1508/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Βασίλειο Καπελούζο και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1508/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και αρθρ.2 παρ. 2γ’ , δ’ , 3 περ. ιθ’ , 45 παρ.1 εδ.γ-’ α’ Ν3691/2008, όπως ισχύει]. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, άσκησε η ανωτέρω κατηγορουμένη την κρινόμενη υπ’ αριθμ. 6/13-5-2016 αίτηση αναίρεσης, με δήλωση της ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, το βούλευμα αυτό, μετά την, κατά τα ανωτέρω, κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠοινΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Full text
Απόφαση 1508 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1508/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Βασίλειο Καπελούζο και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Τ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 1345/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους : 1) Γ. Τ. του Σ., 2) Δ. Φ. του Θ. και 3) Κ. Τ. του Π..
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2016 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 690/2016.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαϊδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου με αριθμό 95/3.6.2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476, 485 παρ.1 εδάφιο α και 513 του Κ.Π.Δ την υπ’ αριθμ. 6/13-5-2016 αίτηση αναιρέσεως της Ε.
Τ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, κατά του υπ’ αρίθμ.1345/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠοινΔ, "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα".
Το δε άρθρο 482 του ΚΠοινΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ’ του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218/Α/23-12- 2010). Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο. [Α.Π.85/2015, Α.Π.576/2015, Α.Π.321/2013].
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι :"όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. [Α.Π.576/2015, Α.Π.639/20Ί4].
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμ. 1345/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε, πλην άλλων και η κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις: α] της απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, από την οποία το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ β] της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 30.000 ευρώ και γ] της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα [άρθρ.13 στ’ , 45, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.31, 386 παρ.31Π.Κ.
και αρθρ.2 παρ. 2γ’ , δ’ , 3 περ. ιθ’ , 45 παρ.1 εδ.γ-’ α’ Ν3691/2008, όπως ισχύει]. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, άσκησε η ανωτέρω κατηγορουμένη την κρινόμενη υπ’ αριθμ. 6/13-5-2016 αίτηση αναίρεσης, με δήλωση της ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, το βούλευμα αυτό, μετά την, κατά τα ανωτέρω, κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠοινΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ’ αρίθμ.
…/13-5-2016 αίτηση αναιρέσεως της Ε. Τ. του Ν., κατοίκου Αχαρνών - Αττικής, ... και ήδη προσωρινά κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, κατά του υπ’ αριθμ. 1345/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α του Κ.Π.Δ., "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Το δε άρθρο 482 του Κ.Π.Δ., το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ του Νόμου 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (Φ.Ε.Κ. 218/Α/23-12-2010).
Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω Νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο. Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ/μα 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο.
Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου, αρκεί αυτοί και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει, όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου.
Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18-4-2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Ο αποκλεισμός δε, στην ανωτέρω περίπτωση, του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας κατά του βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. γιατί το δικαίωμα προσβάσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί αφού, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, παρέχεται σ’ αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή τα αιτήματά του σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανακρίσεως ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 171 παρ. 1 και 285 του Κ.Π.Δ.).
Έτσι, με την θέσπιση των διατάξεων αυτών έχει εξασφαλισθεί στο στάδιο αυτό το δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη, που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο, όμως, δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει γι’ αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο (Α.Π. 576/2015, Α.Π. 85/2015, Α.Π. 639/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμ. 1345/2016 βούλευμά του παρέπεμψε, πλην άλλων και την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις : 1) της απάτης από κοινού κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, από την οποίαν το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ΕΥΡΩ, β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 30.000 ΕΥΡΩ και γ) της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα (άρθρα 13 στ, 45, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 3, 1, 386 παρ. 3, 1 του Π.Κ.
και άρθρα 2 παρ. 2 γ, δ, ε περ. ιθ, 45 παρ. 1 εδ. γ - α του Νόμου 3691/2008, όπως ισχύει). Το βούλευμα αυτό, μετά την, κατά τα ανωτέρω, κατάργηση του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ., δεν υπόκειται σε αναίρεση, ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως από την κατηγορουμένη του ενδίκου αυτού μέσου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου της αναιρεσείουσας, κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέως, να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ’ αριθμ. 6/13 Μαΐου 2016 αίτηση της Ε. Τ. του Ν., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη προσωρινά κρατουμένης στο Κατάστημα Κρατήσεως Κορυδαλλού, για αναίρεση του υπ’ αριθμ. 1345/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2016. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ