Legislator Case Law & Legislation
1508/2008 AI generated

1508/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1508/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1751/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1124/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2005 αίτησή της και τους από 3/8/2007 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1508/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το έκτακτο προσωπικό είναι αυτό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης και μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 4 του Κανονισμού να ενταχθεί, μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό, με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από διατύπωση γνώμης του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως.

Keywords

AI generated
access to a profession exclusion from public-sector employment redundancy reintegration into employment work permit right to work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1508 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1508/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο οποίος ανακάλεσε την από 7/3/2008 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1751/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1124/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2005 αίτησή της και τους από 3/8/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 9/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (Κ.Κ.Π. -ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 Ε.Σ.Σ.Ε. προσωπικού ΔΕΗ, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τ. Β' 1274/25-10-1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει, έτσι, ισχύ ουσιαστικού νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας προσωπικού της ΔΕΗ.

Στο άρθρο 2 του εν λόγω Κανονισμού ορίζεται ότι το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό είναι αυτό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του άνω Κανονισμού, μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, που καθορίζεται στο άρθρο 34.

Το έκτακτο προσωπικό είναι αυτό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης και μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 4 του Κανονισμού να ενταχθεί, μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό, με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από διατύπωση γνώμης του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως.

Το άρθρο 5 του Κανονισμού ορίζει ότι κανένας δεν προσλαμβάνει απευθείας ως τακτικός και ότι η πρόσληψη του εκτάκτου γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί ν' ανανεωθεί μέχρι να συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πέντε ετών, μέσα στο οποίο μπορεί να γίνει η ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο έκτακτο προσωπικό.

Περαιτέρω το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού, το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια Α', Β', 1 έως και 14 και η κατάταξη αυτή αποτελεί αποκλειστικώς μισθολογική διαβάθμιση του προσωπικού, η οποία δεν παρέχει στο ίδιο δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ.

Επίσης το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, κατά το άρθρο 4 του Κανονισμού, κατατάσσεται σε κλάδους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορεί, επίσης, να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Ο κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσεως.

Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχόλησης αυτού και ορίζονται σε κλάδους α) στελεχών γενικών θέσεων (Γ), β) τεχνικών (Τ), γ) διοικητικό - οικονομικών (Δ-Ο), δ) δικηγόρων (Ν), ε) υγειονομικών (Υ) και στ) μισθωτών γενικών υπηρεσιών (ΓΥ). Ο κλάδος διοικητικοοικονομικού προσωπικού περιλαμβάνει δύο κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες ΔΟ1 και ΔΟ2.

Στην κατηγορία ΔΟ2 (λοιπών μη πτυχιούχων διοικητικοινομικών) εντάσσονται είτε υπάλληλοι που έχουν ενδεικτικό Γ. τάξεως εξατάξιας σχολής μέσης εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με πρόσθετο απαιτούμενο για την άσκηση της οικείας ειδικότητας προσόν και εξελίσσονται σε πέντε βαθμίδες (από την Ε' μέχρι την καταληκτική α') στις οποίες αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 4 έως και 12, με εισαγωγικό το τελευταίο.

Ο κλάδος μισθωτών γενικών υπηρεσιών περιλαμβάνει πέντε κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες ΓΥ1 έως ΓΥ5. Στην κατηγορία ΓΥ5 (εργάτες εν γένει) εντάσσονται πρόσωπα που έχουν απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου σε συνδυασμό ενδεχομένως, με απαιτούμενη συναφή προς την οικεία ειδικότητα εμπειρία και εξελίσσονται σε δύο βαθμίδες (από τη β' μέχρι την καταληκτική α').

Στη βαθμίδα β' αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 10, 11, 12 και 13 με εισαγωγικό το τελευταίο και στη βαθμίδα α' αντιστοιχεί το μισθολογικό κλιμάκιο 9. Με το προαναφερόμενο άρθρο 5 του Κανονισμού ορίζεται και ότι η ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του Διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΗ, ύστερα από εισήγηση του Διοικητή αποφασίζει για ένταξη τακτικών μισθών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας.

Κατά το άρθρο 6 του Κ.Κ.Π.- ΔΕΗ ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού που προηγήθηκε της ένταξης στο τακτικό προσωπικό, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο, ο οποίος κατά το άρθρο 22 απαιτείται για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή [για την οποία (προαγωγή) απαιτείται τριετής υπηρεσία] θεωρούμενος (ο άνω χρόνος) ότι διανύθηκε στο μισθολογικό κλιμάκιο της ένταξης.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η ένταξη, το πρώτον, έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ δε συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και επομένως ούτε η απόφαση του αρμόδιου για την ένταξη οργάνου αποτελεί ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρεώσεως πρόσληψης του εντασσομένου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και κατάταξης αυτού στον οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, που είναι εκ των προτέρων από τον Κανονισμό δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο, με βάση τα τυπικά προσόντα του. 'Ετσι το δικαίωμα του έκτακτου μισθωτού να ενταχθεί, κατά τους όρους του Κ.Κ.Π.-ΔΕΗ και με βάση τα τυπικά προσόντα του στην κατηγορία αποτελεί ενοχικό δικαίωμά του, που πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό.

Εντεύθεν, λοιπόν, θεμελιώνεται αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της αναιρεσείουσας ΔΕΗ προς ένταξη του έκτακτου προσωπικού της στην κατηγορία του τακτικού, στην οποία τούτο δικαιούται να ενταχθεί με βάση τον Κανονισμό και συνεπώς η μη εκπλήρωση από την αναιρεσείουσα ΔΕΗ της υποχρέωσής της αυτής, είτε με τη μη ένταξη, είτε με ένταξη σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη στην οποία δικαιούται να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσής της.

Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και τις διατάξεις του Ε' κεφαλαίου και ιδίως του άρθρου 22 της ανωτέρω από 4-10-1973 Ε.Σ.Σ.Ε., προκύπτει ότι κατά τις μισθολογικές προαγωγές καθώς και κατά τις προαγωγές σε ανώτερη βαθμίδα των μισθωτών - υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ναι μεν υφίσταται υποχρέωση της τελευταίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς προαγωγή, να προβεί, με τα αρμόδια όργανά της και κατά την καθοριζόμενη διαδικασία στη μισθολογική προαγωγή των μισθωτών υπαλλήλων της ή στην προαγωγή αυτών σε ανώτερη βαθμίδα, υποχρέωση η οποία πηγάζει από την υφιστάμενη μεταξύ αυτής και των μισθωτών της ατομική σύμβαση εργασίας και τον Κ.Κ.Π., ο οποίος, έχοντας ισχύ νόμου, συμπληρώνει την ατομική σύμβαση, πλην όμως, κατά τις ανωτέρω προαγωγές των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ασκείται συγχρόνως δικαίωμα, κατά την ελεύθερη κρίση των αρμόδιων οργάνων της προς πραγματοποίηση των προαγωγών αυτών. 'Ετσι όταν παραλείπεται από την προαγωγή (μισθολογική ή σε ανώτερη βαθμίδα) υπάλληλος της αναιρεσείουσας, ο οποίος έχει τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τότε υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, που συνιστά αδικοπραξία και θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων τούτων με εκείνες των άρθρων 247, 251 και 937 ΑΚ προκύπτ3ει ότι κάθε αξίωση του υπαλλήλου, ο οποίος, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει προαχθεί, είτε η αξίωση αυτή αναφέρεται στην προαγωγή από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης, για την από την παρανομία θετική ή αποθετική ζημία του, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία αρχίζει, για όλες τις ζημίες (παρούσες ή μέλλουσες, αν είναι προβλεπτές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους) από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Για την περίπτωση επέλευσης της εν λόγω παραγραφής το άρθρο 938 ΑΚ ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ν' αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο αδικήσας υποχρεούται ν' αποδώσει στον αδικηθέντα την ωφέλεια που απέκτησε από την αδικοπραξία, δηλαδή από την τέλεση αυτής και όχι ότι ωφελήθηκε αυτός συνεπεία της επελθούσας παραγραφής.

Τέτοια ωφέλεια υπάρχει και όταν εξοικονόμησε από την αδικοπραξία δαπάνη στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία και όχι μόνο όταν στον αδικοπραγήσαντα περιήλθε ορισμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος, προς απόδοση τούτο (Ολ. ΑΠ 427/1964 ΝοΒ 12/1023). Και τούτο διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ είναι ν' αποδώσει ο αδικήσας στον αδικηθέντα, μέχρι του ποσού της ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία, την αντίστοιχη ωφέλεια που απέκτησε από αυτήν, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια επί ζημία του αδικηθέντος. 'Ετσι όταν τ' αρμόδια όργανα νομικού προσώπου παρά το νόμο και τον διέποντα το νομικό πρόσωπο Κανονισμό δεν εκδίδουν την προβλεπόμενη και αναγκαία απόφαση για να λάβει ο υπάλληλος τις βαθμολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις που δικαιούται και η αξίωση από την αδικοπραξία αυτή έχει παραγραφεί, τότε το νομικό πρόσωπο υποχρεούται από τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ ν' αποδώσει στον υπάλληλο την ωφέλεια από την παράνομη αυτή πράξη των οργάνων του.

Ωφέλεια που πρέπει ν' αποδοθεί αποτελεί, στην περίπτωση αυτή, το ποσό που θα κατέβαλε για μισθολογικές διαφορές στον υπάλληλο αν δεν πραγματωνόταν η αδικοπραξία, τις οποίες και εξοικονόμησε με αντίστοιχη ζημία του υπαλλήλου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα :

Ο ενάγων - αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη - αναιρεσείουσα ΔΕΗ από 23-11-1977 και μετά με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας δίμηνης διάρκειας της κάθε μιας, ως εργάτης, με αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου 13. Όμως στην πραγματικότητα αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, εργαζόμενος στο αρχείο στο κεντρικό ταμείο και στο λογιστήριο, δηλαδή σε τμήματα εξυπηρέτησης πελατών της αναιρεσείουσας.

Κατά την πρόσληψή του κατέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία της αναιρεσείουσας (λογιστήριο) το απολυτήριο λυκείου που είχε αποκτήσει και τον Ιούνιο του έτους 1979 κατέθεσε το πτυχίο Εργοδηγού - Χημικού. Από το Φεβρουάριο του έτους 1980 μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1982 υπηρέτησε τη θητεία στον Ελληνικό Στρατό. Μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων επαναπροσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, όπως και προηγουμένως, μολονότι στη σύμβαση αναγραφόταν ότι προσλαμβάνεται ως εργάτης.

Στις 3-8-1987 υπέγραψε με το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας τροποποιητική σύμβαση, με έναρξη ισχύος από 16-2-1987 κατάληξη την 15-2-1988, με την ιδιότητα του διοικητικού οικονομικού υπαλλήλου, με μισθολογικό κλιμάκιο 12. Στην συνέχεια -υπέγραψε νέα σύμβαση εργασίας, διάρκειας από 18-2-1988 μέχρι 15-2-1989, με την ιδιότητα του λοιπού διοικητικοοικονομικού υπαλλήλου, ενώ στις 31-8-1988 του κοινοποιήθηκε το 58741/23-8-1988 έγγραφο του διευθυντή προσωπικού της αναιρεσείουσας, με το οποίο γινόταν γνωστό σ' αυτόν ότι με την 782/25-7-1988 εγκριτική απόφαση της Διοίκησης και μετά από την 1-7-1988 γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως, αποφασίστηκε η ένταξη του από 1-8-1988 στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσείουσας, με την ειδικότητα του ΔΟ2/Α- Διοικητικοοικονομικοί Επιμελητές και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12, με ημερομηνία προαγωγής του την 3-8-1990.

Ο αναιρεσίβλητος υπέγραψε τη σχετική δήλωση προσχώρησης στον κανονισμού προσωπικού της ΔΕΗ και έκτοτε έχει ενταχθεί στο τακτικό μόνιμο προσωπικό της. Στις 20-9-1988 κατέθεσε την 2270/20-9-1988 προσφυγή, όπως είχε δικαίωμα (άρθρο 12 του ΚΚΠ/ΔΕΗ) ενώπιον του δευτεροβάθμιου συμβουλίου κρίσεως, με την οποία ζήτησε ν' αναγνωριστεί η ένταξη του στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 από 4-8-1986 και επόμενη προαγωγή του να γίνει την 4-8-1989, αντί της 3-8-1990, που είχε ήδη αποφασιστεί.

Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο απάντησε αρνητικά στο ανώτερο αίτημα του αναιρεσίβλητου, απορρίπτοντας την προσφυγή του, παρά του ότι ο ενάγων απασχολείται στον ΤΗΚ της Κεντρικής Θεσσαλονίκης με καθήκοντα διοικητικοοικονομικού υπαλλήλου από 4-8-1988. Και το ανωτέρω δευτεροβάθμιο όργανο εγνώριζε ότι τέτοια καθήκοντα ασκούσε ο αναιρεσίβλητος από 16-8-1982 κατά τρόπο μόνιμο και όχι ευκαιριακό, προσφέροντας συγκεκριμένα, τις υπηρεσίες του από το έτος 1982 μέχρι το τέλος 1985 ως τηλεφωνητής, στη λήψη τηλεφωνικών κλήσεων πελατών της αναιρεσείουσας στην περιοχή της Κεντρικής Θεσσαλονίκης, για βλάβες στο δίκτυό της, από τις αρχές του έτους 1986 μέχρι τον Ιούνιο του 1992 παρείχε τις υπηρεσίες του στο λογιστήριο του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας στην Κεντρική Θεσσαλονίκη και από τον Ιούλιο του 1992 μέχρι την άσκηση της αγωγής εργαζόταν στο πρακτορείο (εμπορική υπηρεσία) που διατηρεί η αναιρεσείουσα στην περιοχή του Λευκού Πύργου Θεσσαλονίκης.

Η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσείουσας συνιστά αδικαιολόγητη άρνησή της να εντάξει τον αναιρεσίβλητο από 16-8-1982 στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της κατηγορίας ΔΟ2 και να προβεί ακολούθως στη μισθολογική αναθεώρηση της εξέλιξής του, ασκώντας καταχρηστικώς (ΑΚ 281) το διευθυντικό της δικαίωμα. 'Ετσι, συνεχίζει το Εφετείο, μετά την υπαγωγή του αναιρεσιβλήτου από 16-8-1982 στο μισθολογικό κλιμάκιο 12, με βάση τα προσόντα του, θα πρέπει αυτός να προαχθεί, μετά την πάροδο κάθε τριετίας στο κατεχόμενο κλιμάκιο, στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και συγκεκριμένα θα πρέπει να προαχθεί την 16-8-1985 στο μ.κ. 11, την 16-8-1988 στο μ.κ. 10, την 16-8-1991 στο μ.κ. 9, την 1-10-1991 στο μ.κ. 7, σύμφωνα με την από 28-2-1990 Ε.Σ.Σ.Ε.

Προσωπικού ΔΕΗ, με την οποία χορηγήθηκαν στους κατόχου πτυχίου μέση εκπαίδευσης δύο μ.κ., στο κατεχόμενο μ.κ. κατά την ολοκλήρωση της ανακλιμάκωσης την 1-10-1991, την 16-8-1994 στο μ.κ. 6, την 16-8-1997 στο μισθολογικό κλιμάκιο 5, ώστε κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής θα έπρεπε να κατέχει το μ.κ. 5 και όχι το 7, στο οποίο παράνομα τον έχει κατατάξει η αναιρεσείουσα.

Για τις επίδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, που ζημιώθηκε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας και για τις οποίες παρήλθε η 5ετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις των άρθρων 904, 911 αρ. 2 και 938 ΑΚ, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, από τις οποίες η αξίωση υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 949 ΑΚ, με εναρκτήριο σημείο τον χρόνο που αποκτήθηκε ο πλουτισμός και συνέτρεξαν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 του ίδιου Κώδικα και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους.

Κατόπιν των ανωτέρω ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 16-8-1982 μέχρι 30-6-2002, την απόδοση της ωφέλειας, η οποία συνίσταται στις μισθολογικές διαφορές αναλογία δώρων εορτών και επιδομάτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επιδίκασε υπέρ του αναιρεσιβλήτου τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, για τις διαφορές των αποδοχών και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι τα όργανα της αναιρεσείουσας ΔΕΗ ΑΕ παρά το νόμο παρέλειψαν να εντάξουν τον αναιρεσίβλητο στο τακτικό προσωπικό, στην κατηγορία ΔΟ2 και στο κλιμάκιο 12 από 16-8-1982 και στη συνέχεια, ανά τριετία, στα επόμενα κλιμάκια της κατηγορίας αυτής, παρά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προς τούτο και την πράγματι παρεχόμενη από αυτόν εργασία, προκαλώντας έτσι στον αναιρεσίβλητο ζημία αναγόμενη στις μισθολογικές διαφορές των κλιμακίων και ότι, ενόψει ότι οι αξιώσεις του τελευταίου για ένταξη στο τακτικό προσωπικό, ως άνω, και για τις μισθολογικές διαφορές υπέκυψαν στην 5ετή παραγραφή, του άρθρου 937 ΑΚ, η αναιρεσείουσα ωφελήθηκε από την εξοικονόμηση της δαπάνης στην οποία θα προέβαινε, καταβάλλοντας μισθό τακτικού υπαλλήλου στον αναιρεσίβλητο, την οποία όμως δαπάνη απέφυγε εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 281, 904, 914, 937 και 938 ΑΚ (με το να την εφαρμόσει) και 287 ΑΚ (με το να μη την εφαρμόσει).

Και τούτο διότι η μη ικανοποίηση της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, που προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα ως έκτακτος, να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό της και δη στο αρχικό κλιμάκιο της ΔΟ2 κατηγορίας, δεν αποτελούσε, κατά τις άνω παραδοχές του Εφετείου, αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας, αλλά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσής της.

Τούτο σημαίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού είτε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 938, είτε χωρίς αυτές αυτοτελώς ούτε για τη μη ένταξη του αναιρεσιβλήτου στο αρχικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού ούτε και μετά την ένταξη στο τακτικό προσωπικό κατά το έτος 1988, αφού η μετά την ένταξη κατάληψη, κατά τις παραδοχές, των κλιμακίων ανά τριετία, έχει ως βάση την 16-8-1982, που φέρεται ότι αδικοπράγησαν τα όργανα της αναιρεσείουσας.

Επομένως οι τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος και ο τέταρτος λόγος, περίπτωση Β' από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός αν αυτός συμφωνηθεί ή ζητηθεί με καταψηφηστική αγωγή από το δανειστή. Και στις δύο περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης.

Αίτημα της αγωγή με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Εξάλλου, από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 525 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται στη δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν με τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες απαιτήσεις, που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ως παρεπόμενη απαίτηση νοείται εκείνη που αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα της απαίτησης, της οποίας επίκληση είχε γίνει στο δικόγραφο της αγωγής, η οποία αποτελεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋπόθεση για τη γέννεση της πρώτης. Με την έννοια αυτή, παρεπόμενη είναι, μεταξύ άλλων, και η απαίτηση για τόκους του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή, όχι όμως και η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού καθυστερουμένων τόκων, αφού τούτο δεν αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα της εκ του κεφαλαίου απαίτησης και των τόκων αυτής.

Ο τόκος τόκων αποτελεί παρεπόμενο μιας νέας απαίτησης, την οποία απαρτίζουν οι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους και εφόσον δεν έχουν συμφωνηθεί τέτοιοι τόκοι, μπορούν να ζητηθούν μόνο με αγωγή, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτή αναγκαία προϋπόθεση για τη γέννεσή τους. Επομένως, εφόσον για τη γέννεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η άσκηση της κύριας αγωγής, για την καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου με το νόμιμο τόκο (ενώ αρκεί η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γέννεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού), αλλά απαιτείται (αν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού) η άσκηση ξεχωριστής αγωγής με την οποία να ζητούνται τόκοι τόκων με τη συνδρομή των προϋποθέσεων, που αναφέρθηκαν, το αίτημα για την καταβολή τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαίτησης, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις (Ολ.

Απ 10/2007). Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τ' ακόλουθα : Ο αναιρεσίβλητος (εκκαλών) με τις προτάσεις του που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής την 4-4-2003, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς ζήτησε, όπως το αίτημά του εκτιμάται, να του επιδικαστούν οι τόκοι των καθυστερούμενων τόκων υπερημερίας επί των κάθε μορφής αποδοχών υπερημερίας, που ζητήθηκαν με την αγωγή.

Το αίτημα αυτό είναι νόμιμο, αφού από τότε που γεννήθηκαν οι τόκοι υπερημερίας και μέχρι την υποβολή του αιτήματος για ανατοκισμό που παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους. Περαιτέρω στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικού με το αίτημα ανατοκισμού διαλαμβάνονται τα εξής: Υποχρεώνει την εναγόμενη (δηλαδή στην αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον ενάγοντα (δηλαδή στον αναιρεσίβλητο) α) το ποσό των 14.428,69 ευρώ από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα έως την εξόφληση β) .......γ) τους επιδικασθέντας ως άνω τόκους επί των τόκων διαφορών των μισθολογικών διαφορών και επιδομάτων νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση αφενός παραβίασε ευθέως την άνω διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ και αφετέρου δεν κήρυξε το αίτημα ανατοκισμού που υποβλήθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου, απαράδεκτο.

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αίτησης περίπτωση Δ' και ο πρόσθετος λόγος από τους αρ.1 και 14 και του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμοι. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1124/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητo στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ