Legislator Case Law & Legislation
1508/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification, rejecting union intervention and admissibility arguments.

Case Number 1508/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a publishing company against a labor court judgment regarding employment status. The court rejected the union's intervention and the appellant's arguments that the defendant was an external journalist rather than an internal employee. The decision relied on the defendant's admission in the original complaint and the lack of harmful facts in that admission to overturn the lower court's finding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 81, 215 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, item 3; Articles 352 and 353 of the Code of Civil Procedure: A supplementary intervention by a trade union is admissible if the union is a member of the party or the organization the party belongs to; an appeal based on an admission not affecting the outcome or containing no harmful facts is inadmissible.

Keywords

AI generated
supplementary intervention trade union rights labor contract classification admissibility of appeal employee status internal vs external admission evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 80, 81 and 215 of the Code of Civil Procedure
Article 669, item 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 352 and 353 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1508 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1508/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Εταιρείας με την επωνυμία "SPORT (ΣΠΟΡ) PLUS (ΠΛΑΣ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Καρυοφύλλη.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Μαυραγάνη.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δημαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 487/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3123/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2009 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 20-7-2010 πρόσθετη παρέμβασή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από Τις διατάξεις των άρθ. 80, 81 και 215 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου από εκείνον που επικαλείται και αποδεικνύει έννομο προς τούτο συμφέρον ασκείται και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη, ειδικά δε επί εργατικών διαφορών σύμφωνα με το άρθ. 669 αριθ. 2 ΚΠολΔ αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που συμμετέχουν στην ένωση. Επομένως, η από 20-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση της συσταθείσας με το ν. 1798/1951 συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ένωσις Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" υπέρ της αναιρεσείουσας εταιρείας "Sport (Σπορ) ΡΙυs Ανώνυμη Εκδοτική Εταιρεία" που είναι μέλος της, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αρχικούς διαδίκους της αναιρετικής δίκης (βλ. με αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά ... και ... του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (στους κανόνες δε αυτούς περιλαμβάνονται και οι ΣΣΕ και οι αποφάσεις των Διαιτητικών Δικαστηρίων επί συλλογικών διαφορών εργασίας) ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999 και 32/1996), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου: (Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005).

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος, όταν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας.

Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλΑΠ 20, 19/2007, 18/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α' ν. 2639/1998, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθ. 1 ν. 3846/2010, η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας, ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου, σε περίπτωση δε παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων. έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παρ. 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παρ. 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης κατ' άρθ. 338 παρ. 2 ΚΠολΔ. (Β) Με το άρθρο 1 των εφαρμοστέων ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) που απασχολούνται σε εφημερίδες - μέλη της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ)" από 5-4-2002, 14-5-2003 και 29-7-2004 που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 11473/2002 (ΦΕΚ Β' 703), 15047/2003 (ΦΕΚ Β' 878) και 12748/2004 (ΦΕΚ Β' 1418), αντίστοιχα, και δεσμεύουν όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του επαγγέλματος (άρθ. 11 παρ. 2 ν. 1876/1990), καθορίσθηκαν για τα χρονικά διαστήματα ισχύος τους τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών στα εκεί αναφερόμενα ποσά και δη θεσπίσθηκαν υψηλότεροι βασικοί μισθοί για τους εσωτερικούς συντάκτες σε σχέση με τους εξωτερικούς, όπως άλλωστε και με τις αντίστοιχες ΣΣΕ προηγουμένων ετών (ενώ διατηρήθηκε με αυτές σε ισχύ το άρθ. 3 της από 26-10-1989 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 19292/1989, ΦΕΚ Β' 886, σύμφωνα με το οποίο οι προσλαμβανόμενοι για πρώτη φορά σε εφημερίδα ως συντάκτες, εφόσον δεν έχουν προϋπηρεσία, θα λαμβάνουν ως συμβολικό μισθό μαθητείας το 1/2 του βασικού μισθού του πρώτου κλιμακίου εσωτερικού συντάκτη).

Στις ως άνω ΣΣΕ δεν περιέχονται τα ειδικότερα καθήκοντα και καθορισμός της έννοιας του "εσωτερικού" και του "εξωτερικού" συντάκτη, και μάλιστα σε αντιδιαστολή μεταξύ τους, ώστε να προκύπτουν οι εννοιολογικές διαφορές για την κατάταξη στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (αλλά και των λοιπών που περιέχουν την ως άνω διάκριση και επιφυλάσσουν με βάση αυτήν διαφορετική μισθολογική μεταχείριση) ως "εσωτερικός συντάκτης" πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος εφημερίδας, ο οποίος προσερχόμενος καθημερινά στα γραφεία της, αφού συλλέγει για το ειδικότερο αντικείμενο και το συγκεκριμένο θέμα του τομέα της απασχόλησής του πληροφορίες κυρίως τηλεφωνικά, αλλά και από το διαδίκτυο και με παρακολούθηση από τον ίδιο των αντιστοίχων γεγονότων, συντάσσει τα σχετικά κείμενα, τα οποία, μετά από έλεγχο από τον προϊστάμενο του οικείου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, δημοσιεύονται ενυπόγραφα από τον ίδιο ή μαζί με άλλον συντάκτη, ενώ ως "εξωτερικός συντάκτης" ο δημοσιογράφος, ο οποίος για την συλλογή στοιχείων και πληροφοριών επί συγκεκριμένου θέματος ή γεγονότος της ειδικότητάς του και δη επικαίρου εργάζεται κυρίως εκτός των γραφείων της εφημερίδας μεταβαίνοντας στον τόπο του ενδιαφέροντος ειδησεογραφικού γεγονότος ή θέματος και ακολούθως συντάσσει σχετικό κείμενο που παραδίδει προς έλεγχο και έγκριση από τον υπεύθυνο του αντιστοίχου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας για την εν συνεχεία δημοσίευσή του.

Είναι αληθές ότι η καθιερουμένη με τις ως άνω εδώ εφαρμοστέες ΣΣΕ (και τις παρόμοιες από 26-6-2001, 16-12-1999, 16-12-1997 κ.λπ. για προηγούμενα χρονικά διαστήματα) διάκριση των συντακτών (που απασχολούνται σε εφημερίδες) σε "εσωτερικούς" και "εξωτερικούς" με την προδιαληφθείσα έννοια, που συνεπάγεται και την διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους (και δη ως προς τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών) δεν περιλαμβάνεται ρητά και στην 34/1964 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Διοικητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου (ΔΔΔΔ) Αθηνών, διατηρηθείσα ειδικά σε ισχύ με διατάξεις των ως άνω εφαρμοστέων από 5-4-2002, 14-5-2003 και 29-7-2004 ΣΣΕ (άρθ. 9, 7 και 9 αντίστοιχα), με την οποία ορίσθηκαν τα κατώτατα όρια των μηνιαίων μισθών των "συντακτών" των ημερησίων εφημερίδων σε μεγαλύτερα ποσά για τους "συντάκτες" σε σχέση με τους "ρεπόρτερς", δηλ.

τους "ειδησεογράφους", όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής. Από το περιεχόμενο. όμως, και τις επιμέρους διατάζεις της ως άνω ΔΑ, με την οποία (α) ως "ειδησεογράφοι" (ρεπόρτερς) θεωρούνται σι εκτός γραφείων της εφημερίδας εργαζόμενοι σε αντιδιαστολή με τους "συντάκτες γραφείων", (β) καθιερώθηκαν τα κατώτατα όρια των μηνιαίων μισθών των "συντακτών" στα εκεί αναφερόμενα μεγαλύτερα ποσά για τους "συντάκτες" σε σχέση με τους "ρεπόρτερς" (ειδησεογράφους), με την ρητή διευκρίνιση, ότι, εκτός από τις περιπτώσεις των καθοριζομένων κλιμακίων βασικών μισθών, υπό τον όρο "συντάκτες" καλύπτονται "και οι εξ αυτών χαρακτηριζόμενοι ως ρεπόρτερς" (δηλ.

οι ειδησεογράφοι), συνάγεται ότι και με αυτήν γίνεται ουσιαστικά διάκριση, ως ανωτέρω, των συντακτών σε "εσωτερικούς" (συντάκτες γραφείων) και "εξωτερικούς" (ρεπόρτερς ή ειδησεογράφους). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από την εργασία του ως συντάκτη εφημερίδας της αναιρεσείουσας, με την αναιρεσιβαλλομένη 3123/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εκδοτική εταιρεία με την επωνυμία "Sροrt (Σπορ) ΡΙυs (Πλας) ανώνυμη εκδοτική εταιρεία" εκδίδει την ημερήσια αθλητική εφημερίδα με τον τίτλο ...

και την εβδομαδιαία "... news της Δευτέρας". ότι για τις ανάγκες της επιχείρησής της προσέλαβε την 15-5-2002 τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί αρχικά ως μαθητευόμενος και μετά παρέλευση τριμήνου ως εσωτερικός συντάκτης στην ως άνω εφημερίδα στα γραφεία της στην ..., ενώ την 1-3-2004 κατήρτισε με αυτόν έγγραφη σύμβαση, τα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτήρισαν ως σύμβαση μίσθωσης έργου αορίστου χρόνου με εργολαβικό αντάλλαγμα 3.600 ευρώ ετησίως, δηλ. 300 ευρώ μηνιαίως, ότι αντικείμενο της απασχόλησης του ενάγοντος ήταν η κάλυψη της ύλης που αφορούσε τις αθλητικές δραστηριότητες του περιφερειακού και ερασιτεχνικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου καθώς και των πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου της Β' και Γ' κατηγορίας και κατά περιστάσεις και του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου της Α' κατηγορίας υπό τις εντολές, οδηγίες και υποδείξεις του Διευθυντή του γραφείου της εναγομένης στη ... ,ότι ειδικότερα ο ενάγων προσερχόταν καθημερινά στα γραφεία της εφημερίδας, συνέλεγε πληροφορίες, κυρίως τηλεφωνικά, σχετικά με το πρόγραμμα προπόνησης, την σύνθεση των ομάδων, τα θέματα μεταγραφών, τα αποτελέσματα των ομάδων κάθε αγωνιστικής, έκανε σχολιασμό των αγώνων, παρουσίαζε τα νέα των ομάδων κατά την διάρκεια της εβδομάδας, ελάμβανε συνεντεύξεις από αθλητές, προπονητές και παράγοντες των ομάδων, ενώ παράλληλα παρουσίαζε και διάφορα θέματα του ελεύθερου ρεπορτάζ, στην συνέχεια δημοσίευε τις ενδιαφέρουσες ειδήσεις και πληροφορίες στις σελίδες ευθύνης του με την σύνταξη των σχετικών κειμένων, τα οποία μετά από έλεγχο και έγκριση από τον διευθυντή του γραφείου της εναγομένης στην ..., που είχε και την επίβλεψη της διαμόρφωσης των σελίδων που αφορούσαν τα πρωταθλήματα με τα οποία ασχολείτο ο ενάγων, δημοσιεύονταν ενυπόγραφα από τον ίδιο ή μαζί με άλλον συνεργάτη του, δεδομένου δε ότι ο ενάγων σπάνια εξήρχετο των γραφείων της εναγομένης για την παρακολούθηση αγώνων και την λήψη συνεντεύξεων από ποδοσφαιριστές, προπονητές και.

παράγοντες των ομάδων των ως άνω κατηγοριών, και όποτε αυτό συνέβαινε γινόταν μόνο κατόπιν εντολής του διευθυντή του γραφείου της ..., και ήταν αδύνατο να μεταβαίνει σε 40 γήπεδα περίπου ταυτόχρονα για να καλύπτει τους αγώνες ποδοσφαίρου, παρακολουθούσε την εξέλιξή τους από τα γραφεία της εφημερίδας, ότι ο ενάγων αντλούσε πληροφορίες για την σύνταξη των σχετικών κειμένων και άρθρων του επικοινωνώντας τηλεφωνικά με ποδοσφαιριστές, προπονητές, παράγοντες ομάδων ή και συναδέλφους του, αλλά και από το διαδίκτυο, αφού του είχε χορηγηθεί για τις ανάγκες της εργασίας του αυτής γραφείο.

τηλέφωνο και ηλεκτρονικός υπολογιστής, μετά δε την συγκέντρωση του υλικού συνέτασσε τα προς δημοσίευση κείμενά του, τα οποία δεν εξαντλούνταν μόνο στην συγκέντρωση πληροφοριών, αλλά εκτείνονταν στον σχολιασμό και στην κριτική των αθλητικών δραστηριοτήτων, ότι έχοντας ο ενάγων την επιμέλεια των αντιστοίχων σελίδων της εφημερίδας ήταν υποχρεωμένος να προσέρχεται στα γραφεία της εναγομένης στην ...

καθημερινά έξι φορές την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Κυριακή, λαμβάνοντας μία ημέρα ανάπαυσης (ρεπό), εξαιρετικά, όμως, από τον Μάιο έως και τον Σεπτέμβριο του 2002 εργαζόταν 7 ημέρες την εβδομάδα χωρίς ρεπό, ότι προσερχόταν τις καθημερινές από την 11.00' έως την 17.00', ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2004 το καθημερινό ωράριό του ήταν από την 12.00' έως την 18.00', το Σάββατο δε και την Κυριακή που η αθλητική δραστηριότητα ήταν ιδιαίτερα πλούσια λόγω της διεξαγωγής των πρωταθλημάτων το ωράριό του ήταν από την 12.00' έως την 22.00', ενώ πραγματοποιούσε και δύο βάρδιες την εβδομάδα είτε πρωινή (11.00' - 21.00') είτε βραδινή (12.00' - 23.00'), όπως και το υπόλοιπο προσωπικό, για την κάλυψη εκτάκτων γεγονότων, με βάση το εβδομαδιαίο πρόγραμμα της βάρδιας που εκπονούνταν από την Διεύθυνση της εναγομένης στην ..., ότι το ωράριο αυτό της εργασίας του ενάγοντος καθοριζόταν από την εναγομένη, η οποία διά του διευθυντή της στην ...

ασκούσε έλεγχο ως προς τον τόπο και ιδιαίτερα τον τρόπο παροχής της εργασίας του και την ποιότητά της ενόψει και των αστικών ευθυνών της από τις διατάξεις περί τύπου, ειδικότερα δε ο διευθυντής της ... καθόριζε το πλαίσιο των αγώνων που έπρεπε να παρακολουθεί ο ενάγων ή των ενγένει γεγονότων που έπρεπε να καλύψει ή των ειδήσεων από την αγωνιστική κίνηση και την προετοιμασία των ομάδων, δίνοντας προς τούτο τις κατάλληλες εντολές, υποδείξεις και οδηγίες και μετά την σύνταξη των κειμένων του ήλεγχε το περιεχόμενό τους, έκανε τις απαραίτητες διορθώσεις, καθόριζε την έκτασή τους, ώστε τα κείμενα του ενάγοντος να είναι σύμφωνα με το ύφος και τη γραμμή εφημερίδας και κατάλληλα προς δημοσίευση, ότι ο ενάγων ως δημοσιογράφος λόγω της φύσης της εργασίας του είχε μεν μια περιορισμένη ελευθερία και ανέπτυσσε κάποιου είδους πρωτοβουλία ως προς την εργασία του, όμως σε ουδεμία περίπτωση διαμόρφωνε κατ' απολύτως ελεύθερη κρίση τον χρόνο και τον τόπο αυτής και τα θέματα που έπρεπε να καλυφθούν, τελούσε δηλ.

κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπό τις δεσμευτικές ειδικές και όχι γενικές οδηγίες του διευθυντή του γραφείου της ... ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο της εργασίας του, με βάση δε τα παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη και ότι (α) ο ενάγων μετά την 1-3-2004 αμειβόταν με σταθερές μηνιαίες αποδοχές (300€) και όχι ανάλογα με την ύλη που ετοίμαζε, (β) κάθε καλοκαίρι του χορηγείτο άδεια αναψυχής και (γ) το όνομά του εμφανιζόταν δίπλα στο όνομα και την φωτογραφία άλλων συντακτών της εφημερίδας, η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, υπό τις οποίες λειτούργησε, είναι εξαρχής αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή της σύμβασης έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό της ως σύμβασης έργου που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στην από 1-3-2004 έγγραφη συμφωνία τους, τα παραπάνω δε δεν αναιρούνται και δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι ο ενάγων εξέδιδε δελτίο παροχής υπηρεσιών για τους καταβαλλομένους σ' αυτόν μισθούς, αφού αυτό γινόταν για φορολογικούς και μόνο λόγους που αφορούσαν και τους δύο διαδίκους, ούτε από το γεγονός ότι η εναγομένη κατέθεσε την από 1-3-2004 σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας κατ' άρθ. 1 παρ. 1 ν. 2639/1998, καθόσον ο ενάγων, κατά τα προαναφερθέντα, ανέτρεψε, το σχετικό μαχητό τεκμήριο, ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω και την καθιερουμένη με την 34/1964 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών διάκριση, η φύση των παρεχομένων υπηρεσιών του ενάγοντος ήταν αυτή του εσωτερικού και όχι του εξωτερικού συντάκτη, καθόσον αυτός καθημερινά προσερχόταν στα γραφεία της εναγομένης σε συγκεκριμένο ωράριο για να επιμεληθεί την σύνταξη των κειμένων του, έχοντας προηγουμένως συγκεντρώσει από το γραφείο τις απαραίτητες πληροφορίες είτε τηλεφωνικά είτε από το διαδίκτυο είτε μέσω άλλων συναδέλφων του, τα οποία (κείμενα), αφού εγκρίνονταν από τον διευθυντή των γραφείων της ..., αποστέλλονταν στην ....

προς δημοσίευση, ενώ εξάλλου σπάνια εξήρχετο του γραφείου του (προς εργασία) και μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ύστερ' από εντολή του διευθυντή του για να λάβει συνεντεύξεις ή να κάνει κάποιο "ρεπορτάζ", αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις επέστρεφε στο γραφείο του, όπου συνέτασσε τα σχετικά κείμενα προς δημοσίευση, και επίσης εκτελούσε "βάρδιες" εντός των γραφείων γεγονός που δεν συμβαδίζει με την ιδιότητα του εξωτερικού συντάκτη, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, σύμφωνα με τους οποίους (α) ο ενάγων αρχικά προσέφερε σ' αυτήν εθελοντική εργασία (από 15-5-2002 έως 28-2-2004) και στην συνέχεια συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου και (β) η εργασία που παρείχε ο ενάγων ήταν αυτή του εξωτερικού συντάκτη και με βάση τις νόμιμες αποδοχές αυτού έπρεπε να υπολογισθούν οι ζητούμενες διαφορές αποδοχών κ.λπ., και στην συνέχεια κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ενμέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εναγομένη να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 35.708,05 ευρώ για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας και προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τις Κυριακές, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί ειδικότερες διακρίσεις.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις (α) των άρθ. 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 ως προς τον χαρακτηρισμό της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας και (β) της 34/1964 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και των από 15-4-2002, 14-5-2003 και 29-7-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της ΕΣΗΕΑ που απασχολούνται σε εφημερίδες μέλη της ΕΙΗΕΑ", που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές ως άνω, αφού υπό τα γενόμενα ως άνω δεκτά με την προσβαλλομένη απόφασή του πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν πλήρεις, σαφείς και.

χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, πραγματικά οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου) και ο ενάγων είχε την ιδιότητα του εσωτερικού (και όχι του εξωτερικού) συντάκτη. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη τους από τους αριθμούς 1 και. 19 αντίστοιχα του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δικαστική ομολογία του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που αυτός είχεν επικαλεσθεί νόμιμα, η οποία σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, υπάρχει δε ως αποδεικτικό μέσο, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια γι' αυτόν που ομολογεί.

Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα απ' αυτήν ομολογία του αναιρεσιβλήτου για την ιδιότητά του ως εξωτερικού και όχι εσωτερικού συντάκτη, που περιέχεται στην αγωγή του, στην οποία εκθέτει ως προς τις υπηρεσίες που παρείχε στην εκδιδομένη από την αναιρεσείουσα εφημερίδα, ότι "ειδικότερα πραγματοποιούσα το καθημερινό ρεπορτάζ των ομάδων που συμμετείχαν στα ανωτέρω πρωταθλήματα, ήτοι συγκέντρωνα τα αποτελέσματα της κάθε αγωνιστικής, έκανα σχολιασμό των αγώνων, παρουσίαζα τα νέα των ομάδων κατά την διάρκεια της εβδομάδας, ελάμβανα συνεντεύξεις από αθλητές, προπονητές και παράγοντες των ομάδων, ενώ παράλληλα παρουσίαζα και διάφορα θέματα του ελεύθερου ρεπορτάζ".

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η φερομένη ως μη ληφθείσα υπόψη ομολογία δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, καθόσον τα παραπάνω, που αποτελούν και βάση της αγωγής του, δεν προσδίδουν σ' αυτόν, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, την ιδιότητα του εξωτερικού συντάκτη, εφόσον μάλιστα δεν αναφέρεται σ' αυτήν και ότι τις υπηρεσίες αυτές παρείχε ο ενάγων κυρίως εκτός των γραφείων της εφημερίδας της εναγομένης.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, καθώς και η υπέρ αυτής ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση, χωρίς να καταδικασθεί η προσθέτως παρεμβάσα στα δικαστικά έξοδα του καθού η πρόσθετη παρέμβαση αναιρεσιβλήτου, αφού σ' αυτόν δεν προκλήθηκε πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την παρέμβαση αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Sport (Σπορ) Plus Ανώνυμη Εκδοτική Εταιρεία", καθώς και την υπέρ αυτής πρόσθετη παρέμβαση της Οργάνωσης "Ένωσις Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών", για αναίρεση της 3123/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ