Legislator Case Law & Legislation
1508/2014 AI generated

1508/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1508/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 6443/15.11.2012 απόσπασμα της με αριθμό 11/Β'/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που υπογράφεται από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Ρόδου, προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 11.5.2010, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποβίωσε στις 9.11.2012 ο έκτος των αναιρεσειόντων Κ.

Legislator headnote

AI generated

1508/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου από το συνδυασμό των άρθρ. 94§1, 118 αριθ. 5, 495§1, 566§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο, αφού στον Άρειο Πάγο είναι υποχρεωτική η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο, διαφορετικά είναι άκυρο και η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Keywords

AI generated
threshold value price of land auction terms expropriation agreement reversion in expropriation territorial scope of the Treaty
AI generated
1835/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1273/2012
Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ.
583/2019
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ 27076/ΤΠ/4210/1989 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38884/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 709/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-4-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 15-10-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
1054/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Οκτωβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32.320/2003 μη οριστική, 13.144/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2.314/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.
304/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1508 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1508/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. χας Ν. Σ., 2. Α. Σ. του Ν., 3. Π. Σ. του Ν., 4. Δ. Σ. του Ν., 5. Μ. συζ. Α. Γ., το γένος Ν. Σ., κατοίκων ... και 6. Κ. Σ. του Ν., κατοίκου εν ζωή ..., από τους οποίους η πρώτη, η δεύτερη, ο τέταρτος, ως και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Κ. Σ., Μ. χα Κ. Σ. το γένος Ν. Κ. και Ε. Σ. του Κ., που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος και επανέλαβαν τη βιαίως ως προς αυτόν διακοπείσα δίκη, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαυροματίδη, ενώ ο τρίτος και η πέμπτη των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Ι. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28590/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 355/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Μαΐου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 13 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να καταργηθεί η δίκη ως προς τον τρίτο των αναιρεσειόντων Π. Σ. του Ν. και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι ο τρίτος των αναιρεσειόντων έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αναίρεσης, οι δε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έκτου των αναιρεσειόντων Κ. Σ., Μ. χα Κ. Σ. και Ε. Σ. του Κ. επαναλαμβάνουν την βιαίως διακοπείσα ως προς τον δικαιοπάροχό τους δίκη. Ακολούθως ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 6443/15.11.2012 απόσπασμα της με αριθμό 11/Β'/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που υπογράφεται από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Ρόδου, προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 11.5.2010, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποβίωσε στις 9.11.2012 ο έκτος των αναιρεσειόντων Κ.

Σ. του Ν. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Μ. Σ. το γένος Ν. Κ. και τη θυγατέρα του Ε. Σ. (βλ. τα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. 683/4.2.2013 και 2355/ 10.10.2013 πιστοποιητικά των γραμματέων του Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου Ρόδου, αντίστοιχα, σε συνδυασμό με τα επίσης προσκομιζόμενα υπ' αριθ. .../2012 και .../2013 πιστοποιητικά του Τμήματος Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Ρόδου).

Ο θάνατος του έκτου των αναιρεσειόντων, ως λόγος βίαιης ως προς αυτόν διακοπής της αναιρετικής δίκης [άρθρ. 286περ.(α), 573§1 ΚΠολΔ], γνωστοποιήθηκε στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του κατά τη δικάσιμο της 4.11.2013, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και ακολούθως η υπόθεση, η οποία είχε αναβληθεί στη δικάσιμο αυτή από την αρχική δικάσιμο της 18.2.2013, αναβλήθηκε εκ νέου για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 24.3.2014.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως επίσης προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο και πάλι του Αρείου Πάγου ότι στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της επιδικίας έκτου των αναιρεσειόντων υπεισέρχονται και επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι ως άνω μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίες με την από 20.12.2013 κλήση τους, που επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη στις 20.1.2014 (βλ.

την υπ' αριθ. 7355/20.1.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...), είχαν και προηγουμένως δηλώσει προς την αντίδικό τους την από μέρους τους επανάληψη της δίκης. Η ιδιότητα των Μ. χήρας Κ. Σ. και Ε. Σ. του Κ. ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του έκτου των αναιρεσειόντων δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, σε κάθε δε περίπτωση επιβεβαιώνεται από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 112/2013 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της Ειρηνοδίκη Ρόδου.

Συνεπώς αυτές, οι οποίες αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους (άρθρ. 1710, 1712, 1846, 1850 ΑΚ), παραδεκτά επανέλαβαν κατά τα ανωτέρω τη βιαίως διακοπείσα ως προς αυτόν δίκη και υπεισήλθαν έκτοτε στη δικονομική θέση του (άρθρ. 287, 290 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004. 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Εξ άλλου από το συνδυασμό των άρθρ. 94§1, 118 αριθ. 5, 495§1, 566§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο, αφού στον Άρειο Πάγο είναι υποχρεωτική η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο, διαφορετικά είναι άκυρο και η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρ. 96§3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7§2 του ν. 3994/2011, η πληρεξουσιότητα, όταν πρόκειται για διαδικασία στον Άρειο Πάγο, δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη του διαδίκου που την παρέχει ή με προφορική δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις που έγιναν χωρίς πληρεξουσιότητα, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως, δηλαδή μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, μέχρι την οποία θεωρείται υπάρχουσα η πληρεξουσιότητα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η πέμπτη των αναιρεσειόντων Μ. σύζυγος Α. Γ. το γένος Ν. Σ. κλήθηκε να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης μετ' αναβολή δικάσιμο της 24.3.2014 και προς το σκοπό της επιδόθηκε με επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων αντίγραφο της από 20.12.2013 κλήσης (βλ.

την υπ' αριθ. 7352/Β'/20.1.2014 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...). Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο αυτή δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, μολονότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ.122§1, 123, 126§1α, 230§2, 498§2, 568§4 ΚΠολΔ).

Πρέπει έτσι να δικασθεί ερήμην και να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς αυτή η αίτηση αναίρεσης, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η ύπαρξη πληρεξουσιότητάς της προς το δικηγόρο Ιωάννη Μαυροματίδη, που υπέγραψε και για δικό της λογαριασμό την αίτηση αναίρεσης.

3. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 355/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την από 1.10.2007 έφεση του αρχικού εναγομένου Ν. Σ. κατά της με αριθμό 28.590/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 1.3.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και μετέπειτα αναιρεσειόντων, οι οποίοι μετά το θάνατό του κατά τη διάρκεια της επιδικίας στο δεύτερο βαθμό υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση, και αφού εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκδοθεί ερήμην του δικαιοπαρόχου τους, τους καταδίκασε σε δήλωση βούλησης προς την αναιρεσίβλητη, δεχόμενη, η εφετειακή απόφαση, την εναντίον του δικαιοπαρόχου τους από 8.5.2006 αγωγή της αντιδίκου τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς μεν τον τρίτο των αναιρεσειόντων Π. Σ. να κηρυχθεί κατά τα άρθρ. 294 - 297, 299, 573§1 ΚΠολΔ καταργημένη η συζήτησή της, αφού αυτός με την από 22.10.2010 εξώδικη δήλωσή του, που επέδωσε στις 11.11.2010 στην αναιρεσίβλητη (βλ.

την ταυτόχρονη υπ' αριθ. 368 Γ' έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...), παραιτήθηκε έγκυρα από το δικόγραφο της αίτησης αυτής, αλλά και από το δικαίωμα της άσκησης αναίρεσης, ως προς δε τους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει να κριθεί παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

4. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990. 451/2014).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996. 70/2008. 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002.

ΑΠ 911/2002. 1021/2002. 105/2005. 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986. 1011/1994).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005, 798/2010).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995. 567/1996).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../18.1.1993 προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Εμμανουηλίδου-Στάλιου ο αρχικός εναγόμενος και μετέπειτα δικαιοπάροχος των νυν εκκαλούντων (αναιρεσειόντων) προσυμφώνησε και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 426 m2, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...

και ..., στην περιοχή ... του νομού Θεσσαλονίκης, το οποίο συνορεύει ... Ως τίμημα εύλογο, δίκαιο και πραγματικό ορίστηκε το ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο, όπως συνομολόγησαν τα συμβαλλόμενα μέρη και αποτυπώθηκε αυτό στο εν λόγω προσύμφωνο, έλαβε ο εκ προσυμφώνου πωλητής σε μετρητά προ της συντάξεως αυτού και χωρίς την παρουσία της συμβολαιογράφου ..., ενώ η νομή και κατοχή του ακινήτου, κατά το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητας, παραδόθηκε αμέσως στην αγοράστρια.

Επί πλέον συμφωνήθηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο της αγοραπωλησίας θα συνταχθεί και υπογραφεί ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου ή σε περίπτωση κωλύματός της ενώπιον του νόμιμου αναπληρωτή της, σε πρώτη ζήτηση της αγοράστριας μετά από πρόσκληση προς τον πωλητή, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να παραστεί κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου.

Η ενάγουσα ζήτησε επανειλημμένα από τον εναγόμενο να προβούν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, όμως ο τελευταίος αρνήθηκε, κατά παράβαση των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεών του και για το λόγο αυτό ασκήθηκε εναντίον του η ένδικη αγωγή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις εικονικότητας της προσυμφωνημένης με το ως άνω υπ' αριθ. .../18.1.1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Εμμανουηλίδου-Στάλιου πώλησης από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων στην αναιρεσίβλητη ποσοστού κυριότητας 70% εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, διαφορετικά ακυρότητας της σύμβασης αυτής ως καταπλεονεκτικής, δέχθηκε στην ουσία την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες σε σχετική δήλωση βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου.

Με τον πρώτο και τον δεύτερο των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 11(γ) και 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι αν και προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγής ήταν η πρόσκληση προηγουμένως της αναιρεσίβλητης προς τον δικαιοπάροχό τους να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, που αφορά το μεταξύ τους προσύμφωνο συμβόλαιο, εντούτοις το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι η αναιρεσίβλητη ζήτησε επανειλημμένα από τον δικαιοπάροχό τους να προβούν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αλλά αυτός αρνήθηκε, όμως κατέληξε στη σχετική παραδοχή του χωρίς να λάβει υπόψη την αντίθετη κατάθεση του μάρτυρά τους και ενώ η αντίδικός τους δεν προσκόμισε την οποιαδήποτε σχετική απόδειξη.

Ωστόσο ρητά με την απόφαση του Εφετείου διαβεβαιώνεται και προκύπτει άλλωστε και από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, επομένως και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου, το οποίο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αφού πρόκειται για κρίση ως προς την ουσία των πραγμάτων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), επιτρεπτά κατέληξε σε αντίθετη με την κατάθεση αυτή παραδοχή, βασιζόμενο στην εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν αξιολογήθηκαν με την απόφαση του Εφετείου σε ευθεία σύνδεση με την ως άνω παραδοχή του, δηλαδή δεν προσδιορίζεται σε ποια ειδικότερα αποδεικτικά μέσα στηρίζεται η κρίσιμη παραδοχή του, όμως αυτό δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, αναγκαίο, αλλά αρκεί η υπάρχουσα στην απόφασή του γενική αναφορά στα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του θεώρησε επαρκή για την ως άνω παραδοχή του.

Άλλωστε με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, στα οποία ρητά το Εφετείο αναφέρεται, η παραδοχή αυτή ενισχύεται και από το γεγονός της εξακολουθητικής άρνησης των αναιρεσειόντων και του δικαιοπαρόχου τους να συμπράξουν στην κατάρτιση οριστικού συμβολαίου για την προσυμφωνημένη με την αναιρεσίβλητη αγοραπωλησία.

Συνεπώς ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος και ο δεύτερος των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989.

ΑΠ 864/2003. 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000. 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν επίσης κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Με τον έβδομο λόγο της έφεσης, που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε σε κάθε περίπτωση σιωπηρά από δικαίωμά της να αξιώσει την κατάρτιση οριστικού συμβολαίου για την προσυμφωνημένη μεταξύ τους αγοραπωλησία ακινήτου σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 70%, αφού αυτή, αν και ήταν παρούσα κατά τη σύνταξη του μεταγενέστερου υπ' αριθ. .../15.12.1993 εργολαβικού προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Βαρδίνη, με το οποίο ο δικαιοπάροχός τους ανέθεσε στον Β.

Λ. την ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής οικοδομής στο ίδιο ακίνητο, εντούτοις δεν αντέδρασε όταν ως κύριος του ακινήτου κατά ποσοστό 100% δηλώθηκε μόνον ο δικαιοπάροχός τους. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αόριστος και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι, όπως στην απόφαση αυτή αναφέρεται, "ναι μεν ...

είναι δυνατή ... η άτυπη κατάργηση του τυπικού προσυμφώνου πώλησης ακινήτου, αφού η κατάργηση αυτή δεν επιφέρει κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος ούτε εμπίπτει στο άρθρ. 164 ΑΚ, που αφορά τροποποίηση και όχι κατάργηση τυπικής δικαιοπραξίας, πλην όμως οι εκκαλούντες δεν προσδιορίζουν με ποιο τρόπο έγινε η καταργητική της αρχικής σύμβασης συμφωνία, καθώς μόνο το γεγονός ότι η ενάγουσα παρέστη κατά την κατάρτιση συμβάσεως μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους και τρίτου προσώπου και δεν αντέλεξε ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου, αποδεχόμενη ότι κύριος αυτού ήταν ο τελευταίος, δεν μπορεί χωρίς την επίκληση και άλλων περιστατικών (λ.χ.

επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος) να στηρίξει ένσταση παραίτησης από το σχετικό δικαίωμα και νόμιμο λόγο κατάργησης της διμερούς δικαιοπραξίας του προσυμφώνου, δεδομένου μάλιστα ότι η κατάρτιση του προσυμφώνου δεν της προσπόρισε την κυριότητα στο συμφωνημένο εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ώστε να αντιλέξει στη δηλωθείσα αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων".

Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι με την παραπάνω κρίση της αξίωσε σε σχέση με την αντίστοιχη ένστασή τους περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος με τα άρθρ. 164, 166, 361 και 454 ΑΚ απαιτεί προκειμένου η ένστασή τους να είναι ορισμένη, σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον περαιτέρω ισχυρισμό του δικαιοπαρόχου τους, που περιέχεται και αυτός στον έβδομο λόγο της έφεσής του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, σύμφωνα με τον οποίο η σιωπηρή παραίτηση της αναιρεσίβλητης από τα δικαιώματά της, που απορρέουν από το υπ' αριθ. .../18.1.1993 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Εμμανουηλίδου-Στάλιου, προκύπτει και από το κείμενο της με αριθμό 3.657/1999 ανακοπής, που από κοινού με τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων άσκησε αυτή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατά του Ι.

Ι. και κατά της υπ' αριθ. 29694/1998 διαταγής πληρωμής του δικαστή του ίδιου δικαστηρίου, αφού με την εν λόγω ανακοπή της η αναιρεσίβλητη επανέλαβε τη δήλωσή της ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, το ίδιο δε δήλωσε και ο Δ. Ι. που εξετάσθηκε ως μάρτυράς της στη σχετική δίκη. Ωστόσο το Εφετείο έλαβε υπόψη και τον παραπάνω ισχυρισμό του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και σιωπηρά τον απέρριψε με την παραδοχή του ότι η κατάρτιση του προσυμφώνου δεν προσπόρισε έκτοτε στην αναιρεσίβλητη την κυριότητα στο επίδικο ακίνητο κατά το συμφωνημένο να της μεταβιβαστεί εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ώστε να πρέπει να αντιλέγει στη δηλούμενη κάθε φορά αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, η παραδοχή δε αυτή του Εφετείου δικαιολογεί πλήρως την τελική κρίση του ότι η σχετική παράλειψη της αναιρεσίβλητης δεν υποδηλώνει από μόνη της παραίτησή της από τα δικαιώματά της που απορρέουν από το υπ' αριθ. .../18.1.1993 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Εμμανουηλίδου-Στάλιου.

Επομένως το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστη τη σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων και ειδικότερα του δικαιοπαρόχου τους δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη κρίσιμο ισχυρισμό του και ούτε αξίωσε για τη θεμελίωση της ένστασής του περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, ενώ δεν συνιστά βέβαια παράλειψη του Εφετείου το να μη λάβει υπόψη έγγραφα προς απόδειξη της ένστασης αυτής, αφού η ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη και δεν ερευνήθηκε στην ουσία της.

Πρέπει έτσι κατά τη σχετική αιτίαση από τον αριθμό 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης να απορριφθεί κατά το πρώτο μέρος του ως απαράδεκτος, ενώ κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος κατά το αυτό μέρος του, με το οποίο αποδίδονται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8(β) και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, πλημμέλειες από τους αριθμούς 8(β) και 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη την περιεχόμενη στις κατ' έφεση προτάσεις της αναιρεσίβλητης και επιστηρίζουσα την ως άνω ένσταση του δικαιοπαρόχου τους ομολογία της ότι τα δικαιώματά της από το κρίσιμο προσύμφωνο σχετικά με τη μεταβίβαση σ' αυτή ποσοστού κυριότητας 70% εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο ασκήθηκαν εμπράκτως, δηλαδή κατά τους αναιρεσείοντες αποδυναμώθηκαν, με την κατάρτιση του μεταγενέστερου υπ' αριθ. .../15.12.1993 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Βαρδίνη, με το οποίο ο δικαιοπάροχός τους συμφώνησε μ' αυτή να μεταβιβάσει όχι πλέον στην ίδια, αλλά απευθείας στα παιδιά της Π.

και Δ. Ι., τα αντίστοιχα με το ως άνω ποσοστό της δυο διαμερίσματα στην υπό ανέγερση οικοδομή του ακινήτου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η σχετική με τη φερόμενη ως ομολογία της αναιρεσίβλητης ένσταση παραίτησής της από τα απορρέοντα από το υπ' αριθ. .../1993 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Εμμανουηλίδου-Στάλιου δικαιώματά της απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη και δεν ερευνήθηκε στην ουσία, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η όποια ομολογία της σε σχέση με την ένσταση αυτή, δηλαδή η αντίστοιχη αιτίαση των αναιρεσειόντων στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, σε κάθε δε περίπτωση η σύνταξη του μεταγενέστερου προσυμφώνου, το οποίο μάλιστα δεν προκύπτει ότι υλοποιήθηκε, προϋποθέτει και δεν αποδυναμώνει την ισχύ του πρώτου προσυμφώνου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν ως ηττηθέντες η πρώτη, η δεύτερη, ο τέταρτος και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος έκτου των αναιρεσειόντων, που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τον τρίτο των αναιρεσειόντων Π. Σ. του Ν..

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 10.5.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 355/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την πρώτη, τη δεύτερη, τον τέταρτο και τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος έκτου των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ