και "αποκτών" μόνο νομικό πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς).

Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και "τιτλοποιεί" τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, "ομολογίες", ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος.

Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ.

του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6).... Σε περίπτωση της μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ.16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με τον σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα.

Στη συνέχεια, με τον Ν.4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ" εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα, οι "εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις" (ΕΑΑΔΠ) και οι "εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις" (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος και επίσης προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.

Αμφότερα τα ως άνω συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, το άρθρο 2 παρ.1-3 του ως άνω ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι "στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014).

Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε, διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α Ν. 4354/2015).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρου 1 εδαφ.γ του ιδίου νόμου "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του αυτού νόμου, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Ο Ν.3156/2003 δεν περιέχει αντίστοιχη με την ως άνω διάταξη, που να απονέμει ρητώς στην εταιρεία διαχείρισης την εξουσία να ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, όπως ρητά πράττει το άρθρο 1 περ.γ και 2 παρ.4 του Ν.4345/2015 για τις εταιρείες διαχείρισης του Ν.4354/2015.

Ωστόσο, δεδομένου ότι αμφότεροι οι ως άνω νόμοι (Ν.3156/2003, Ν. 4354/2015) έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση - πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν.3156/2003, μετά την πώληση, ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν και οι δύο τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, επιβάλλεται, κατά την αντικειμενική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία των άνω κανόνων δικαίου, η ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στην περίπτωση που η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015 όσο και στην περίπτωση που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν.3156/2003 (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 302/2023,ΑΠ 1871/2022).

Συνεπώς, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ολ.ΑΠ 1/2023) και επομένως μπορούν και στην περίπτωση αυτή να ασκήσουν και αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ως μη δικαιούχοι ή ως μη υπόχρεοι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα : "Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα τη Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση ....2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ Β' 3533/20.9.2019), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την εφεσίβλητη Τράπεζα (ειδική διάδοχο της αρχικής πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία Cyprus Popular Bank, δυνάμει της από 26-03-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης και της υπ' αριθμ. ...-2013 απόφασης της ΕΠΑΘ στο "πλαίσιο" των μέτρων εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου), η οποία (εφεσίβλητη), στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 21-7-2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ' αριθ.

Πρωτοκόλλου ....2020 στον Τόμο 11 με αριθμό 247, έχει μεταβιβάσει ορισμένες εκ των απαιτήσεων αυτών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη, στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "Vega ΠΙ NPL Finance Designated Activity Company (DAC)", με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας (με αρ. μητρώου ... και δ/νση ..., IFCS, 4ος όροφος Δουβλίνο 1), που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της Ιρλανδίας, η οποία, στη συνέχεια, με την από 21-07-2020 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (αρθ. 10 και 14 του Ν. 3156/2003), που καταχωρίστηκε στις 22-07-2020 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2020 στον τόμο 11 και με αριθμό 248, ανέθεσε στην ίδια (προσθέτως παρεμβαίνουσα) την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και παράλληλα της χορήγησε το από 21-07-2020 πληρεξούσιο σύμφωνα με το νόμο 3156/2003.

Ήδη, μεταξύ της άνω ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας-δικαιούχου της ένδικης απαίτησης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας έχει συναφθεί νέα σύμβαση διαχείρισης (η προηγουμένη λύθηκε με το από 01-03-2021 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. ...-2021 στον τ. 12 και με α/α 56) και δη η από 01-03-2021 που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2021, στον τόμο 12 και με αριθμό 59, δυνάμει της οποίας η προσθέτως παρεμβαίνουσα διορίστηκε (εκ νέου) ως διαχειρίστρια τιτλοποιημένων απαιτήσεων.

Συνεπεία των ανωτέρω, τα οποία εξάλλου δεν αμφισβητούνται από τους καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση, η προσθέτως παρεμβαίνουσα ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της άνω αλλοδαπής εταιρίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, και οι απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν (ειδική διάδοχο) εκ μέρους της εφεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, που απορρέουν από την ένδικη υπ' αριθ. ...-2005 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της εφεσίβλητης -στη θέση της οποίας ήδη έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία" και έδρα την Αθήνα- η υπ' αριθμ. .../2017, προσβαλλόμενη δια της ένδικης ανακοπής και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε βάρος των εκκαλούντων-ανακοπτόντων-καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση, ως υπόχρεων εκ των ανωτέρω συμβάσεων.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρα 80, 81 και 83 ΚΠοΔ, νομιμοποιούμενης της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας στην άσκηση αυτής, κατ' εφαρμογήν των άνω διατάξεων και του άρθρ. 3 παρ. 2, 4 του Ν. 4354/2015, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου - εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η προαναφερόμενη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων νομιμοποιείτο, ως μη δικαιούχος διάδικος, στην άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 4356/2015 και ν.3156/2003 σε συνδυασμό με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ως μόνοι νομιμοποιούμενοι μη δικαιούχοι διάδικοι, έχουν την αποκλειστική εξουσία να ενεργούν όλες τις διαδικαστικές πράξεις και τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, τόσο στην περίπτωση που η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων σε αυτές έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 όσο και στην περίπτωση που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν.3156/2003, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος την αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των Ν.4354/2015 και Ν.3156/2013, επικαλούμενοι ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, και ότι έσφαλμένα συνεπώς έκρινε το Εφετείο το αντίθετο, διότι η μεταβίβαση της διαχείρισης της απαίτησης έλαβε χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2013 και όχι με τις διατάξεις του Ν.4354/2015, είναι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος.

Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 1694/2023, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020) ή λόγου ανακοπής (ΑΠ 129/2023), όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 440, 441 ΑΚ και του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής της, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 1694/2023, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057 /2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος στην διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε απαράδεκτα, εκπτώσεις και ακυρότητες, από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 480/2020) σχετίζονται δε αυτές με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021), ενώ δεν αφορά σε ακυρότητες από την παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ελέγχονται μέσω του προβλεπόμενου από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1371/2020).

Με την παραπάνω διάταξη (άρθρ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ) εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, Έτσι, με τον λόγο αυτό ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρ.583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : "Με τον (ενιαίο) πρώτο λόγο έφεσης (1ος έως 5ος επί μέρους λόγοι του δικογράφου), επαναφέρθηκε, όπως πραναφέρθηκε, προς κρίση στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της ένδικης ανακοπής, με τον οποίον οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής-καθ' ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ισχυρίζονται τα εξής:

Ότι μεταξύ των ιδίων, της αποβιωσάσης μητέρας των δεύτερου και τρίτης αυτών αφενός και της Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε. αφετέρου, συνήφθη ενταύθα, την 04-11-2005 η υπ' αριθμ. ... επίδικη σύμβαση πιστώσεως δι' ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, δυνάμει της οποίας η "Εγνατία Τράπεζα Α.Ε." (η οποία μετονομάστηκε σε "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που εν συνεχεία μετονομάστηκε σε "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" και της οποίας η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα Πειραιώς φέρεται ως ειδική διάδοχος σε σχέση με την ένδικη απαίτηση), χορήγησε προς την πρώτη αυτών ως πιστούχο και υπό την εγγύηση των λοιπών, πίστωση σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού δικής τους κατάθεσης στην ίδια τράπεζα και στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό, ο οποίος και ενεχυριάστηκε μέχρι την αγορά κατάλληλου ομολόγου. Ότι δυνάμει της από 07-12-2005 σύμβασης με τίτλο "επενδυτικό προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου", που συνήφθη μεταξύ της Εγνατίας Τράπεζας ΑΕ αφενός και της τρίτης αυτών και της αποβιωσάσης μητέρας της αφετέρου, επενδύθηκε το ποσό των 500.000,00 ευρώ που διατηρούσαν στον άνω καταθετικό λογαριασμό τους, στην αγορά του αναφερομένου επενδυτικού προϊόντος (ομολόγου της Societe Generate - Acceptance NV) δεκαετούς διάρκειας με την συμφωνία ότι, κατά την ημερομηνία λήξεώς του θα επέρχονταν συμψηφισμός των εκατέρωθεν απαιτήσεων και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, καταρτίστηκε δε ταυτόχρονα σύμβαση εκχώρησης της απαίτησης λόγω ενεχύρου μεταξύ της άνω τράπεζας ως ενεχυρούχου πιστώτριας και των κατόχων της επένδυσης ως ενεχυριαστών, προς εξασφάλιση της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Ότι λόγω έντονης φημολογίας περί χρεωκοπίας της Societe Generate, η άνω τράπεζα τους πρότεινε και οι ίδιοι αποδέχθηκαν, την πώληση της συγκεκριμένης επένδυσης και την αγορά ομολόγου εκδόσεως της ιδίας τράπεζας (Εγνατίας), εγγυημένου κεφαλαίου ονομαστικής αξίας 545.000,00 ευρώ, δεκαετούς διάρκειας (από 26- 05-2006 έως 26-05-2016), επί του οποίου θα γινόταν σύσταση ενεχύρου προς εξασφάλιση της ίδιας, ως άνω, πίστωσης.

Ότι κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, η ληκτικότητα του ενεχύρου θα συνέπιπτε με τη ληκτικότητα της πίστωσης, θεωρείτο δε το άνω ομόλογο ως μέσο εξομοιούμενο με μετρητά, καθόσον συμφωνήθηκε να συσταθεί επ' αυτού ενέχυρο προς εξασφάλιση της πίστωσης που χορηγήθηκε από το ίδιο ίδρυμα που εξέδωσε και το ομόλογο, ενώ περαιτέρω επρόκειτο για προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου μέχρι τη λήξη του, ώστε έπρεπε να πληρωθεί στο ακέραιο η ονομαστική του αξία ανεξάρτητα από τις χρηματιστηριακές διακυμάνσεις και ως εκ τούτου κατά τον άνω χρόνο λήξης του έπρεπε να πιστωθεί ο αλληλόχρεος λογαριασμός με την προαναφερόμενη αξία του ομολόγου και αφού γίνει συμψηφισμός των εκατέρωθεν απαιτήσεων να επιστραφεί το υπόλοιπο στην κάτοχο του ομολόγου, ήτοι την τρίτη εξ' αυτών που τελικώς το αγόρασε.

Ότι κατόπιν της αγοράς του άνω ομολόγου -το οποίο ήταν σε άυλη μορφή με αριθμό ... και τη φύλαξή του είχε αναλάβει η CLEAR STREAM BANKING SA LUXEMBOURG, διαπραγματευόταν δε αυτό στην οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) του Λουξεμβούργου- συνεστήθη όντως επ' αυτού ενέχυρο μεταξύ της Marfin-Εγνατίας Τράπεζας ΑΕ ως ενεχυρούχου δανείστριας και της τρίτης εξ' αυτών ως ενεχυριάζουσας, δυνάμει της από 24-06-2010 σύμβασης ενεχυρίασης του τίτλου με την οποία συμφωνήθηκαν οι ειδικότεροι όροι που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο.

Ότι περαιτέρω η σύμβαση διεπόταν από το Ελληνικό δίκαιο και τις διατάξεις του Ν. 3301/2004. Ότι ταυτόχρονα υπεγράφη η από 24-06-2010 σύμβαση ενεχυρίασης τραπεζικής κατάθεσης μεταξύ της ίδιας τράπεζας και της τρίτης αυτών, με την οποία συμφωνήθηκε ότι η ασφαλιζόμενη σύμβαση, υπέρ της οποίας δίδεται η εξασφάλιση, αφορά την ίδια σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, ότι το κεφάλαιο της ασφαλιζόμενης απαίτησης ανέρχεται στο ποσό των 500.000,00 ευρώ και ότι το ποσό μέχρι του οποίου συνίσταται το ενέχυρο επί της κατάθεσης ανέρχεται στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού, ενώ και η σύμβαση αυτή ενεχυρίασης υπήχθη στο ελληνικό δίκαιο και στο νόμο 3301/2004.

Ότι για αμφότερες τις άνω ενεχυριάσεις είχε καταρτιστεί συμφωνία παροχής εμπράγματης χρηματοοικονομικής ασφάλειας. Ότι με βάση τα ανωτέρω, το ως άνω ομόλογο θεωρείτο μέσο εξομοιούμενο με μετρητά, είχε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία και θεωρείτο εξασφάλιση με μετρητά σε περίπτωση πιστωτικού κινδύνου, ο δε αλληλόχρεος λογαριασμός που συνήφθη μεταξύ των ιδίων και της τράπεζας ήταν ειδικός αλληλόχρεος λογαριασμός, του οποίου η εξόφληση θα γινόταν με ολική αποπληρωμή την ημερομηνία λήξης του ομολόγου, δια συμψηφισμού, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδόθηκαν κατά τον ν. 3601/2007, ενώ με το συσταθέν επ' αυτού ενέχυρο και την παράδοση στην εκδούσα το ομόλογο τράπεζα, της νομής, κατοχής και όλων των εμπραγμάτων επ' αυτού (ομολόγου) δικαιωμάτων, οι διάδικοι αποσκοπούσαν στην ακριβόχρονη αποπληρωμή της πίστωσης και του ομολόγου δια συμψηφισμού και στην ύπαρξη μηδενικού πιστωτικού κινδύνου για τα συμβαλλόμενα μέρη.

Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τον Μάρτιο του 2013 επεβλήθη με τις αποφάσεις του Eurogroup σμίκρυνση της έκτασης του κυπριακού τραπεζικού τομέα και με βάση το νόμο περί εξυγίανσης των πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων αποφασίστηκε η πώληση ορισμένων εργασιών του τραπεζικών υποκαταστημάτων στην Ελλάδα, στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα Πειραιώς, οι δύο δε μεγαλύτερες τράπεζες της Κύπρου (Κύπρου και Λαϊκή) τέθηκαν σε καθεστώς εξυγίανσης.

Ότι δυνάμει των αναφερόμενων διαταγμάτων και κανονιστικών διοικητικών πράξεων (ΚΔΠ) πραγματοποιήθηκε α) η πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου στην Τράπεζα Πειραιώς, β) η πώληση ορισμένων δραστηριοτήτων των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, στην Τράπεζα Πειραιώς, γ) η διάσωση με ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου, δ) η πώληση του υγιούς τμήματος της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου και ε) η πώληση ορισμένων στοιχείων των ελληνικών υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, στην Τράπεζα Κύπρου και στη συνέχεια υπεγράφη η από 26-03-2017 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης.

Ότι η σύμβαση πώλησης ορισμένων στοιχείων των ελληνικών υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Πειραιώς πραγματοποιήθηκε με το διάταγμα ΚΠΔ 97/2013, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3601/2007 και την ΕΠΑΘ ...-2013 και δεν περιλάμβανε το σύνολο των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα. Ότι ειδικότερα, ορισμένα στοιχεία διαφεύγουν της πώλησης προς την Τράπεζα Πειραιώς και μεταβιβάζονται από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου σύμφωνα με την παρ. 11 του ΚΛΠ 97/2013, τα δε απορρέοντα αυτά στοιχεία (ήτοι τα στοιχεία που διαφεύγουν της πώλησης και μεταβίβασης προς την Τράπεζα Πειραιώς) καθορίζονται με το Διάταγμα ΚΛΠ 156/2013 το οποίο ειδικότερα αναφέρει (στην παρ. 5 με την οποία προστίθεται στο βασικό διάταγμα νέο παράρτημα III) ότι τα στοιχεία αυτά είναι "οι επενδύσεις σε ομόλογα που βρίσκονται σε λογιστικά βιβλία και λογισμικά συστήματα των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελληνική Δημοκρατία καθώς και οι απαιτήσεις της Λαϊκής Τράπεζας ή των υποκαταστημάτων της στην Ελληνική Δημοκρατία έναντι τρίτων σε σχέση με τα περιουσιακά αυτά στοιχεία".

Ότι σύμφωνα με τα παραπάνω, τα ομόλογα της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα και όσα εξ' αυτών έχουν ενεχυριασθεί προς εξόφληση δανειακών απαιτήσεων, μεταβιβάζονται στην Τράπεζα Κύπρου (και όχι στην Πειραιώς), μαζί με τις απαιτήσεις αυτές. Ότι τα ενεχυριασμένα ομόλογα της Λαϊκής Τράπεζας προς εξόφληση πιστώσεων στην ημερομηνία λήξης τους, αποτελούσαν συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού, η δε Τράπεζα Πειραιώς σύμφωνα με την άνω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης παρέλαβε μόνο δάνεια ελεύθερα βαρών και όχι συμφωνίες χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όπως η συγκεκριμένη σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, που ήταν εξασφαλισμένη με το ανωτέρω ενεχυριασμένο ομόλογο, διότι υπήρχε σαφής πρόνοια στον Κυπριακό Νόμο 17 (I) 2013 περί εξυγίανσης και στον Ελληνικό νόμο 3601/2007 που αναφέρει η ΕΠΑΟ ...-2013, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο.

Ότι με βάση τα ανωτέρω δεν μπορούσε η Τράπεζα Πειραιώς να διασπάσει την μεταξύ τους συμφωνία χρηματοοικονομικής ασφάλειας και να παραλάβει μόνον την επίμαχη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία ήταν μεταβιβαστέα υποχρεωτικά στο σύνολο της στην Τράπεζα Κύπρου (στην οποία έχει μεταβιβαστεί το ενεχυριασμένο, προς εξασφάλιση αυτής, ομόλογο), με αποτέλεσμα η επίδικη απαίτηση, να είναι ανυπόστατη και ανύπαρκτη για τον λόγο δε αυτό πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Ότι επιπροσθέτως η καθ' ης η ανακοπή δεν μπορούσε να καταστήσει χειρότερη τη θέση τους από αυτήν στην οποία θα είχαν περιέλθει, εάν η Λαϊκή Τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση, οπότε και θα επέρχονταν συμψηφισμός και απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη συμφωνία τους, ώστε εν προκειμένω, πρέπει να επέλθει συμψηφισμός της επίδικης απαίτησης με την συνδεδεμένη, ισόποση και ισοδύναμη χρηματοοικονομική ασφάλεια αυτής (ονομαστική αξία ενεχυριασμένου ομολόγου ποσού 545.000 ευρώ) και να αποσβεστούν οι αμοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων μερών, κατ' εφαρμογή της ρήτρας εκκαθαριστικού συμψηφισμού.

Ο λόγος αυτός με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι απορριπτέος ως αντιφατικός και ως εκ τούτου αόριστος. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, μεταξύ δε των ενστάσεων αυτών ανήκει και η ένσταση του συμψηφισμού, με την πρόταση της οποίας επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν.

Από το χρονικό αυτό σημείο παρέχεται κατά νόμο η δυνατότητα στο δικαιούχο της (αντ)απαίτησης να αποσβέσει μονομερώς την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Είναι συνεπώς αυτονόητο, ότι η πρόταση της ένστασης του συμψηφισμού προϋποθέτει την αποδοχή, εκ μέρους του προτείνοντος αυτήν, της απαίτησης του αντιδίκου του ως υπαρκτής και έγκυρης, αφού επιδιώκει την απόσβεση αυτής, δια του συμψηφισμού της, με δική του ανταπαίτηση.

Δεν νοείται αντιστοίχως, να προτείνεται ένσταση συμψηφισμού προς απόσβεση απαίτησης την ύπαρξη της οποίας αμφισβητεί ο ενιστάμενος. Ως εκ τούτου, στους ανωτέρω ισχυρισμούς των ανακοπτόντων- εκκαλούντων, οι οποίοι συνιστούν έναν ενιαίο (πρόσθετο) λόγο ανακοπής, υπό τον τίτλο "Ανυπαρξία της απαίτησης της καθ' ης στο σύνολο της.

Ένσταση συμψηφισμού κατ' εφαρμογή της ρήτρας εκκαθαριστικού συμψηφισμού", ενυπάρχει αθεράπευτη αντίφαση, καθώς, αφενός μεν αυτοί επικαλούνται ανυπαρξία της απαίτησης της εφεσίβλητης, λόγω μεταβίβασής της από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου (και όχι στην αντίδικο Τράπεζα), αφού δεν μπορούσε να διασπαστεί η συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας και ως εκ τούτου δεν μπορούσε η εφεσίβλητη να παραλάβει την επίμαχη σύμβαση από τη Λαϊκή Τράπεζα και αφετέρου προτείνουν (και δη όχι επικουρικά) σε συμψηφισμό της ίδιας -ανύπαρκτης κατ' αυτούς- απαίτησης, την ανταπαίτησή τους από το ενεχυριασμένο ομόλογο.

Είναι συνεπώς προφανές, ότι δεν νοείται η ταυτόχρονη επίκληση των άνω αντιφατικών μεταξύ τους ισχυρισμών, γεγονός που καθιστά τον λόγο αυτό αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, δοθέντος ότι δεν μπορεί να εκτιμηθεί -υπό τις άνω επικλήσεις- εάν οι εκκαλούντες αποδέχονται ή αμφισβητούν την μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης στην εφεσίβλητη.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρέπει δε, αφού αντικατασταθεί η οικεία αιτιολογία της εκκαλουμένης που απέρριψε τον ίδιο λόγο ανακοπής κατ' ουσίαν, δια της παρούσης, να απορριφθεί ο εξεταζόμενος λόγος έφεσης ως ουσία αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι, παρότι το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί για την απόρριψη του λόγου αυτού αιτιολογία που είναι διάφορης νομικής κατηγορίας, απ' αυτήν του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επειδή κατ' αποτέλεσμα δεν καταλήγει σε επιβλαβέστερο για τους εκκαλούντες διατακτικό -αφού, υφ' οιανδήποτε των ως άνω απορριπτικών αιτιολογιών, το δυσμενές για αυτούς δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση, δηλαδή και υπό τις δύο εκδοχές αποκλείεται εξίσου η επανάσκηση από αυτούς του ανωτέρω λόγου ανακοπής- δεν πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, αλλά αρκεί -όπως προαναφέρεται η αντικατάσταση της αιτιολογίας, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ και η απόρριψη του οικείου λόγου έφεσης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον τρίτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο λόγω αορίστιας, (ένεκα αντιφατικότητας των διαλαμβανόμενων σ' αυτόν ισχυρισμών) δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον ο έχων πράγματι το προπαρατεθέν στην απόφαση του Εφετείου περιεχόμενο τρίτος πρόσθετος λόγος ανακοπής, υπό τον τίτλο "Ανυπαρξία της απαίτησης της καθ'ης στο σύνολό της.

Ένσταση συμψηφισμού κατ' εφαρμογή της ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού", περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς και επομένως είναι αόριστος, αφού οι ανακόπτοντες, αφενός επικαλούνται ανυπαρξία της απαίτησης της καθ'ής η ανακοπή-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας από την επίδικη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό- αλληλόχρεο λογαριασμό, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, λόγω υποχρεωτικής μεταβίβασής της από την CYPRUS POPULAR BANK (Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου) στην Τράπεζα Κύπρου, διότι δεν μπορούσε να διασπαστεί η συμφωνία χρηματοκοικονομικής ασφάλειας και επομένως δεν μπορούσε η εφεσίβλητη να παραλάβει την επίμαχη σύμβαση από τη Λαϊκή Τράπεζα και αφετέρου, ταυτόχρονα (και όχι επικουρικά), όπως προκύπτει από την ανωτέρω "ονομασία" του τρίτου προσθέτου λόγου και την όλη διάρθρωση αυτού, ενόψει ιδίως και της λέξης "επιπροσθέτως", που χρησιμοποιείται για να συνδεθούν οι δύο αντιφατικοί ισχυρισμοί προτείνουν συμψηφισμό αυτής της ανύπαρκτης, κατ' αυτούς απαίτησης με την ανταπαίτησή τους από το ενεχυριασμένο ομόλογο, με συνέπεια, υπό τα ως άνω επικληθέντα, να μην μπορεί να εκτιμηθεί εάν οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) αποδέχονται ή αμφισβητούν την ύπαρξη απαίτησης της εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης), σημειουμένου ότι η κατ' άρθρο 440 ΑΚ ένσταση του μονομερούς συμψηφισμού προϋποθέτει την αποδοχή από τον προτείνοντα την ένσταση συμψηφισμού, της ύπαρξης της προτεινόμενης σε συμψηφισμό απαίτησης του καθ'ου η ένσταση και δεν νοείται συμψηφισμός όταν ο ενιστάμενος αρνείται την ύπαρξη της απαίτησης αυτής.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ.14 πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου του τρίτου πρόσθετου λόγου ανακοπής, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι νομίμως προταθέντων ή αντίθετα η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, θεμελιώνει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι νόμιμοι και παραδεκτά προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 559/2020), οι ισχυρισμοί δηλαδή που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005,ΑΠ 323/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 54/2022, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022).

Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ'αυτούς (ΟλΑΠ 2/1989, ΟΛΑΠ 8/2013, ΑΠ 34/2022) ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 39/2023). Ούτε αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019), ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 5/2020), ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 559/2020,ΑΠ 5/2020).

Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή, κατ'αυτούς ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 3/1997), ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022) ή η νομολογία των δικαστηρίων (ΑΠ 66/2020). Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του, τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 302/2023, ΑΠΑ 312/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 50/2020,) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022), καθισταμένου φανερού ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 786/2021, ΑΠ 881/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 559/2020).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ γ ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων (ή και ο αναιρεσείων) και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 845/2018), προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, αφορά ως εκ του περιεχομένου του ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. (ΟΛΑΠ 2/2008, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 81/2022).

Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμ.8 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τους αναιρεσείοντες κατωτέρω ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς και τα προς απόδειξη αυτών προταθέντα αποδεικτικά μέσα ήτοι:

α) ότι συνομολογήθηκε ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού β) ότι η αποκτώσα τράπεζα απέκτησε με την επίμαχη σύμβαση μεταβίβασης όχι απλά καθαρά σύνολα ενεργητικού αλλά έννομες σχέσεις συνδεόμενες και με υποχρεώσεις γ) ότι η μη εφαρμογή της ΑΚ 479 στη σύμβαση με την Τράπεζα Πειραιώς, δε σημαίνει ότι η Τράπεζα Πειραιώς δεν θα ευθύνεται καθόλου για τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ίδιες τις μεταβιβαζόμενες σχέσεις και συνδέονται στενά με αυτές, έναντι, μάλιστα των προσώπων που αντλούν άμεσα τα αντίστοιχα δικαιώματα από τις σχέσεις αυτές δ) ότι "η ενεχύραση του ομολόγου προς την ίδια την εκδότρια αυτού εταιρεία συνιστά συμφωνία εξόφλησης του πρόωρα παραδοθέντος στον εκδότη του ομολόγου (και οφειλέτη του υποκείμενου δανείου) και συνάμα συμφωνία συμψηφισμού των εκατέρωθεν απαιτήσεων (από την πίστωση και το ομόλογο) υπό αναβλητική προθεσμία (ΑΚ 210) την 26.5.2016 ε) ότι η πιστούχος εταιρεία και δικαιούχος της εκ του ομολόγου απαιτήσεως, μπορεί να προτείνει παραδεκτά και βάσιμα σε μονομερή συμψηφισμό την εκ του ομολόγου και του υποκειμένου δανείου ανταπαίτησή της και κατά της αποκτήσασας την απαπαίτηση εναντίον της από τον λογαριασμό της ληφθείσης πιστώσεως τράπεζας Πειραιώς.

Ο λόγος αυτός ως προς την από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης οι παραπάνω ισχυρισμοί (λόγοι ανακοπής) επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με τους πέντε πρώτους λόγους της έφεσης και αφού εκτιμήθηκαν ότι "συνιστούν έναν ενιαίο λόγο έφεσης, με τον οποίο βάλλονται οι επιμέρους αιτιολογίες της εκκαλουμένης για την απόρριψη του τρίτου πρόσθετου λόγου ανακοπής περί ανυπαρξίας της απαίτησης στο σύνολό της και περί προβολής ένστασης συμψηφισμού κατ' εφαρμογή της ρήτρας εκκαθαριστικού συμψηφισμού", απορρίφθηκαν με την απόρριψη από το Εφετείο του τρίτου πρόσθετου λόγο της ανακοπής ως αόριστου, όπως συναφώς εκτέθηκε κατά την έρευνα τον πρώτου λόγου της αναίρεσης.

Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας στο σύνολό του τον παραπάνω τρίτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής έλαβε υπόψη του και απέρριψε τους ως άνω επιμέρους ισχυρισμούς που ο λόγος αυτός περιείχε και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς που φέρονται με τον ίδιο αναιρετικό λόγο ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, ήτοι ότι η απαίτηση δεν αποδείχθηκε με προσκομισθεντα κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα και ότι είναι ανεκκαθάριστη πρέπει ο προκείμενος αναιρετικός λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί (λόγοι ανακοπής) δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, όπως προαναφέρθηκε.

Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος ως προς την αποδιδόμενη από τον αριθμ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη ή αόριστη ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νομικά αβάσιμο (OλΑΠ 3/1997), ως εν προκειμένω που ο τρίτος πρόσθετος λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020).

Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1346/2017) Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 267/2021).

Η ως άνω αδράνεια το δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες για ον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων (ΟλΑΠ 2/2019) πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 6/2016).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 257/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο τον επαναφερθέντα με τον έκτο λόγο της έφεσης έβδομο λόγο ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες προέβαλαν ότι η το επίδικο δικαίωμα της καθ' ης η ανακοπή ασκείται καταχρηστικά, υπό τα περιστατικά, που αναφέρονται στην κατωτέρω απορριπτική διάταξη του Εφετείου, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με τον λόγο αυτό ανακοπής (ενν.

έβδομο) ισχυρίζονται ότι το δικαίωμα της αντιδίκου τους να αιτηθεί την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμή ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (και κατά παράβαση των άρθρων 178, 200, 288ΑΚ) διότι όπως εκθέτουν θεμέλιος λίθος για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού ήταν η επένδυση ποσού 500.000 ευρώ, στο ομόλογο της Societe Generale.

Ότι μοναδικός σκοπός της επίδικης σύμβασης (ενν. πίστωσης) ήταν να αποφύγει η Εγνατία Τράπεζα (ειδική διάδοχος της οποίας είναι η εφεσίβλητη-υπερ'ης η πρόσθετη παρέμβαση) να εκταμιεύσει το σημαντικό ως άνω ποσό, για να μην χειροτερεύσει ο δείκτης της κεφαλαιακής της επάρκειας. Ότι ακολούθησε, μετά από ισχυρή παρότρυνση της δανειοδοτούσης τράπεζας η πώληση του ως άνω ομολόγου στις 12-06-2010 και η αγορά ενός ομολόγου της ίδιας δανειοδοτούσης τράπεζας (Marfin Popular Bank).

Ότι στις επενδυτικές αυτές συμβάσεις παρασύρθηκαν οι ίδιοι, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της ανωτέρω τράπεζα, συνιστάμενης στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και στην αποσιώπηση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης και συμβουλευτικής καθοδήγησης που υπείχε η τράπεζα προκειμένου να κατανοήσουν αυτούς του κινδύνους εκ της τοποθέτησης του κεφαλαίου τους.

Ότι αντιθέτως η δικαιοπάροχος της αντιδίκου τους, τους διαβεβαίωνε μέχρι την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της επίδικης σχέσης στην εφεσίβλητη ότι πρόκειται για ομόλογο το οποίο θεωρείται ως μέσο εξομοιούμενο με μετρητά ενόψει της σύμβασης επ'αυτού ενεχύρου προς εξασφάλιση απαίτησης που χορηγείται από το ίδιο ίδρυμα που το εξέδωσε και ότι η λήξη τη σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού πρέπει να συμπέσει με τη λήξη του ομολόγου και την πληρωμή της ονομαστικής του αξίας.

Ότι περαιτέρω τους διαβεβαίωνε ότι το ομόλογο είναι πλήρως εγγυημένο κατά τη λήξη του, ώστε πρέπει να πληρωθεί στο ακέραιο η ονομαστική του αξία, ανεξάρτητα από τις χρηματιστηριακές του διακυμάνσεις, ήτοι να πιστωθεί ο αλληλόχρεος λογαριασμός στις 26-05-2016 με το ποσό των 545.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο να επιστραφεί στον κάτοχο του ομολόγου.

Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι όταν η αντίδικός τους κατέστη ειδική διάδοχος της αντισυμβαλλομένης τους τράπεζας σε επιλεγμένα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και της υπ' αριθμ....-2013 απόφασης της ΕΠΑΘ, απέκρυπτε από τους ίδιους ότι παρέλαβε την επίδικη σύμβαση και τους ενημέρωνε μόνον, ως δήθεν θεματοφύλακας, για την αξία του συνδεδεμένου ομολόγου, ενώ περαιτέρω οι συμφωνίες που είχαν συνάψει οι ίδιοι με την πωλήτρια τράπεζα και οι οποίος αφορούν στα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, λογίζονται από τον χρόνο μεταβίβασης σαν να έχουν συναφθεί με την αγοράστρια τράπεζα.

Ότι η αντίδικός τους κατά παράβαση των υποχρεώσεών της που πηγάζουν από τη μεταξύ τους σύμβαση και τη σχέση εμπιστοσύνης και κατά παράβαση του καθήκοντος διαφώτισης, ενημέρωσης και επιμέλειας, ουδέποτε τους γνωστοποίησε ότι ανάμεσα στα άλλα επιλεγμένα στοιχεία των υποκαταστημάτων της Cyprus Popular παρέλαβε και την επίδικη σύμβαση και ότι η εν λόγω συμπεριφορά, που συνδέται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία της περιουσίας του, πρέπει να κριθεί ως παράνομη και να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμή.

Ο λόγος αυτός ανακοπής δεν δύναται να εδραιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 178,200 και 288 ΑΚ) καθόσον η τυχόν αδικοπρακτική σε βάρος των εκκαλούντων, συμπεριφορά της πωλήτριας της ένδικης σύμβασης, την οποία περιγράφουν (ψευδείς διαβεβαιώσεις σχετικά με τις ιδιότητες του ομολόγου) δεν συνιστά συμβατική δέσμευση αυτής και συνεπώς δεν δύναται να υποστηριχθεί, όπως αβασίμως οι ίδιοι ισχυρίζονται, ότι μεταβιβάστηκε (ως συμφωνία) στην αγοράστρια της σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, εφεσίβλητη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προταθεί σε βάρος της τελευταίας.

Περαιτέρω τα όσα επικαλούνται σε σχέση με την συμπεριφορά της αντιδίκου τους, στην οποία αποδίδουν μόνον απόκρυψη της μεταβίβασης της ένδικης σύμβασης, χωρίς περαιτέρω επίκληση άλλων πρόσθετων πραγματικών περιστατικών και συνθηκών ενόψει των οποίων η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων της ΑΚ 281 δεν επαρκούν από μόνα τους για να καταστήσουν την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη. Αντιθέτως, ο εν λόγω ισχυρισμός τους καθίσταται ημιτελής και ανολοκλήρωτος, αφού δεν εκθέτουν με ποιο τρόπο συνδέεται αιτιωδώς η επικαλούμενη απόκρυψη της μεταβίβασης της σύμβασης με την ζημία τους, από ποιο δικαίωμα που θα μπορούσαν να έχουν ασκήσει, εάν είχαν ενημερωθεί αμέσως για την πώληση, αποστερήθηκαν και πώς διογκώθηκε η ζημία τους λόγω της συμπεριφοράς αυτής της αντιδίκου τους, ή άλλως, ποια θα ήταν η ευμενής για αυτούς εξέλιξη στην περίπτωση ενημερώσεώς του. Συνακόλουθα, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες δεν υφίσταται υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, για τον λόγο δε αυτό η επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 178, 200, 288 ΑΚ δεν είναι νόμιμη".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο έβδομος λόγος της ανακοπής, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, δεν είναι νόμιμος κατ' άρθρο 281 ΑΚ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία έτσι δεν παραβίασε ευθέως, αφού τα ανωτέρω εκτιθέμενα προς θεμελίωση του ως άνω λόγου περιστατικά, μεμονωμένα εξεταζόμενα αλλά και αθροιστικά εκτιμώμενα, αληθή δε αυτά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καθης η ανακοπή-πρώτης αναιρεσίβλητης να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής, και συνεπώς ο έβδομος λόγος της ανακοπής των αναιρεσειόντων δεν είναι νόμιμος.

Ειδικότερα, η εκτιθέμενη στην ανακοπή αδικοπρακτική συμπεριφορά της πωλήτριας της ένδικης σύμβασης (Cyprus Bank, πρώην Marfin Bank) δεν αφορά στην καθης η ανακοπή-πρώτη αναιρεσίβλητη ούτε συνιστά μεταβιβασθείσα σε αυτήν ως αγοράστρια υποχρέωση, η δε περιγραφόμενη συμπεριφορά της ιδίας συνισταμένη μόνον στο ότι τους απέκρυψε τη μεταβίβαση της σύμβασης χωρίς να επικαλούνται πώς και γιατί τους προκάλεσε ζημία και ποια είναι η ζημία αυτή, δεν κρίνεται ικανή για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης καταχρηστική, ενόψει και του ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, με την μη μεταβίβαση στην καθης η ανακοπή και των λοιπών, πλην της σύμβασης πίστωσης, συμβάσεων και η ίδια η καθης η ανακοπή έχει επιβαρυνθεί, γιατί έχει απωλέσει τις εξασφαλίσεις, που είχαν συναφθεί για την πίστωση, που είχε χορηγηθεί στους ανακόπτοντες με τις ανωτέρω ιδιότητες της πιστούχου και των εγγυητών, από την αρχική δικαιοπάροχό της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθμ.1 (και όχι από τον αριθμ.19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 πλημμέλεια με επίκληση παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (178, 200 ΑΚ) και των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τη ελληνικής και κυπριακής νομοθεσίας, 288, 458, 463, 477, 479 ΑΚ, Ν.3458/200, 7 Ν.3301/2004, 63Δ ν.3001/2007 και 13 εδαφ.4 (α,β,δ), 13 εδαφ.3 (γ,δ,ε) του εξυγιαντικού κυπριακού νόμου 17(1)2013, Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο ερεύνησε και αποφάνθηκε για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων, που αφορούσαν τις συμφωνίες μεταβίβασης και ενεχυρίασης της απαίτησης και χρηματοοικονομικής ασφάλειας, κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε, ως αόριστο, τον τρίτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής, που περιείχε τους παραπάνω ισχυρισμούς, χωρίς να αποφανθεί για την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η από 15/9/2022 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/9/2022 αίτηση 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTERLOGIC ANΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" 2) του Σ. Γ. και 3) της Σ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ.1348/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ