Legislator Case Law & Legislation
1508/2012 AI generated

1508/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1508/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 685/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5458/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 22/2/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 601/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητες με την από 22/3/2011 κλήση τους.

Legislator headnote

AI generated

1508/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί, κατ' άρθρ. 22§1β του Ν. 3693/1957, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1508 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1508/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ε. Λ., 2) Ε. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 685/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5458/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 22/2/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 601/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητες με την από 22/3/2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας, ανέγνωσε την από 22/2/2007 έκθεση του ήδη κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την παραδοχή του δευτέρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 22-3-2011 κλήση των αναιρεσίβλητων, μετά την έκδοση της 601/2008 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως. Τη συζήτηση επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον κεκυρωμένο αντίγραφο της κλήσεως με την κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 31-1-2012 και την από 18-4-2011 επισημείωση σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... . Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, κατά την παρούσα μετ' αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, από τη δικάσιμο της 31-1-2012, δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, οι αναιρεσίβλητοι, που, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδουν τη συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και οι διάδικοι αυτοί παρόντες (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, που έχει εφαρμογή στους βάσει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενους, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ.

α' της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 46/1975, 119 παρ. 2 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην οποία η Ελλάδα προσχώρησε με την από 28-5-1979 Συνθήκη, που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, της Οδηγίας 75/117 της 19-2-1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ και 4 παρ. 2 του Ν. 1414/1984 συνάγεται ότι, στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και παιδιών), τα οποία καταβάλλονται λόγω της εργασιακής σχέσης, ως αντάλλαγμα για την προσφορά της εργασίας και αποτελούν μέρος του μισθού, υπό την έννοια που αναφέρεται στα άρθρα 648, 649, 653 και 655 του ΑΚ.

Επομένως, ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα αν ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου, την έναντι του εργοδότη απαίτηση για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στο ακέραιο και οι δύο, εφόσον αμφότεροι εργάζονται, βάσει της εργασιακής τους συμβάσεως, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι τμήμα της αμοιβής που δικαιούνται και συνεπώς δεν συγχωρείται ως προς αυτά καμία διάκριση για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Εξάλλου η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ, εφαρμόζεται όχι μόνο στους μισθωτούς του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα, όπως δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις υποθέσεις με αριθμό 248/1983 και 5811981. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις και άλλες διατάξεις", που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και σε όσους ασκούν ελευθέρια επαγγέλματα, ορίζεται ότι δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια και των επιδομάτων παιδιών τα παιδιά (παρ. 4) και ότι τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που καθιερώνονται για πρώτη φορά ή επαναρυθμίζονται, χορηγούνται στο εξής στο ακέραιο, σε κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα ανεξαρτήτως φύλου (παρ. 5).

Με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία καθορίζει τον τελικό δικαιούχο του επιδόματος μέχρι την υλοποίηση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 4, ορίζεται ότι, αν και οι δύο σύζυγοι ή γονείς εργάζονται, τα επιδόματα γάμου και παιδιών , που προβλέπονται κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (2-2-1984), καταβάλλονται σ' εκείνον που υποδεικνύεται με κοινή δήλωση τους προς τον εργοδότη που επιλέγουν και, αν οι σύζυγοι ή γονείς δεν συμφωνούν ή αδυνατούν να υποβάλλουν την παραπάνω κοινή δήλωση, ο κάθε εργοδότης καταβάλλει το 50% του προβλεπόμενου επιδόματος γάμου ή παιδιών στο σύζυγο ή γονέα που απασχολεί.

Περαιτέρω, ο Ν. 2470/1997, που ισχύει από 1-1-1997 (άρθρο 33), "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τα άρθρα 1 έως 27 του ν. 1505/1985 και 1-18 του ν. 1810/1988 (άρθρο 31) και στις διατάξεις του υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ κλπ. (άρθρο 1), αλλά με βάση την 2026439/3480/0022/30-5-1997 κοινή υπουργική απόφαση "Επέκταση των διατάξεων του ν. 2470/1997 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ" (ΦΕΚ Β' 462) και το προσωπικό του δημοσίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την παρ. 1 του άρθρου 12 ορίζει ότι "για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων ως εξής:

α) Για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων χωρίς ή με ενήλικα τέκνα δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές, β) Για οικογένεια με τέκνα ανήλικα ... προσαυξάνεται κατά 6.000 δρχ ... . Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 12,όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν. 2515 της 24/25.7.1997 η ισχύς της οποίας ανατρέχει στην 1.1.1997 (παρ. 4 αυτού), ορίστηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται σε επίδομα τέκνων. Στους περιορισμούς των προηγουμένων διατάξεων δεν εμπίπτουν παροχές που χορηγούνται από διανεμητικούς λογαριασμούς οικογενειακών επιδομάτων εν γένει".

Με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 12 ορίστηκε ότι, στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον έναν από αυτούς, κατ' επιλογή τους με κοινή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986. Όλες όμως οι ανωτέρω ρυθμίσεις, κατά το μέρος που θέτουν ειδικές προϋποθέσεις, για την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο ακέραιο στους εγγάμους μισθωτούς με σχέση ιδιωτικού δικαίου και θεσπίζουν, στην περίπτωση μη συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων, τη μερική καταβολή των επιδομάτων αυτών στους δύο εργαζομένους συζύγους, είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.

β του Συντάγματος, αφού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου, των οποίων ο σύζυγος ή η σύζυγος δεν εργάζεται, λαμβάνουν, χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης ειδικής προϋποθέσεως, στο ακέραιο τα οικογενειακά επιδόματα, που, κατά τα προεκτεθέντα, αποτελούν μέρος της αμοιβής τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ότι, η μη χορήγηση κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2000 μέχρι 30-4-2002, από το αναιρεσείον του προβλεπομένου από το άρθρο 12 του ν. 2470/1997 επιδόματος γάμου εκ 12000 δραχμών μηνιαίως στους αναιρεσιβλήτους, η πρώτη από τους οποίους είναι χήρα, με ενήλικα τέκνα και ο δεύτερος έγγαμος, επίσης με ενήλικα τέκνα, επειδή το επίδομα αυτό λαμβάνει η σύζυγος του, αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, έναντι των άλλων εργαζομένων που το λαμβάνουν, η οποία διάκριση δεν δικαιολογείται, αφού παρέχεται ίσης αξίας εργασία και με βάση τις παραδοχές αυτές επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση στους αναιρεσιβλήτους το πιο πάνω επίδομα. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 2470/1997 και 22 παρ. 1 εδ, β' του Συντάγματος και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με το άρθρο 90 παραγρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δέχθηκε ότι, οι ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος, από 1-1-2000 μέχρι 30-4-2000, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, γιατί αυτή άρχισε από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι την επίδοση της αγωγής, στις 30-4-2002, παραβίασε την παραπάνω διάταξη και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης αυτής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί, κατ' άρθρ. 22§1β του Ν. 3693/1957, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 5458/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ