Legislator Case Law & Legislation
1508/2023 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on labor dispute, returning deposit and remanding case for recalculation of severance pay.

Case Number 1508/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court judgment in a labor dispute involving a shipping company and an employee. The court ruled that the appeal deposit was refundable because labor disputes are exempt from such fees, and it rejected the appellant's request to offset the severance pay against outstanding wages. Consequently, the court annulled the lower court's decision regarding the calculation of severance and other benefits, remanding the case for a new trial to recalculate these amounts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 614 no. 3 of the Code of Civil Procedure: The appeal deposit is refundable in labor disputes, and the Supreme Court must remand the case if the lower court failed to examine the main claim on which the appeal was based.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal appeal deposit refund severance pay calculation remand for retrial offset of wages Article 614 exemption recalculation of benefits

Cited Legislation

AI generated
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 614 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 5 of Law 3198/1955
Art. 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1508 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1508/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μαρκογιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία με την από 27-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 27-7-2020 με αριθμό κατάθεσης 17/27-7-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 93/29-3-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. ...

ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εκατέρωθεν ασκηθείσες εφέσεις κατά της με αριθμό 45/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, επικυρωθείσας έτσι της πρωτόδικης απόφασης. Η ως άνω αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι : Με την από 30-8-2017 με αριθμό κατάθεσης 525/2017 αγωγή ο ενάγων εξέθετε ότι την 1η-10-1998 κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία αρχικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία από 1-2-2000 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και εργαζόταν στη διεύθυνση επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων της επιχείρησης της εργοδότριάς του στα ..., με πλήρες πενθήμερο ωράριο εργασίας την εβδομάδα και αμειβόταν σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ίσχυαν για τους υπαλλήλους πρακτορείων και ελάμβανε και την παρεχόμενη από την εναγόμενη προς όλους τους υπαλλήλους οικειοθελή παροχή ποσού 15% επί του βασικού μισθού, ότι η εναγομένη την 1η-2-2010 τον υποχρέωσε να τροποποιήσει τη σύμβαση πλήρους απασχόλησης σε σύμβαση μερικής απασχόλησης με ωράριο 07.30' έως 11.30' από Δευτέρα έως και Παρασκευή κάθε εβδομάδα και με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του στο μισό και την 1η-1-2013 τον ανάγκασε να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να λαμβάνει την οικειοθελή παροχή που προαναφέρθηκε και από τις 2-6-2017 και μετά έπαυσε να αποδέχεται την εργασία του, επειδή κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που τη συνέδεε με αυτόν, ότι από 1-2-2010, ενώ στην πραγματικότητα εργαζόταν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δεν ελάμβανε τις αντίστοιχες αποδοχές, αλλά και υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, οι αποδοχές του υπολείποντο των οριζομένων από τις οικείες ΣΣΕ συμβατικών αποδοχών.

Ζητούσε δε με την αγωγή του, κατόπιν μετατροπής του αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, την αναγνώριση οφειλής διαφορών αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας, από 1-1-2013 έως 2-6-2017, καθώς και μισθούς υπερημερίας από 2-6-2017 έως 30-6-2019, διότι λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, ήταν άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και επικουρικά ήταν άκυρη λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, επειδή δεν συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι προς τούτο, άλλως επειδή καθ' υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας επέλεξε τον ενάγοντα ως απολυτέο έναντι άλλων αναφερομένων στην αγωγή συναδέλφων του με τα ίδια με αυτόν προσόντα.

Για τις παραπάνω αιτίες ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει η εναγομένη τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά κυρίως ως απασχολούμενος με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και επικουρικά ως απασχολούμενος με καθεστώς μερικής απασχόλησης καθώς και την επιδίκαση ποσού για ηθική του βλάβη. Για την περίπτωση δε ακυρότητας της σύμβασης εργασίας ζητούσε να του καταβληθούν τα ίδια ποσά επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της και αναγνωρίστηκε η οφειλή στον ενάγοντα των αναφερομένων στην απόφαση ποσών ως απασχολούμενου με καθεστώς μερικής απασχόλησης, περιλαμβανομένων και μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, αλλά και επειδή δεν επιλέχθηκε προς απόλυση με αντικειμενικά κριτήρια έναντι των αναφερομένων στην απόφαση συναδέλφων του, όπως επικουρικά αυτός ζητούσε, απορρίφθηκε δε το αιτούμενο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εκατέρωθεν ασκηθείσες εφέσεις, επικυρωθείσας έτσι της πρωτόδικης απόφασης. Στο άρθρο 4 της 6/28-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012, ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίζεται:

Από 14-2-2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων, ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας.

Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από 14-2-2012 και μέχρι η ανεργία να διαμορφωθεί κάτω του 10%: α) "Παγώνει" οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση προβλέπεται από διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, β) το "πάγωμα" αυτό αφορά και τις αυξήσεις που προέρχονται από υπηρεσιακές ωριμάνσεις που έχουν ως μόνη προϋπόθεση την πάροδο ορισμένου χρόνου εργασίας (ΑΠ 30/2022).

Ομοίως με την περίπτωση στ παρ.3 της υποπαραγράφου ΙΑ. 11 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ορίζεται, ότι: "Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012".

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του Ν.1876/1990, που ορίζει ότι οι λοιπές (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς και οι εξομοιούμενες με αυτές διαιτητικές αποφάσεις (άρθρο 16 αυτού), δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, του εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ.4 του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 11 παρ.2 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας (ή διαιτητική απόφαση), η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέρα από τα πρόσωπα αυτά στους εργαζόμενους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με βάση τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (σχετ.

Ολ.ΑΠ 340/1981). Περαιτέρω, στις 3.6.2008 υπογράφηκε μεταξύ των εργοδοτών 1) ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΙΒΑΤΗΓΟΥ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ, 2). ΕΝΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑΣ 3) ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΠΛΟΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΩΝ ΦΟΡΤΗΓΩΝ ΠΛΟΙΩΝ και του Πανελληνίου Συνδέσμου Εργαζομένων στη Ναυτιλία και Τουρισμό, η Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" του έτους 2008, που ήταν διετής (ήτοι από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2010) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υπουργική Απόφαση 58032/2713 (ΦΕΚ Β 1657/14.8.2008), η ισχύς της οποίας άρχισε από 20.6.2008.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής προβλέπεται αύξηση του κατώτατου ορίου μισθού κατά τις αναφερόμενες χρονικές περιόδους και με το άρθρο 3 χορηγείται στους εργαζόμενους μεταξύ άλλων επιδομάτων και επίδομα πολυετούς υπηρεσίας ήτοι ποσοστό 5% για κάθε τριετία πραγματικής υπηρεσίας και μέχρι συμπληρώσεως πέντε τριετιών και από 1-10-1997 δίδεται επιπλέον και έκτη τριετία μετά τη συμπλήρωση της πέμπτης (ΑΠ. 926/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 308/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 731/2022, ΑΠ 1044/2020).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 731/2022, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία, φέρει την επωνυμία "... Α.Ε. και έχει την έδρα της στα …. Η εταιρία έχει αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας τη θαλάσσια μεταφορά προσώπων και πραγμάτων και διατηρεί για το λόγο αυτό πρακτορεία και στα ….

Η εναγομένη στις 1-10-1998 κατάρτισε με τον ενάγοντα, Γ. Δ. του Ε., κάτοικο ..., σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε τον απασχολούσε ως υπάλληλό της στη διεύθυνση επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων της επιχείρησής της στα … με πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας και πέντε ημέρες την εβδομάδα.

Η εργοδότρια είχε συμφωνήσει με τον εργαζόμενο να τον αμείβει με συμβατικό μισθό. Η εναγομένη ειδικότερα είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα πλέον των νομίμων αποδοχών του ένα χρηματικό ποσό το οποίο ανερχόταν σε ποσοστό 15% επί του βασικού του μισθού, όπως έκανε και με όλους τους εργαζομένους που απασχολούσε στην επιχείρησή της (οικειοθελής παροχή).

Οι διάδικοι στις 1-2-2000 τροποποίησαν την έννομη σχέση που τους συνέδεε ως προς τη χρονική της διάρκεια και τη μετέτρεψαν σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ο εργαζόμενος πρόσφερε με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του στην εργοδότριά του, η οποία κατέβαλλε σε αυτόν κανονικά την αμοιβή του έως και την 31-1-2010.

Η εργοδότριά στις 1-2-2010 συμφώνησε εγγράφως με τον εργαζόμενο να μειώσει το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του στις είκοσι (20) ώρες (.........................). Ο ενάγων πλέον μετά τη συμφωνία του αυτή άρχισε να εργάζεται τις εργάσιμες ώρες κάθε εβδομάδα κατά κανόνα από τις 07.30 έως τις 11.30 στα γραφεία της επιχείρησης στα ….

Το ωράριό του βέβαια ήταν ελαστικό αλλά η απασχόλησή του δεν υπερέβαινε κατά κανόνα τις 20 ώρες την εβδομάδα (.........). Ο εργαζόμενος περαιτέρω λάμβανε μειωμένες στο μισό μικτές αποδοχές, οι οποίες ανέρχονταν πλέον σε ποσόν 1.903,72 Ευρώ το μήνα. Ο εργαζόμενος πρόσφερε αδιαμαρτύρητα τις υπηρεσίες του στην εργοδότριά του με το συγκεκριμένο, μειωμένο, ωράριο, εργασίας και τις αντίστοιχες, μειωμένες, αποδοχές έως και την 2-6-2017, όταν απολύθηκε, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από επτά (7) έτη (..................).

Αποδεικνύεται επομένως ότι η από 1-2-2010 σύμβαση που κατάρτισαν οι διάδικοι και με την οποία συμφώνησαν να τροποποιήσουν τους όρους εργασίας του εργαζομένου είναι έγκυρη και δεν πάσχει από ακυρότητα καμιάς μορφής. Ο αντίθετος συνεπώς ισχυρισμός που προβάλλει ο ενάγων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Η εργοδότριά περαιτέρω κατάρτισε με τον εργαζόμενο την από 1-1-2013 έγγραφη σύμβαση με την οποία μείωσε τις αποδοχές του. Η εναγομένη, ειδικότερα, συμφώνησε με τον ενάγοντα να παύσει να του καταβάλλει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή που προαναφέρθηκε, όπως και το επίδομα θέσης και πρόσθετης χρονικά εργασίας.

Ο μισθός που θα λάμβανε εφεξής ο εργαζόμενος ανερχόταν στο ποσό των 1.278,65 Ευρώ, ο οποίος ομολογείται ότι υπερέβαινε τις νόμιμες αποδοχές του. Η ενάγουσα όμως μείωσε τις αποδοχές όλων των εργαζομένων της, επειδή με τον τρόπο αυτό επιθυμούσε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση που διέρχεται ακόμη η Χώρα και η οποία την περίοδο εκείνη είχε επηρεάσει σοβαρά και τη ναυτιλία.

Ο εργαζόμενος εξάλλου την αποδέχθηκε πλήρως και εξακολούθησε να προσφέρει την εργασία του στην εργοδότριά του ανεπιφύλακτα και σύμφωνα με τους νέους αυτούς όρους έως και την απόλυσή του στις 2-7-2017. Η σύμβαση επομένως που προαναφέρθηκε είναι έγκυρη και ο ενάγων δεν έχει από την αιτία αυτή καμία αξίωση κατά της αντισυμβαλλομένης του, όπως βάσιμα επικαλείται και η εναγομένη με νόμιμη από τα άρθρα 185, 189, 192, 648 και 649 ΑΚ ένστασή της.

Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν επίσης ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει με την εναγομένη να λαμβάνει συμβατικό μισθό, ο οποίος ήταν ανώτερος από τις αποδοχές που προέβλεπαν η από 3-6-2008 συλλογική σύμβαση εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της Χώρας" και την από 23-12-2011 όμοια, η οποία διατήρησε σε ισχύ τις διατάξεις της πρώτης από αυτές.

Ο εργαζόμενος μάλιστα μπορούσε να απαιτήσει από την εργοδότριά του το συμβατικό του μισθό σύμφωνα και με το ν. 4093/2012 ιδίως παρ. ΙΑ. 11, 3 ζ, ο οποίος διατήρησε σε ισχύ τη δυνατότητα να συμφωνείται μισθός μεγαλύτερος από το νόμιμο (άρθρα 680 ΑΚ, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990). Ο ενάγων, ειδικότερα, γεννήθηκε το έτος 1958, κατέχει πανεπιστημιακό πτυχίο, τέλεσε νόμιμο γάμο με τη Γ.

Κ. το έτος 1990 και από το γάμο του αυτό απέκτησε στις 15-11-1991 ένα τέκνο, τον Ε. Δ. του Γ., κάτοικο .... Το τέκνο του στις 1-1-2013 φοιτούσε στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Τ.Ε.Ι. ... και προβλεπόταν να λάβει το πτυχίο του στις 16-9-2013. Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν και δεν προσβάλλουν την εκκαλουμένη για την όμοια αυτή παραδοχή της ότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν οι αποδοχές του εργαζομένου (βασικός μισθός, επίδομα γάμου, τέκνου, κατοχής πανεπιστημιακού τίτλου και προϋπηρεσίας) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-9-2013 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό 1.278,63 Ευρώ το μήνα, για το χρονικό διάστημα (εννοεί από 1-10-2013 έως 30-9-2014) στο συνολικό ποσό 1.270,34 Ευρώ το μήνα, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2014 έως 30-9-2016 στο συνολικό ποσόν 1.293,29 Ευρώ το μήνα, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2016 έως 2-6-2017 στο συνολικό ποσόν των 1.365,18 Ευρώ.

Ο ενάγων εξάλλου δικαιούτο να λάβει 1) για το έτος 2013 επίδομα άδειας ποσού 639,33 Ευρώ, επίδομα Πάσχα ποσού 639,33 Ευρώ και επίδομα Χριστουγέννων ποσού 1.270,34 Ευρώ, για το έτος 2014 επίδομα άδειας ποσού 635,17 Ευρώ, επίδομα Πάσχα ποσού 635,17 Ευρώ και επίδομα Χριστουγέννων ποσού 1.293,29 Ευρώ, για το έτος 2015 επίδομα άδειας ποσού 646,65 Ευρώ, επίδομα Πάσχα ποσού 646,65 Ευρώ και επίδομα Χριστουγέννων ποσού 1.293,29 Ευρώ, για το έτος 2016 επίδομα άδειας ποσού 646,65 Ευρώ, επίδομα Πάσχα ποσού 646,65 Ευρώ και επίδομα Χριστουγέννων ποσού 1.365,18 Ευρώ και, τέλος, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 2-6-2017, όταν απολύθηκε, ανάλογο επίδομα άδειας ποσού 546,07 Ευρώ, ανάλογο επίδομα Χριστουγέννων ποσού 188,98 Ευρώ, επίδομα Πάσχα ποσού 646,65 Ευρώ και αποζημίωση άδειας ποσού 1.365,18 Ευρώ (άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 περ.

α εδ. α, 3 παρ. 1, 3 και 8 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, 1 ν. 1082/1980 και ΚΥΑ 19040/1981, 5 παρ. 5 α.ν. 539/1945). Οι αποδοχές επομένως που έπρεπε να λάβει ο ενάγων ανέρχονταν σε συνολικό ποσόν 81.816,29 Ευρώ, αλλά η εναγομένη κατέβαλε σε αυτόν 80.806,29 Ευρώ. Η εργοδότριά επομένως οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον ποσόν για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν 1.010,62 Ευρώ.

Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν επίσης ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης στον ενάγοντα ποσού 19.112,52 Ευρώ (..........), αλλά ποσού 17.203,62 Ευρώ, δηλαδή (εννοεί λιγότερα κατά) ποσό 1.908,90 Ευρώ. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν το καταβλητέο αυτό ποσόν δεν επηρεαζόταν από τις διατάξεις του ν. 4093/2012, όπως αβάσιμα επικαλείται η εργοδότριά, η οποία μάλιστα δεν ισχυρίζεται ότι από παραδρομή κατέβαλε μικρότερο ποσόν ή ότι διατηρούσε εύλογη αμφιβολία ή ότι βρισκόταν σε συγγνωστή πλάνη ως προς τον τρόπο που έπρεπε να υπολογίσει την αποζημίωση.

Η εργοδότριά επομένως απέλυσε ακύρως τον εργαζόμενο, όπως βάσιμα επικαλείται με αντένστασή του (......................). Η εργοδότρια επικαλείται ωστόσο ότι ο εργαζόμενος μετά την απόλυσή της εργάσθηκε ως υπάλληλος σε άλλη εργοδότρια και αποκόμισε εισοδήματα ποσού 7.588,48 ευρώ τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν από το ποσό που κατέβαλε σε αυτόν ως αποζημίωση απόλυσης και εν πάσει περιπτώσει από τους μισθούς υπερημερίας που οφείλει σε αυτόν.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος επειδή η εναγομένη τον προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (.......). Η εργοδότρια επιπλέον ομολογεί, ότι αφότου απέλυσε τον εργαζόμενο στις 2-6-2017, έπαυσε να αποδέχεται την εργασία του. Με το δεδομένο αυτό ο ενάγων μπορεί να αξιώσει από αυτή την καταβολή των αποδοχών του για το χρονικό διάστημα από 2-6-2017 έως και 30-6-2019 (......).

Οι αποδοχές του αυτές ανέρχονται σε ποσό 1.365,18 μηνιαίως, πλέον του υπολοίπου επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2017 από ποσό 1.176,20 Ευρώ, πλέον επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2018 από ποσό 1.345,18 Ευρώ, πλέον επιδόματος Πάσχα του έτους 2018 και 2019 από ποσόν 682,59 Ευρώ για κάθε έτος, πλέον επιδόματος αδείας για το έτος 2018 από ποσό 682,59 Ευρώ, νομιμότοκα από τότε που το κάθε χρηματικό αυτό κονδύλιο καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο, το οποίο με όμοιες αιτιολογίες έκρινε παρεμπιπτόντως ότι η εναγομένη απέλυσε ακύρως τον ενάγοντα και μετά από αυτό αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα σε εκτέλεση της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε ποσόν 1.010,62 ως διαφορές αποδοχών για τα έτη 2013 έως και 2017, ποσό των 24.029,77 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας από 2-6-2017 έως και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2018, ποσό 1.176,20 Ευρώ ως υπόλοιπο επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2017, ποσό 682,59 Ευρώ ως επίδομα Πάσχα έτους 2018, ποσό 682,59 Ευρώ ως επίδομα άδειας έτους 2018, ποσό 1.365,18 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-10- 2018 έως 30-6-2019 ως μισθούς υπερημερίας από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2018 έως και το μήνα Ιούνιο του έτους 2019, ποσό 1.365,18 Ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων έτους 2018 και ποσό 682,19 Ευρώ ως επίδομα Πάσχα του έτους 2019, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν δεν θα ερευνηθούν οι λόγοι της έφεσης που προσβάλλουν τις επικουρικές παραδοχές της εκκαλουμένης ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι. Οι εφέσεις επομένως που συνεκδικάζονται πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους".

Με τις ως άνω αναλυτικά παρατεθείσες παραδοχές το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της περίπτωσης στ παρ.3 της υποπαραγράφου ΙΑ. 11 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της ΠΥΣ 6/2012, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και είναι εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση.

Τούτο δέχεται ότι ο ενάγων -αναιρεσίβλητος δικαιούται κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, που καταλαμβάνεται από το άρθρο 4 της ΠΥΣ 6/28-2-2012 και ο ν.4093/2012, τις εξής μηνιαίες αποδοχές, χωρίς να παραθέτει αιτιολογίες εάν οι αποδοχές αυτές προκύπτουν με βάση συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ή με βάση την ατομική σύμβαση εργασίας του ή από ισχύουσα σ.σ.ε ή δ.α, :

Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 30.9.2013 το ποσό των 1.278,65 ευρώ, για χρονικό διάστημα που δεν προσδιορίζεται (και πιθανόν να εννοείται από 1.10.2013 μέχρι 30.9.2014) το ποσό των 1.270,34 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2014 μέχρι 20.9.2016 στο ποσό των 1.293,29 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.10.2016 μέχρι 2.6.2017 στο ποσό των 1.365,18 ευρώ.

Ακολούθως με βάση τις ως άνω μηνιαίες αποδοχές καθόρισε και τα ποσά που ο ενάγων -αναιρεσίβλητος δικαιούται κατά την ως άνω χρονική περίοδο (δηλαδή από το έτος 2013 μέχρι 2.6.2017) να εισπράξει για επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας τα προαναφερόμενα ποσά. Έτσι, χωρίς αιτιολογία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2013 μέχρι 2.6.2017 ο ενάγων -αναιρεσίβλητος δικαιούταν να εισπράξει από την εναγομένη -αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 81.816,29 ευρώ για μισθούς, αποζημίωση αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας και αφού έλαβε το μικρότερο συνολικό ποσό των 80.806,29 ευρώ, δικαιούται τη διαφορά από 1.010,62 ευρώ.

Με τον ίδιο τρόπο με μηνιαίο μισθό 1.365,18 ευρώ καθόρισε και τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2.6.2017 έως 30.6.2019 και τα επιδόματα εορτών και αδείας του εν λόγω χρονικού διαστήματος, κατά τα προεκτεθέντα και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 24.029,77 ευρώ.

Λόγω της ως άνω παντελούς έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης στ παρ.3 της υποπαραγράφου ΙΑ. 11 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και του άρθρου 4 της ΠΥΣ 6/2012, σύμφωνα με τις οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε,:

α) Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012 (περ. στ παρ.3 της υποπαρ ΙΑ.11 της παραγρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012) και β) Από 14.2.2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας (άρθρο 4 εδαφ.

α της ΠΥΣ 6/2012). Κατά συνέπεια είναι βάσιμα τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τα οποία υποστηρίζονται τα ως άνω και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, παρέλκει λόγω της αναιρετικής εμβέλειας η εξέταση των δευτέρου και τρίτου αναιρετικών λόγων, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς, 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη και το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα (ΑΠ 978/2020, ΑΠ 911/2020).

Συνεπώς ισχυρισμός που προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με λόγο αναίρεσης και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. (ΑΠ 911/2019). Διότι από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 1846/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 και 527 παρ.6 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1/1/2016, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527, μεταξύ των οποίων στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019, ΑΠ 611/2016, ΑΠ 98/2015).

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).

Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011). Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ.

α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των (ΑΠ 1348/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου και με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1α και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, επικαλούμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την παραδεκτά προτεινόμενη από αυτήν το πρώτον στο εφετείο, με λόγο έφεσης, ένσταση συμψηφισμού (άρθρο 442 ΑΚ),της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 17.203,68 ευρώ, που κατέβαλε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αλλά και του ποσού των 7.415,49 ευρώ, όπως αυτό (ποσό) διορθώθηκε με τις προτάσεις στη κατ'έφεση δίκη, το οποίο ο αναιρεσίβλητος έλαβε από την εργασία του στην εταιρεία ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2017 έως το Δεκέμβριο έτους 2018, ήτοι κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της όπως προκύπτει από το από 16-10-2019 Λογαριασμό Ασφαλισμένου Χωρίς Εγγραφές με Τύπο Αποδοχών 08 - ΕΙΔΙΚΟΣ του ΕΦΚΑ (υποκατάστημα 301 Χανίων).

Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα με τον τελευταίο λόγο της έφεσής της, όπως διορθώθηκε με τις προτάσεις ισχυρίστηκε ότι "επίσης επικουρικά, σε περίπτωση που η απόλυση του εφεσιβλήτου κριθεί εκ νέου άκυρη, να αφαιρεθεί από το ποσό που θα κληθώ να καταβάλω στον εφεσίβλητο το ποσό των 7.415,49 ευρώ, το οποίο έλαβε αυτός από την εργασία του στην εταιρεία ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ από τον Ιούλιο του έτους 2017 έως σήμερα όπως προκύπτει από το από 16-10-2019 Λογαριασμό Ασφαλισμένου Χωρίς Εγγραφές Με Τύπο Αποδοχών 08 - ΕΙΔΙΚΟΣ του ΕΦΚΑ (υποκατάστημα 301 Χανίων)". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....Η εργοδότρια επικαλείται ωστόσο, ότι ο εργαζόμενος μετά την απόλυσή του εργάστηκε ως υπάλληλος σε άλλη εργοδότρια και αποκόμισε εισοδήματα ποσού 7.588,48 ευρώ τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν από το ποσό που κατέβαλε σε αυτόν ως αποζημίωση απόλυσης και εν πάσει περιπτώσει από τους μισθούς υπερημερίας που οφείλει σε αυτόν.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η εναγομένη τον προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω αληθώς εκ του άρθρου 656 εδ.β ΑΚ, προβαλλόμενη από την εναγομένη εκκαλούσα, ένσταση αφαίρεσης από τους μισθούς υπερημερίας που οφείλει να καταβάλλει στον εναγόμενο των αλλαχού κερδηθέντων, ήτοι του ποσού που αυτός αποκόμισε κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της, από εργασία που προσέφερε σε άλλον εργοδότη, καθόσον η εν λόγω ένσταση πληρούσε τις προϋποθέσεις προβολής της το πρώτον στο Εφετείο με λόγο έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε, εφόσον αποδεικνύεται παραχρήμα από το προαναφερόμενο έγγραφο.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος του αυτό. Πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, όσον αφορά την ίδια ένσταση, η οποία ερείδεται στην ειδικότερη διάταξη του άρθρου 656 εδ.β' ΑΚ και όχι στις περί συμψηφισμού γενικές διατάξεις των άρθρων 440-442 ΑΚ. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης κατά το σκέλος που αφορούν το αίτημα της αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης με όποιο ποσό ήθελε κριθεί ότι οφείλει να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο, εκτιμώμενο ότι αφορά τους μισθούς υπερημερίας διότι μόνο με το ποσό αυτό συμψηφίζεται η αποζημίωση απόλυσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.3198/1955, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο του λόγου έφεσης, το αίτημα αυτό δεν προτάθηκε στο Εφετείο, ούτε περιέχεται επ' αυτού κρίση στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά το πρώτον προβάλλεται στον Άρειο Πάγο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως στην ανωτέρω μείζονα σκέψη προεκτέθηκε.

Περαιτέρω, η εξέταση από το Εφετείο της επικουρικής βάσης της αγωγής, εκείνης δηλαδή που έχει σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ και η έρευνά της τελεί υπό την αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, προϋποθέτει ότι το άνω δικαστήριο κατά παραδοχή έφεσης απέρριψε ολικά την κύρια βάση της αγωγής (ΑΠ 1290/2019). Ενόψει αυτών, ο προβαλλόμενος πέμπτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ν' αναιρεθεί, διότι δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος-εκκαλούντος-αναιρεσιβλήτου, λόγω επιλογής του προς απόλυση χωρίς να τηρηθούν αντικειμενικά κριτήρια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά την κύρια βάση της, για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης αλλά έγινε αυτή δεκτή, πράγμα που εμπόδιζε την εξέταση της επικουρικής βάσης της αγωγής.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή ήτοι ως προς τον υπολογισμό των κονδυλίων των διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και των μισθών υπερημερίας του μερικώς απασχολούμενου στην αναιρεσείουσα αναιρεσιβλήτου, την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω ελλιπούς αποζημίωσης και την παραδεκτή υποβολή το πρώτον στο Εφετείο της ένστασης του άρθρου656 εδ.β ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που θα πρέπει να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί o αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του υπ'αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 93/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ