Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of new evidence grounds regarding civil compensation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final appellate decision awarding them damages for personality rights infringement. The appellants argued that the lower court ignored critical evidence and failed to consider the defendants' financial status, but the court found these arguments inadmissible as they were not raised in the first instance. Consequently, the court ruled that the appellate court had properly evaluated all evidence and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if not raised in the first instance and fails to demonstrate new facts or evidence that could alter the trial's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1508 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1508/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Ι. Μ. του Κ. και
2) Κ. Μ. του Ι.,
κατοίκων Ρόδου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χατζηϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Α. Μ. του Κ.,
2) Α. Μ. του Α. και
3) Μ. - Χ. Μ. του Α.,
κατοίκων Αυστραλίας και προσωρινά Ρόδου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.12.2013 αγωγή και την από 30.06.2014 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 06.05.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 31/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, οποία έκρινε επί εφέσεως και προσθέτων λόγων εφέσεως, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της υπ’ αριθ. 111/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία η από 24.12.2013 αγωγή των αναιρεσειόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (προσβολή προσωπικότητας) και είχε απορριφθεί κατ’ ουσία η από 30.06.2014 ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων για καταβολή επίσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (προσβολή προσωπικότητας), κατόπιν δε, παραδοχής της εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής των αναιρεσειόντων και της ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την πρώτη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά παραδοχή ένστασης παραγραφής και δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη κατ’ ουσία, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον καθένας στους αναιρεσίβλητους το ποσό των 10.000 ευρώ στον πρώτο και των 7.000 ευρώ σε κάθε μία από τις λοιπές.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.
Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοσή της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ (ΑΠ 2183/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση, εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης. Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 ΠΚ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 ΠΚ, αρχίζει από το χρόνο, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαίτησης, κατά το άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ (ΑΠ 1101/2017, ΑΠ 944/2011).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 1405/2019, ΑΠ 950/2015).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης της αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 59/2016, ΑΠ 1010/2015). Τέτοια άσκηση αγωγής, που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η, κατά την ποινική διαδικασία, νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για το ποσό που αιτείται ο πολιτικώς ενάγων (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1010/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) - (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 164/2021).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 319/2017).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής:
«| [...] Άπαντες οι διάδικοι είναι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.» που εδρεύει στα ... Ρόδου και έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση δύο ξενοδοχειακών συγκροτημάτων. Στην αρχική της μορφή (το έτος 1979), οι ιδρυτές της εταιρείας Ι.
Μ. (πρώτος αναιρεσείων), Α. Μ. (πρώτος αναιρεσίβλητος) και Μ. Μ., αδέλφια μεταξύ τους, συμμετείχαν ισότιμα στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, κατέχοντας το 1/3 των μετοχών ο καθένας, στη συνέχεια δε, η τελευταία εκ των παραπάνω αδελφών, μεταβίβασε το μερίδιό της στην οικογένεια του Ι. Μ., η οποία έκτοτε διαθέτει την πλειοψηφία (2/3) του μετοχικού κεφαλαίου.
Οι σχέσεις μεταξύ των μετόχων, συγκεκριμένα δε μεταξύ των δύο οικογενειών που κατέχουν την πλειοψηφία και μειοψηφία των μετοχών αντίστοιχα, ήταν ομαλές μέχρι το έτος 2006, οπότε διαταράχθηκαν και έκτοτε έχει αρχίσει μεταξύ τους ένας πολυεπίπεδος δικαστικός αγώνας, αστικής και ποινικής φύσεως. Στο πλαίσιο αυτό ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσίβλητος), Α.
Μ., υπέβαλε ενώπιον του εισαγγελέα πλημμελειοδικών Ρόδου την από 28.07.2008 μήνυσή του (Α.Β.Μ. Α2008/283ε) με την οποία ζήτησε τη διερεύνηση των εκεί καταγγελλομένων περιστατικών και εν συνεχεία την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των (1) Μ. Χ., 2) Ι. Μ., 3) Κ. Μ. (δευτέρου αναιρεσείοντος) και 4) Α. Χ. - Β. (εκ των οποίων οι 2ος και 3ος είναι οι ενάγοντες), για τα αδικήματα της απιστίας, υπεξαίρεσης, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κλπ., για τους λόγους που εξέθεσε στο κείμενο της μήνυσης.
Οι ενάγοντες αποδείχθηκε ότι έλαβαν πλήρη γνώση του περιεχομένου της μήνυσης και των εκεί αναφερομένων περιστατικών το αργότερο στις 17.11.2008, καθώς την ημέρα εκείνη κατέθεσαν την από ίδια ημερομηνία μήνυσή τους εναντίον του πρώτου εναγομένου, με την οποία ζητούσαν, εξ αφορμής της αμέσως προαναφερόμενης μήνυσης, την τιμωρία του εκεί μηνυτή (Α.
Μ.) για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, καθώς και των Α και Μ. - Χ. Μ. (δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως) για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεδομένου ότι οι τελευταίες, προταθείσες ως μάρτυρες από τον μηνυτή πατέρα τους (πρώτο εναγόμενο), κατέθεσαν στις 18.09.2008 τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μήνυση των εναγόντων περιστατικά, τα οποία οι τελευταίοι θεωρούν ψευδή και συκοφαντικά.
Ανεξάρτητα με την αλήθεια ή όχι των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών επί των ανωτέρω δύο μηνύσεων, οι εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι) με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι σε κάθε περίπτωση, η αξίωση των εφεσιβλήτων (αναιρεσειόντων) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έχει παραγραφεί, ισχυρισμός που αποδεικνύεται από έγγραφα πλήρους αποδεικτικής ισχύος, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης.
Επί του λόγου αυτού σημειώνονται τα ακόλουθα:
Οι αποδιδόμενες στους εναγομένους πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται άπασες σε βαθμό πλημμελήματος (ΠΚ 363, 224, 229), φέρονται τελεσθείσες στις 28.07.2008 (οπότε ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε την προαναφερόμενη μήνυση), στις 08.09.2008 (οπότε ο πρώτος εναγόμενος επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της μήνυσής του δίνοντας χωρίς όρκο κατάθεση) και στις 18.09.2008 (οπότε οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων κατέθεσαν ως μάρτυρες στο πλαίσιο της διαταχθείσας προκαταρκτικής εξέτασης).
Από το χρονικό δε σημείο κατά το οποίο οι ενάγοντες έλαβαν πλήρη γνώση των παραπάνω, ήτοι τις 17.11.2008, μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγομένους, ήτοι στις 18.02.2014 (όπως προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Στέφανου Μελλίνη στο επικυρωμένο αντίγραφο της αγωγής που προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες - επισημαίνεται ότι προσκομίζεται ένα μόνον αντίγραφο της αγωγής, αν και οι εναγόμενοι είναι τρεις, ενώ δεν προκύπτει σε ποιον από αυτούς έγινε η επίδοση του προσκομιζομένου αντιγράφου, πλην όμως οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι αντίστοιχα δεν προσκομίζουν τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης, δεν αρνούνται τον ισχυρισμό ότι η αγωγή επιδόθηκε στον ως άνω χρόνο), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των πέντε (5) ετών, συνεπώς η ένδικη αξίωση των εναγόντων έχει υποκύψει σε παραγραφή.
Σημειώνεται, ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, καίτοι δεν είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό, παραδεκτά προβάλλεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εφεσιβλήτων, διότι αποδεικνύεται αμέσως και πλήρως με έγγραφα πλήρους αποδεικτικής αξίας...ήτοι τις δύο προαναφερόμενες μηνύσεις των διαδίκων, με τις αντίστοιχες επ' αυτών εκθέσεις εγχείρισης, τις μαρτυρικές καταθέσεις, καθώς και το αντίγραφο της αγωγής που επιδόθηκε στους εκκαλούντες.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων περί διακοπής, άλλως αναστολής, της παραγραφής της αξίωσής τους, με την εκκίνηση της ποινικής διαδικασίας κατόπιν της υποβολής της μήνυσής τους και της παράστασής τους ως πολιτικώς εναγόντων στα ποινικά δικαστήρια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι, ναι μεν με έγερση αγωγής, η οποία κατ’ άρθρο 261 ΑΚ διακόπτει την παραγραφή, εξομοιώνεται και η επιδίωξη της σχετικής απαίτησης με παράσταση του παθόντος ως πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, το διακοπτικό όμως αποτέλεσμα επέρχεται για το ποσό που ζητεί ο πολιτικώς ενάγων, καθώς εάν η παράσταση της πολιτικής αγωγής αφορά μέρος μόνο της αξιώσεως, μόνο ως προς αυτό το μέρος διακόπτει την παραγραφή.
Συνεπώς στην ερευνώμενη περίπτωση, αφού οι εφεσίβλητοι παρέστησαν στα ποινικά δικαστήρια για το ποσό των 100 ευρώ επιφυλαχθέντες για το υπόλοιπο της αξίωσής τους, το οποίο ζήτησαν να τους επιδικαστεί με την εκκαλούμενη απόφαση, μόνον για το ποσό αυτό των 100 ευρώ διακόπηκε η παραγραφή με την παράστασή τους ως πολιτική αγωγή, όχι δε και ως προς το αιτούμενο με την κρινόμενη αγωγή χρηματικό ποσό.
Κατ’ ακολουθίαν, η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος που έκανε εν μέρει δεκτή την υπ’ αριθμ. 281/2013 αγωγή, δεκτού γενομένου του πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν δικαστήριο (535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη [...]|».
[IV] Στη συνέχεια, αναφορικά με την από 30.06.2014 ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, δέχθηκε τα εξής:
«| [...] Στην από 24.12.2013 αγωγή, η οποία ασκήθηκε κατόπιν και εξ αφορμής της υποβολής της έγκλησης εκ μέρους των εναγομένων της αγωγής αυτής, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, οι ενάγοντες παρέθεσαν σειρά ισχυρισμών, έξι (6) τον αριθμό, όπως αυτοί περιέχονται στην ανταγωγή, τους οποίους οι εναγόμενοι της αγωγής εκείνης θεωρούν συκοφαντικούς και πλήττοντες την προσωπικότητά τους.
Θεωρούν δε, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ψευδείς, οι δε ενάγοντες της παραπάνω αγωγής τελούσαν σε γνώση του ψεύδους τους. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο από τους ισχυρισμούς αυτούς (υπ’ αριθμ. 1 ισχυρισμός, όπως αυτοί απαριθμούνται στο δικόγραφο της ανταγωγής), το περιεχόμενο του οποίου είναι, κατά το ενδιαφέρον μέρος του, ότι «ο πρώτος των εναγομένων [Α.
Μ.] στην από 28.07.2008 ψευδή αλλά και κενή περιεχομένου μήνυσή του, αφού δεν είναι σε θέση να καταγγείλει ποιο είναι το αδίκημα που διαπράξαμε...» και «επιβεβαίωσε το ψευδές περιεχόμενο της ως άνω μήνυσής του», δεν αποδείχθηκε ότι είναι ψευδής, ούτε ότι οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση του ψεύδους του. Με τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος υπενθυμίζεται ότι εκτέθηκε στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αγωγής μετά την υποβολή της επίμαχης έγκλησης, οι ενάγοντες επιχειρούν να καταδείξουν το μέγεθος της προσβολής της προσωπικότητάς τους λόγω της προγενέστερης σε βάρος τους μήνυσης, με βάση δε την πορεία της υπόθεσης (διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για την εξεύρεση της αλήθειας, απαλλαγή των μηνυομένων με βούλευμα), με τον ισχυρισμό αυτό οι ενάγοντες εξέφρασαν την πεποίθησή τους ότι η εναντίον τους μήνυση ήταν ψευδής, χωρίς περαιτέρω να προκύπτει η χρήση δυσφημιστικών φράσεων, ή σκοπός εξύβρισης των εναγομένων της εν λόγω αγωγής, αφού οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο.
Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό υπ' αριθμ. 3, στον οποίο αναφέρεται ότι «...γεγονός ψευδές, αφού οι εναγόμενοι γνωρίζουν ότι τα κατατεθέντα απ’ αυτούς περί σφετερισμού, υπεξαίρεσης και παράνομης ιδιοποίησης είναι ψευδή και αυτοί τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας, κατέθεσαν δε αυτά μόνο και μόνο για να μειώσουν την τιμή και την υπόληψή μας...», καθώς με τη συγκεκριμένη φράση οι ενάγοντες ανέφεραν τη θέση τους έναντι της εναντίον τους κατατεθείσης μήνυσης, χωρίς πρόθεση συκοφάντησης ή εξύβρισης των εναγομένων και χωρίς να αναφέρουν εν γνώσει τους κάποιο ψευδές γεγονός.
Περαιτέρω, ο δεύτερος ισχυρισμός που περιέχεται στην ανταγωγή, ο οποίος αναφέρεται στις ένορκες καταθέσεις των 2ης και 3ης των εναγομένων, τις οποίες οι ενάγοντες χαρακτηρίζουν ψευδείς, περιέχει τα κάτωθι περιστατικά: «θέλω να σημειώσω ότι από το 1979 που συστάθηκε η εταιρεία μέχρι σήμερα, δεν λάβαμε ούτε μέρισμα, ούτε οποιοδήποτε άλλο έσοδο από τη συμμετοχή μας σε αυτή, αντίθετα οι μηνυόμενοι έχουν στο διάστημα αυτό αποκτήσει μεγάλη περιουσία, ακίνητη και μη. Με βάση τα ανωτέρω έχω την πεποίθηση ότι η άνω εγγραφή των 3.000.000 ευρώ είναι πλασματική προς συγκάλυψη παρανομιών [...]».
Ως προς το συγκεκριμένο ισχυρισμό ισχύει ομοίως το γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός του ως ψευδούς από τους ενάγοντες - αντεναγομένους, αντανακλά την πεποίθησή τους αναφορικά με τη βασιμότητά του, σύμφωνα με τη μέχρι τότε πορεία της υπόθεσης και δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδής εν γνώσει των εναγόντων, ενώ για τους ίδιους παραπάνω λόγους δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Εξάλλου, οι ισχυρισμοί με αριθμούς 4 και 6, οι οποίοι αναφέρονται στο ότι ο Α. Μ. αποκαλούσε τους ενάγοντες «κλέφτες» και «απατεώνες» και ότι «θα τους κλείσει φυλακή και θα αναλάβει ο ίδιος τη διεύθυνση του ξενοδοχείου», δεν αποδείχθηκε ότι είναι ψευδείς, αφού περί των γεγονότων αυτών κατέθεσαν οι μάρτυρες Μ.
Χ. και Ν. Τ. στις πιο πάνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, περιλήφθηκαν δε στην αγωγή ώστε να καταδείξουν το μέγεθος της προσβολής την οποία επικαλέστηκαν ότι υπέστησαν οι ενάγοντες. Όσον αφορά όμως τον με αριθμό 5 ισχυρισμό ότι «η χρηματική συμβολή του πρώτου των εναγομένων κατά τη σύσταση της εταιρείας ήταν η ελαχιστότατη σε σχέση με τις λοιπές δύο οικογένειες...ο πρώτος των εναγομένων εμφανιζόταν με την οικογένειά του μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες να κάνουν τις διακοπές τους, να εισπράξουν από την εταιρεία και στη συνέχεια να φύγουν», αποδείχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν ψευδής και πρόσφορος να θίξει την τιμή των αντεναγόντων, ενώ περαιτέρω οι αντεναγόμενοι τελούσαν σε γνώση του ψεύδους του ισχυρισμού αυτού.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά τη σύσταση της εταιρείας το έτος 1979, οι τρεις οικογένειες που συνέστησαν την εταιρεία, συμμετείχαν κατ' ισομοιρία οικονομικά, καταβάλλοντας το ίδιο χρηματικό ποσό και κατέχοντας έκτοτε ποσοστό 1/3 των μετοχών της εταιρείας η καθεμία. Το γεγονός αυτό ήταν εξαρχής γνωστό στους ενάγοντες της υπ’ αριθμ. 281/2013 αγωγής, κάτι που αποδείχθηκε και από την κατάθεση του μάρτυρά τους που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (σελ. 18, 26 και 32 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης).
Ωσαύτως, ήταν εξαρχής γνωστό ότι η οικογένεια του Α. Μ. ήταν μόνιμα εγκατεστημένη στην Αυστραλία, επομένως είχε αντικειμενική αδυναμία να εισφέρει προσωπική εργασία στο ξενοδοχείο για το χρόνο που βρισκόταν εκεί. Ο ισχυρισμός εξάλλου ότι έρχονταν στην Ελλάδα μόνο για να εισπράξουν χρήματα από την εταιρεία και να φύγουν είναι ψευδής, καθώς όπως και οι ίδιοι οι ενάγοντες συνομολογούν, ο Α.
Μ. ουδέποτε εισέπραξε μερίσματα από την εταιρεία. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί, πέραν του γεγονότος ότι είναι ψευδείς, σε γνώση των εναγόντων - αντεναγομένων σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είναι πρόσφοροι να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη των αντεναγόντων (ειδικότερα, ο πρώτος ισχυρισμός κατευθυνόμενος σε βάρος του Α.
Μ. και ο δεύτερος σε βάρος όλων των αντεναγόντων), καθώς εμφάνιζαν τον πρώτο από αυτούς να κατέχει μερίδιο μετοχών που δεν αντιστοιχεί σε χρήματα που κατέβαλε κατά την ίδρυση της εταιρείας, όλη δε την οικογένεια να εμφανίζεται στην Ελλάδα μόνο για να εισπράττουν χρήματα από την εταιρεία χωρίς να προσφέρουν οτιδήποτε.
Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αντεναγομένων, οι αντενάγοντες υπέστησαν μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη), για την αποκατάσταση της οποίας, αφού ληφθούν υπόψη το είδος και η έκταση της προσβολής που υπέστη καθένας εξ αυτών, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να επιδικαστεί σε καθένα από αυτούς εύλογη αποζημίωση, η οποία ανέρχεται για τον πρώτο αντενάγοντα στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και για καθεμία από τις δεύτερη και τρίτη στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανταγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει και ως προς το κεφάλαιο αυτό να εξαφανιστεί. Στη συνέχεια, πρέπει η ανταγωγή να δικαστεί κατ' ουσίαν από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να γίνει εν μέρει δεκτή σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ενώ επίσης πρέπει να διαταχθεί η δημοσίευση περίληψης της παρούσας στην ίδια καθημερινή τοπική εφημερίδα όπου διατάχθηκε η δημοσίευση περίληψης της πρωτόδικης απόφασης [...]|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και των προσθέτων λόγων αυτής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής και της ανταγωγής: (α) απέρριψε την από 24.12.2013 αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ένστασης παραγραφής, κατ’ ουσία, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι το πρώτον στο Εφετείο, με πρόσθετο λόγο έφεσης, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 παρ. 6 ΚΠολΔ και (β) δέχθηκε εν μέρει την από 30-6-2014 ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' ουσία, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, στους αναιρεσίβλητους το ποσό των 10.000 ευρώ στον πρώτο και των 7.000 ευρώ σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από αδικοπραξία (προσβολή προσωπικότητας).
[V] Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1026/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν, κατ' ορθή εκτίμηση, την από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή η αξίωσή τους για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το ποσό των 100 ευρώ, ως προς το οποίο δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, εντούτοις δεν επεδίκασε σ' αυτούς το παραπάνω ποσό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού δεν υποβλήθηκε με την αγωγή αίτημα προς καταβολή του πιο πάνω μέρους της χρηματικής ικανοποιήσεως, δεδομένου ότι η σχετική αξίωση δεν ήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, αλλά εισήχθη, ως προς το ποσό αυτό, προς εκδίκαση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη και ορθώς το Εφετείο δεν διέλαβε απορριπτική κρίση σχετικά με αυτή.
O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπει την αναίρεση και στις περιπτώσεις, όπου το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 252/2011, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 367/2009, ΑΠ 1632/2007).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 109/2012).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΟλΑΠ 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποια ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/ 2011).
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 128/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 αριθ. 6 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη υπόθεση, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον το ένδικο δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης κατατέθηκε στις 3-7-2017, δηλαδή, μετά, την έναρξη εφαρμογής, την 1-1-2016, της ήδη ισχύουσας ρύθμισης, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Στο πλαίσιο της εφαρμογής αυτής της διάταξης (άρθρο 527 ΚΠολΔ), ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων, το πρώτον, ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρέσεις, που προβλέπονται, επιπλέον, σ' αυτή, θεωρούνται οι αυτοτελείς καταλυτικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ένστασης και όχι εκείνοι, που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ' ουσία βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 342/2009, ΑΠ 1533/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναρεσείοντες προβάλλουν, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη μη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα την απαραδέκτως προβληθείσα το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, ένσταση παραγραφής, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, ως ουσία αβάσιμης (παραγεγραμμένη). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι αναιρεσίβλητοι, ως εκκαλούντες-εναγόμενοι παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, προέβαλαν για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό τον ως άνω ισχυρισμό, ανεξάρτητα από την μη προβολή του στον πρώτο βαθμό, διότι αποδεικνυόταν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του εφετηρίου αλλά και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, από έγγραφα, ήτοι «τις δύο προαναφερόμενες μηνύσεις των διαδίκων, με τις αντίστοιχες επ' αυτών εκθέσεις εγχείρισης, καθώς και το αντίγραφο της αγωγής που επιδόθηκε στους εκκαλούντες» το δε Εφετείο, που έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένσταση, όχι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως.
Περαιτέρω, αναφορικά με την από 30.06.2014 ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και 362, 363 ΠΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή τα όσα ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες στην από 24.12.2013 αγωγή τους, εναντίον των αναιρεσιβλήτων, με τη διατύπωση, πλην άλλων, των ισχυρισμών α) ότι «η χρηματική συμβολή του πρώτου των εναγομένων κατά τη σύσταση της εταιρείας ήταν η ελαχιστότατη σε σχέση με τις λοιπές δύο οικογένειες» και β) ότι «ο πρώτος των εναγομένων εμφανιζόταν με την οικογένειά του μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες να κάνουν τις διακοπές τους, να εισπράξουν από την εταιρεία και στη συνέχεια να φύγουν», ήταν ψευδή και ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν την αναλήθειά τους, διατυπώθηκαν δε, στο ως άνω δικόγραφο, με σκοπό, να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων.
Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης «ότι η οικογένεια του Α. Μ. ήταν μόνιμα εγκατεστημένη στην Αυστραλία, επομένως είχε αντικειμενική αδυναμία να εισφέρει προσωπική εργασία στο ξενοδοχείο για το χρόνο που βρισκόταν εκεί...» και της περαιτέρω παραδοχής της ότι είναι ψευδείς οι διαλαμβανόμενοι στην ως άνω αγωγή ισχυρισμοί, περί ελάχιστης χρηματικής συμβολής του πρώτου των εναγομένων κατά τη σύσταση της εταιρίας και περί της έλευσης του ιδίου με την οικογένειά του μόνο κατά τους θερινούς μήνες (στην Ελλάδα), ώστε να κάνουν τις διακοπές τους και να εισπράξουν χρήματα από την εταιρία, καθόσον η χρηματική συμβολή αυτού κατά τη σύσταση της εταιρίας δεν αναιρείται από το γεγονός της αντικειμενικής αδυναμίας εισφοράς προσωπικής εργασίας στο ευρισκόμενο στη Ρόδο ξενοδοχείο, λόγω της μόνιμης εγκατάστασης του ιδίου μετά της οικογενείας του στην Αυστραλία, αιτιολογείται δε, βάσει των αντικειμενικών και εκ των προτέρων γνωστών συνθηκών.
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
[VI] Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 798/2010).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά, διά των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 430/2020, ΑΠ 946/2015). Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο (ΑΠ 526/2017).
Οι αναρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλουν την, από τον αριθμό 8 άλλως 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν εισπράξει 1.000.000 ευρώ, ότι δεν λαμβάνουν κέρδη, λόγω οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο και διότι τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας είναι μικρότερα του αθροίσματος του μετοχικού κεφαλαίου και του αποθεματικού.
Ο λόγος αυτός, κατά την ως άνω, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός, προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την τυχόν προβολή του, για πρώτη φορά στο Εφετείο (μνημονεύεται μόνο ότι είχε αναφερθεί στις προτάσεις στο τέλος της 27ης σελίδας), ούτε ποια επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν «πράγματα», υπό την εκτεθείσα έννοια και, συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά την ως άνω, αιτίαση, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης οι αναρεσείοντες προβάλλουν, επικουρικά, την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός, κατά την ως άνω αιτίαση, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν μνημονεύονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν, ώστε να κριθεί αν ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο ή μη για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στο προεκτεθέν πόρισμα κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των αναφερομένων συμβολαιογράφων, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση των διαδίκων-αντιδίκων.
Έτσι δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ως προς την τελευταία αιτίαση, είναι αβάσιμος.
[VIII] Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06.05.2019 αίτηση των Ι. Μ. και Κ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 31/2019 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ