Supreme Court allows appeal against appellate court ruling for violation of corporate law articles regarding company representation scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the first ground of the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the company representative exceeded their authority by issuing a bill of exchange for a secondary claim unrelated to the main contract. The court found the appellate judgment lacked specific reasoning regarding the scope of the representative's power and the company's purpose, rendering it legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18 and 22 of the Code of Commercial Companies; The representative of a company acts as a substitute with parallel authority, and acts exceeding the scope of this authority or the company's purpose are void unless justified by specific statutory grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1508 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1508/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Στέφανο Γαβρά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Σταύρο Γαβαλά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Χ.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Χαρούλα Απαλαγάκη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-1999 ανακοπή και τους από 17-9-1999 πρόσθετους λόγους της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20748/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 3136/2001 μη οριστική και 2588/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 10-5-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' αποδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 και 3 του Κωδ.Ν. 2190/1920 προκύπτει ότι την ανώνυμη εταιρία εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως το διοικητικό συμβούλιο που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την εκπλήρωση του σκοπού της. Η οργανική αυτή εκπροσώπηση της εταιρίας μπορεί ν' ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού, είτε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτοι, είναι όργανα της εταιρίας με αντιπροσωπευτική εξουσία παράλληλη προς εκείνη του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν ως υποκατάστατα αυτού, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό (ολΑΠ 1096/1976, ΑΠ 451/2003, ΑΠ 1193/2001, ΑΠ 1215/2000, ΑΠ 169/2000, ΑΠ 677/1996).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, που αναφέρονται στην οργανική εκπροσώπηση των νομικών προσώπων γενικώς, δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το υποκατάστατο αυτό όργανο, υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του π.δ.409/1986 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 και αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 22 του Κ.Ν.2190/1920, προκειμένου να προσαρμοσθεί η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις του άρθρου 9 της Πρώτης Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ. Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ.
β΄ Κωδ.Ν2190/1920), ορίζονται τα εξής : Πράξεις του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει. Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρίας ή τις τροποποιήσεις του.
Με τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (άρθρο 22 παρ. 3 Κωδ.Ν.2190/1920) ορίζεται ότι περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αντιτάσσονται στους καλόπιστους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, κατ' απόκλιση της γενικής για τα νομικά πρόσωπα ρύθμισης των άρθρων 68 και 70 του ΑΚ, αλλά και των όσων ισχύουν για τις πράξεις του αντιπροσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 211, 229 και 231 επ.του ΑΚ, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 68 παρ. 2 του ΑΚ, καθιερώνεται ως κανόνας, ότι η ανώνυμη εταιρία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους από πράξεις των οργανικών εκπροσώπων της και επομένως και εκείνων που ορίσθηκαν ως υποκατάστατα όργανα αυτής, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του Κωδ.Ν.2190/1920, έστω και αν οι πράξεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή παραβιάζουν τους περιορισμούς που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης και κατά μείζονα λόγο του διοικητικού συμβουλίου, στην περίπτωση του υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 1353/1997).
Εξαιρετικά δεν δεσμεύεται η ανώνυμη εταιρία αν, στην περίπτωση της υπέρβασης των ορίων που θέτει ο εταιρικός σκοπός, αποδείξει ότι ο τρίτος εγνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την υπέρβαση αυτή. Επίσης και στην περίπτωση της υπέρβασης των περιορισμών που θέτουν το καταστατικό ή αποφάσεις των οργάνων της, παρότι η διάταξη αναφέρεται για δέσμευση απέναντι σε καλόπιστους τρίτους, ερμηνεία εναρμονισμένη προς το άρθρο 9 παρ.2 της Οδηγίας, που ορίζει ότι οι πράξεις αυτές μπορούν να αντιταχθούν κατά των τρίτων, χωρίς διάκριση αν αυτοί είναι οι όχι καλόπιστοι, επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι η ανώνυμη εταιρία δε δεσμεύεται από τις πράξεις αυτές μόνο αν αυτή αποδείξει ότι οι τρίτοι εγνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τους περιορισμούς αυτούς.
Αν, εξάλλου, μια πράξη εμπίπτει στα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή εάν τα υπερβαίνει, δεν κρίνεται κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά εξετάζεται αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και έμμεσα, εξυπηρετεί την οριοθετημένη επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας, εάν δηλαδή τελεί σε συνάρτηση με την όλη οικονομική της δράση, ανεξάρτητα αν υπήρξε τελικά επωφελής ή επιζήμια για την εταιρία (ΑΠ 338/1965).
Τέλος, διαφορετικό είναι το ζήτημα των πράξεων που αποτελούν υπέρβαση των εξουσιών τις οποίες ο ίδιος ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στα όργανα αυτά. Εφόσον ο νόμος θεωρεί άκυρες τέτοιες δικαιοπραξίες που συνάπτονται παρά τις νομοθετικές απαγορεύσεις, η ακυρότητά τους μπορεί να προβληθεί από την ανώνυμη εταιρία και κατά των καλόπιστων τρίτων (βλ.
άρθρο 9 παρ. 1 εδάφ. β΄ Οδηγίας 68/151). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ.1 και 17 παρ. 1γ΄ του ν.3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι μετοχές και ομολογίες ελληνικών ανώνυμων εταιριών, που έχουν καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο δέκα εκατομμυρίων δραχμών, στο δε άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988 ορίζεται ότι «Χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο :
α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για τα χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες....γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων». Τέτοια συναφής δικαιοπραξία είναι και η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εντολή και η οποία έχει αντικείμενο την ανάληψη από το χρηματιστή υποχρέωσης να εκτελέσει την εντολή του πελάτη του για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων, όπως μετοχών, με αντίστοιχη υποχρέωση του πελάτη να καταβάλει στο χρηματιστή την αμοιβή του (προμήθεια) για τη διεκπεραίωση της χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Το οριζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2632/1918, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 1914/1990, σε συνδυασμό με την ΥΑ 4-2005/Β/1570 (ΦΕΚ Β΄ 1141/1996) ότι επί αγοραπωλησίας τοις μετρητοίς η παράδοση του πράγματος και η πληρωμή του τιμήματος γίνονται μέσα στις δύο και από την 20-12-1996 στις τρεις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την ημέρα της κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, αφορά μόνο τις σχέσεις των αντισυμβαλλόμενων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση χρηματιστών και όχι τις σχέσεις μεταξύ του χρηματιστή και του παραγγελέα πελάτη από τη σύμβαση παραγγελίας, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να συμφωνήσουν εγκύρως ότι οι υποχρεώσεις τους αυτές, δηλαδή η εξωχρηματιστηριακή εκούσια εκκαθάριση θα εκτελεστούν είτε πριν είτε μετά από την παραπάνω προθεσμία (ΑΠ 1490/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες και ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, προσδίδοντας σε αυτό ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : Κατά το έτος 1990 ιδρύθηκε νομίμως και έκτοτε λειτουργεί, με έδρα την Αθήνα, η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ».
Σκοπός της εταιρίας, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 3 παρ.1 του ν.1806/1988) και το καταστατικό της (άρθρο 2), «είναι αποκλειστικά και μόνο η διεξαγωγή όλων των χρηματιστηριακών συναλλαγών και η σύναψη όλων των χρηματιστηριακών συμβάσεων, που καθορίζονται στο κεφ. Ε΄ του ν.1806/1988». Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, η εταιρία έχει τη δυνατότητα να ιδρύει υποκαταστήματα και σε άλλες πόλεις.
Η εκπροσώπηση της εταιρίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο μπορεί να αναθέτει την άσκησή της σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη αυτού ή όχι.... Κατά το έτος 1994 η εταιρία δημιούργησε νομίμως δύο υποκαταστήματα στη ..., στο ένα από τα οποία, που λειτούργησε στην οδό ... τοποθετήθηκε ως διευθυντής ο υπάλληλος της εταιρίας (και μικρός μέτοχος, ως κατέχων 400 από τις 20.000 μετοχές αυτής),Ψ.
Σε αυτόν παραχωρήθηκε η εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας, με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία, σε όλες τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο σκοπό της εταιρίας και αποτελούν δραστηριότητα του συγκεκριμένου υποκαταστήματος (βλ. την 528/5-8-1994 απόφαση της Επιτροπής κεφαλαιαγοράς και το από 24-11-1994 πρακτικό συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας).
Περί τα τέλη Μαΐου ή τις αρχές Ιουνίου του έτους 1999, δημιουργήθηκαν έντονες φήμες για κακοδιαχείριση στις συναλλαγές της εταιρίας με αριθμό πελατών του υποκαταστήματος που διηύθυνε οΨ. Οι φήμες αυτές είχαν διπλό περιεχόμενο. Αφενός, αναφέρονταν στο ότι οΨ, με την ιδιότητα που είχε ως εκπρόσωπος της εταιρίας για τις ανάγκες του υποκαταστήματος της οδού ..., ενώ είχε λάβει από κάποιους πελάτες χρήματα, με την εντολή να τα επενδύσει στο Χρηματιστήριο, αγοράζοντας συγκεκριμένες μετοχές για λογαριασμό τους, παρέλειψε την εκτέλεση της εντολής και ιδιοποιήθηκε τα καταβληθέντα ποσά, τα οποία δεν εισήγαγε στο ταμείο της εταιρίας.
Και αφετέρου, αναφέρονταν στο ότι ο ίδιος, με την ως άνω ιδιότητα, ενώ είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλάκιου (δηλαδή των τίτλων, μετοχών κ.λ.π.) κάποιων άλλων πελατών , το οποίο ήταν υποχρεωμένος να φυλάγει ως θεματοφύλακας (άρθρο 23 παρ.1 του ν.2396/1996, που διεύρυνε τη δραστηριότητα των χρηματιστηριακών εταιριών), προχώρησε στη ρευστοποίησή του (δηλαδή στην πώλησή του), χωρίς εντολή και γνώση των δικαιούχων και χωρίς να αποδώσει σε αυτούς το ληφθέν χρηματικό αντάλλαγμα (δηλαδή το εισπραχθέν τίμημα της πωλήσεως).
Αμέσως μετά την ανησυχία που προκλήθηκε σχετικώς, οι πελάτες, που θεώρησαν εαυτούς ως θιγόμενους από τη δραστηριότητα του Ψ, έσπευσαν στο υποκατάστημα της οδού ... και ζήτησαν την αποκατάστασή τους. Τότε οΨ, μη έχοντας τη δυνατότητα να παραδώσει στον καθένα τις μετοχές επί των οποίων εκείνος ήταν (ή έπρεπε να γίνει) δικαιούχος, εξέδωσε σε διαταγή των πελατών αυτών (οι οποίοι συνολικώς είναι εννέα (9)...) επιταγές συνολικού ποσού 8.368.000.000 δραχμών, οι οποίες σύρονται επί τραπεζικών λογαριασμών της «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΙΑΚΗ ΑΕ» και φέρουν την υπογραφή του (Ψ) κάτω από την εταιρική επωνυμία.
Η αναλογία που υπάρχει μεταξύ των αριθμών αυτών και η ευκολία με την οποία ο Ψ εξέδωσε επιταγές τέτοιου ποσού, δημιουργεί, ανεξάρτητα από τις φήμες που είχαν κυκλοφορήσει, αμφιβολίες ως προς τη σπουδαιότητα και την ποιότητα των απαιτήσεων τις οποίες φαίνεται να διαχειρίσθηκε αυτός ως αντιπρόσωπος της εταιρίας.
Μεταξύ των πελατών αυτών είναι και ο καθ' ου η ανακοπή (ήδη αναιρεσείων) Χ, ο οποίος (όπως ο ίδιος ισχυρίζεται) αναζήτησε τις μετοχές του την 24-5-1999 και αντ' αυτών (επειδή φέρεται ότι είχαν πουληθεί προηγουμένως, εν αγνοία του και με πρωτοβουλία του Ψ)έλαβε μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους 1.800.000.000 δραχμών.
Ο ίδιος, απαντώντας επί της ανακοπής, ισχυρίζεται ότι η αιτία εκδόσεως των επιταγών είναι εγγυητική, με την έννοια ότι ο Ψ υποσχέθηκε να ανακτήσει τις μετοχές υπέρ του Χκαι να παραδώσει σ' αυτόν μέσα σε ρητή προθεσμία, η οποία, ανάλογα με το είδος και την ποσότητα των μετοχών (που κατηγοριοποιήθηκαν) έληγε κατά την ημερομηνία που σημειώθηκε ως χρόνος έκδοσης εκάστης επιταγής και ότι, σε περίπτωση που αυτό δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, ο Χ θα είχε την εξουσία να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή και να εισπράξει το αναγραφόμενο ποσό, το οποίο κατ' εκτίμηση αντιστοιχούσε στην αξία που οι συγκεκριμένες μετοχές αναμενόταν να έχουν κατά την εν λόγω ημερομηνία.
Με την έφεση και με τον πρόσθετο λόγο ο ίδιος μεταβάλλει εν μέρει την απάντησή του και ισχυρίζεται ότι οι επιταγές εκδόθηκαν προς αποζημίωση αυτού, σε εκπλήρωση της συμβατικής (ή άλλως εξωσυμβατικής) ευθύνης την οποία έχει έναντι αυτού η εταιρία για τις υπαίτιες (ή και παράνομες) πράξεις του υπαλλήλου της Ψ, ο οποίος, χωρίς εντολή του Χ (κατά τους ισχυρισμούς του) ρευστοποίησε σταδιακώς το χαρτοφυλάκιό του και ιδιοποιήθηκε το εισπραχθέν τίμημα.
Μεταξύ των επιταγών τις οποίες απαίτησε και έλαβε ο Χ είναι και η επίμαχη, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Η επιταγή αυτή, ποσού 250.000.000 δραχμών, εκφράζει (κατά τους ισχυρισμούς του καθ' ου η ανακοπή) τη χρηματική αξία 10.000 μετοχών της Τράπεζας Εργασίας, οι οποίες είχαν αγορασθεί κατ' εντολή του στο παρελθόν (1000 μετοχές), την 28-4-1998 (5250 μετοχές) και την 6-5-1998 (3750 μετοχές), είχαν παραδοθεί από αυτόν προς φύλαξη στο υπολατάστημα της οδού ..., αλλά είχαν πουληθεί εν αγνοία του στη συνέχεια, την 7-5-1998 (5500 μετοχές), την 8-5-1998 (5250 μετοχές) και την 21-1-1999 (1000 μετοχές) από το Ψ, χωρίς εντολή του Χ και χωρίς να αποδοθεί προς αυτόν το εισπραχθέν τίμημα.
Για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής εκτιμήθηκε ότι η αξία της μετοχής κατά την 24-5-1999 ήταν 23.450 δραχμές και πιθανολογήθηκε ότι κατά την 30-5-1999, ημέρα η οποία σημειώθηκε ως χρόνος εκδόσεως της (μεταχρονολογημένης) επιταγής, η αξία της μετοχής θα ήταν 25.000 δραχμές. Έτσι, με την έκδοση της επιταγής, ο Ψ φέρεται ότι εξασφάλισε για τις συγκεκριμένες μετοχές και υπέρ του Χ εγγυημένη απόδοση ύψους 14.600.000 δραχμών.
Η αγορά και η πώληση των μετοχών αυτών αποδεικνύεται από τα αντίστοιχα πινακίδια εκτελέσεως εντολής και από τις σχετικές εγγραφές στη χρηματική καρτέλα του Χ, πελάτη με κωδικό αριθμό 16540, η οποία έχει εξαχθεί από το μηχανογραφικό σύστημα της «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ» και επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία που χορήγησε επίσημα το «Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ΑΕ» (ΧΑΑ).
Ο Χ, ηλικίας περίπου 60 ετών, είναι παλιός έμπορος, διαθέτει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και επιχειρηματική εμπειρία και άρχισε τις δοσοληψίες με την «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ» περί τα τέλη του έτους 1996, επενδύοντας ένα μέρος της περιουσίας του μέσω του υποκαταστήματος που διεύθυνε οΨ. Ήταν ένας από τους καλούς και μεγάλους πελάτες του υποκαταστήματος και εύρισκε ιδιαίτερη μεταχείριση σε αυτό, συναλλασσόμενος αποκλειστικά με το διευθυντή Ψκαι επισκεπτόμενος σχεδόν κάθε μέρα τους χώρους του υποκαταστήματος, για να παρακολουθεί από κοντά την πορεία των μετοχών του...Οι συναλλαγές του απεικονίζονται αναλυτικώς στην ως άνω χρηματική καρτέλα, η οποία καλύπτει το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 και μετέπειτα, εμφανίζει την εικόνα ενός αλληλόχρεου λογαριασμού χρεώσεων (όπου καταχωρούνται οι οφειλές του Χ προς την εταιρία από την εκτέλεση των εντολών του για την αγορά μετοχών και οι προς αυτόν καταβολές μετρητών ή επιταγών) και πιστώσεων (όπου καταχωρούνται οι οφειλές της εταιρίας προς το Χ, από την εκτέλεση των εντολών του για την πώληση μετοχών και οι προς αυτήν καταβολές μετρητών ή επιταγών) και μηδενίζεται κατά την 4-5-1999 (με σύνολο χρεώσεων 4.331.766.122 δραχμών και ταυτάριθμο σύνολο πιστώσεων), χωρίς έκτοτε να παρουσιάσει οποιαδήποτε κίνηση...
Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του Χ, κατά την (πραγματική) ημέρα έκδοσης της επίμαχης επιταγής (24-5-1999) δεν υπήρχε οφειλή στην «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ» προς αυτόν.
Συνεπώς, η επιταγή δεν απεικονίζει την καταβολή τιμήματος από την πώληση μετοχών του καθ' ου η ανακοπή στο Χρηματιστήριο, αφού η ανακόπτουσα δεν είχε λάβει τέτοια εντολή την ημέρα εκείνη (ούτε τις προηγούμενες, αναδρομικώς μέχρι την 4-5-1999, που είχε μηδενισθεί ο λογαριασμός στη χρηματική καρτέλα) και αφού η εκκαθάριση των χρηματιστηριακών πωλήσεων πρέπει κατά νόμο (άρθρο 20 παρ.1 του ν.1806/1988) να γίνεται τοις μετρητοίς.
Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, το περιστατικό αυτό ο Χ ισχυρίζεται ότι η επιταγή εκδόθηκε ως εγγύηση για την εκ μέρους του Ψ ανάκτηση και παράδοση, μέχρι την 30-5-1999, των 10.000 μετοχών της Εθνικής Τράπεζας, που είχαν πουληθεί χωρίς εντολή του. Μια τέτοια δικαιοπραξία, όμως, ακόμη και αν πράγματι συνέβη, δεν αποτελεί νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή, γιατί, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του ν. 1806/1988 δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως πώληση τοις μετρητοίς, ούτε ως αγορά με την ειδική συμφωνία της παράδοσης των τίτλων μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας (διότι στην περίπτωση αυτή το τίμημα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα τιμή της ημέρας αγοράς και όχι την πιθανή τιμή της ημέρας της παραδόσεως), ούτε ως ετέρα συναφής δικαιοπραξία (διότι η συνομολόγηση εγγυημένης απόδοσης των μετοχών δεν προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία).
Κατά συνέπεια, ο Ψ δεν είχε την εξουσία να εκδώσει, ως αντιπρόσωπος της «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ», επιταγή (και μάλιστα μεταχρονολογημένη), η οποία δεν αποτελούσε καταβολή τιμήματος πωλήσεως μετοχών ή συναφή πράξη, αλλά εγγύηση μελλοντικής παραδόσεως τίτλων με εξασφαλισμένη απόδοση. Η επίμαχη επιταγή εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας προς αντιπροσώπευση και ο καθ΄ ου η ανακοπή, ως λήπτης της επιταγής, γνώριζε την υπέρβαση αυτή, αφού ο ίδιος προσδιορίζει την ως άνω συμφωνία ως αιτία εκδόσεως της επιταγής...
Στην πραγματικότητα, η σύνδεση της επίμαχης επιταγής με την αξία των 10.000 μετοχών της Εθνικής Τράπεζας, που φέρεται ότι πουλήθηκαν χωρίς εντολή του Χ, γίνεται από αυτόν προσχηματικά, απλά και μόνο ως απρόσφορη προσπάθεια να θεμελιωθεί νόμιμη αιτία εκδόσεως της επιταγής από το Ψ μέσα στα όρια (δήθεν) της αντιπροσωπευτικής εξουσίας που του είχε χορηγήσει η «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ».
Ακόμη όμως και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι μετοχές αυτές πουλήθηκαν χωρίς εντολή του Χ, εν αγνοία του, με πρωτοβουλία του Ψ, ο οποίος ιδιοποιήθηκε το εισπραχθέν τίμημα, με αποτέλεσμα ο πρώτος να ζημιωθεί από υπαίτια και παράνομη πράξη του δευτέρου (είτε ως εκπροσώπου της εταιρίας στο υποκατάστημα της οδού ...
είτε ως προστηθέντος αυτής στην εκτέλεση της υπηρεσίας της) και να αποκτήσει αξίωση αποζημιώσεως έναντι της «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ», ο Ψ δεν είχε την αντιπροσωπευτική εξουσία για να διαχειρισθεί την αντίστοιχη υποχρέωση της εταιρίας και να εκδώσει επιταγή στο όνομα αυτής, για την εκπλήρωσή της. Διότι η εν λόγω υποχρέωση αποζημιώσεως (τυχόν υφισταμένη, πράγμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, το Δικαστήριο αυτό δεν παραδέχεται κατ' ουσίαν) μπορεί μεν να έχει ως αφορμή τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, το οποίο διηύθυνε οΨ, στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί δευτερογενή ευθύνη, η οποία βρίσκεται πέραν του σκοπού της εταιρίας και της οποία η αποδοχή και η οριοθέτηση ανήκει στα καταστατικά όργανα της εταιρίας και όχι στον υπάλληλο, από τις πράξεις του οποίου έχει προκληθεί.
Απομένει, βέβαια, αναπάντητο το ερώτημα ποιος, τελικά, ήταν ο λόγος που ο Ψ, λίγες μόνο ημέρες πριν από την προφυλάκισή του, εξέδωσε και παρέδωσε προς το Χ την επίμαχη επιταγή και όλες τις υπόλοιπες, συνολικού ύψους 1,8 δις. Η αλήθεια δεν φαίνεται να βρίσκεται μέσα στους ως άνω, αμυντικούς ισχυρισμούς του καθ' ου η ανακοπή.
Αυτός είχε στενή σχέση με το Ψ, παρακολουθούσε καθημερινά την πορεία του Χρηματιστηρίου και τη διάρθρωση του χαρτοφυλάκιού του και ήταν αδύνατο να μην αντιληφθεί την επικαλούμενη ρευστοποίηση χωρίς (δήθεν) δική του γνώση ή εντολή. Περισσότερο αληθοφανής είναι ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας, σύμφωνα με τον οποίο μεταξύ των δύο είχαν αναπτυχθεί άλλου είδους, μη νόμιμες, χρηματιστηριακές συναλλαγές και διακινήσεις κεφαλαίων (η ανακόπτουσα επικαλείται προσωπικές καταβολές του Ψ προς το Χ, συνολικού ποσού 770.000.000 δραχμών και τολμά να κάνει λόγο για την ανάγκη διερεύνησης μιας πιθανής προσπάθειας νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα), τις οποίες οΨ, διαβλέποντας την αποκάλυψη της έκνομης διαγωγής που είχε επιδείξει και την απώλεια της θέσης του στην εταιρία, θέλησε να «τακτοποιήσει» με τις επιταγές της «ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ».
Κάτω από τέτοιες περιστάσεις, λόγος για καλή πίστη του Χ δεν μπορεί να γίνει. Η άποψη ότι στις εν λόγω παράνομες συναλλαγές του Ψ συμμετείχαν (δήθεν) και οι καταστατικοί εκπρόσωποι της εταιρίας, φαίνεται εξαιρετικά ασθενής (παρά το γεγονός ότι έγινε αρκετές φορές αποδεκτή στην ποινική προδικασία). Και τούτο, διότι, αν αυτό ήταν αλήθεια, τα «προβλήματα» με τους πελάτες της εταιρίας δεν θα είχαν εντοπισθεί μόνο στο υποκατάστημα που διηύθυνε οΨ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που ακύρωσε την 15163/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω επιταγή, κατ' αποδοχή, ως βασίμου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, με την οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, η τελευταία ισχυρίσθηκε :
α) ανυπαρξία νόμιμης υποκείμενης αιτίας για την έκδοση της επιταγής, διότι ο εκδότης της Ψ την εξέδωσε καθ' υπέρβαση της εξουσίας εκπροσώπησης αυτής (της εκδότριας χρηματιστηριακής ανώνυμης εταιρίας), για μη χρηματιστηριακή συναλλαγή, αλλά για προσωπική εξωχρηματιστηριακή δραστηριότητά του, πράγμα που εγνώριζε ή πάντως όφειλε να γνωρίζει ο καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείων, β) έλλειψη αντιπροσωπευτικής εξουσίας του εκδότη, διότι η έκδοσή της έγινε καθ' υπέρβαση του εταιρικού σκοπού και γ) ακυρότητα της υποκείμενης αιτίας έκδοσης της επιταγής, διότι αφορά οφειλή από συναλλαγή που αντίκειται σε απαγορευτικές διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, στέρησε από νόμιμη βάση την προσβαλλόμενη απόφασή του. Ειδικότερα διέλαβε σε αυτήν αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες κατά το μέρος που δέχθηκε έλλειψη εξουσίας για την έκδοση της επιταγής από τον Ψ για λογαριασμό και στο όνομα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, παρότι, όπως επίσης δέχτηκε, σε αυτόν είχε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής και κατά πρόβλεψη από το καταστατικό της παραχωρηθεί η εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας, με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία, σε όλες τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο σκοπό της εταιρίας και αποτελούν δραστηριότητα του συγκεκριμένου υποκαταστήματος και συνεπώς είχε οργανική εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας ,ως υποκατάστατος εκπρόσωπός της και όχι ως απλώς αντιπρόσωπος, στον οποίο είχε παραχωρηθεί εξουσία αντιπροσώπευσης της εταιρίας σε συγκεκριμένες δικαιοπραξίες.
Κατά το μέρος περαιτέρω που αφορά τις παραδοχές ως προς την υποκείμενη αιτία έκδοσης της επιταγής η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και συνεπώς ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, αφού δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή αν η αιτία αυτή αφορά προσωπική οφειλή του Ψ προς τον αναιρεσείοντα ή οφειλή της αναιρεσίβλητης.
Όχι μόνο δεν προσδιορίζεται σε αυτήν η συγκεκριμένη αιτία της έκδοσής της, αλλά με τις ενδοιαστικές εκφράσεις «παραμένει αναπάντητο το ερώτημα ποιος ήταν τελικά ο λόγος που ο Ψ εξέδωσε και παρέδωσε προς τον αναιρεσείοντα την επίμαχη επιταγή..», «η αλήθεια δε φαίνεται να βρίσκεται μέσα στους άνω, αμυντικούς ισχυρισμούς, του καθ' ου η ανακοπή» και «περισσότερο αληθοφανής είναι ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας, σύμφωνα με τον οποίο μεταξύ των δύο είχαν αναπτυχθεί άλλου είδους μη νόμιμες χρηματιστηριακές συναλλαγές και διακινήσεις κεφαλαίων...η ανακόπτουσα τολμά να κάνει λόγο για την ανάγκη διερεύνησης μιας πιθανής προσπάθειας νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα...οΨ, διαβλέποντας την αποκάλυψη της έκνομης διαγωγής που είχε επιδείξει και την απώλεια της θέσης του στη εταιρία, θέλησε να τακτοποιήσει με τις επιταγές της ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ..», δεν προκύπτει σαφές αποδεικτικό πόρισμα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υποκείμενης αιτίας της έκδοσης της επιταγής και δημιουργούνται αμφιβολίες αν το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκε η ένσταση για την έλλειψη υποκείμενης αιτίας που, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.5960/1933, προέβαλε με λόγο ανακοπή της η αναιρεσίβλητη, η οποία και έφερε το βάρος απόδειξης της ένστασης αυτής.
Η ασάφεια μάλιστα αυτή επιτείνεται από την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ήταν ένας από τους πελάτες της αναιρεσίβλητης που έσπευσαν στο υποκατάστημα της και ζήτησαν να αποκατασταθούν, όταν κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης είτε ιδιοποιήθηκε χρήματα πελατών που είχε εισπράξει ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης για να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο, είτε με την ιδιότητα του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ρευστοποίησε τίτλους, των οποίων θεματοφύλακας ήταν η τελευταία.
Με τις επάλληλες, εξάλλου, αιτιολογίες, ότι και αν θεωρηθεί ότι η επιταγή εκδόθηκε ως εγγύηση για την ανάκτηση και την επιστροφή της αξίας των μετοχών που χωρίς εντολή του αναιρεσείοντος είχαν εκποιηθεί, είτε έναντι της κατά της αναιρεσίβλητης αξίωσης για την παράνομη από τον εκπρόσωπό της ρευστοποίηση μετοχών του και μη απόδοση του τιμήματος σε αυτόν, η αιτία έκδοσης της επιταγής δεν είναι νόμιμη, ως αναφερόμενη σε συναλλαγή για την οποία μόνο μετρητοίς εντός ορισμένης προθεσμίας επιτρέπει να γίνεται ο νόμος, το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και συνεπώς ανεπαρκείς αιτιολογίες, ώστε να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί εάν ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν.3632/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ.2 του ν. 1914/1920, η οποία επιτάσσει την πληρωμή του τιμήματος τοις μετρητοίς σε ορισμένη προθεσμία, μόνο αναφορικά με την κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση, και δεν αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ χρηματιστή και του πελάτη από τη σύμβαση της παραγγελίας, όπως, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, είναι η σχέση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης.
Επίσης εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 1 και 2 του Κωδ.Ν. 2190/1920, αλλά και των άρθρων 70 και 71 του ΑΚ, κατά το μέρος που με τις επάλληλες αιτιολογίες δέχθηκε ότι η για τις αιτίες αυτές έκδοση της επιταγής έγινε καθ' υπέρβαση του εταιρικού σκοπού, αφού δεν προσδιορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση σε τι συνίσταται η υπέρβαση του εταιρικού σκοπού με τη συμφωνία ρύθμισης είτε της δευτερογενούς αξίωσης αποζημίωσης του αναιρεσείοντος από την αθέτηση εκ μέρους οργανικού εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης συμβατικών του υποχρεώσεων, είτε της αξίωσης αποζημίωσης αυτού για παράνομες και υπαίτιες ζημιογόνες πράξεις τέτοιου εκπροσώπου, όπως ,κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ήταν ο αναιρεσείων, ούτε περαιτέρω εξηγείται για ποίο λόγο η συμφωνία ρύθμισης αξίωσης αποζημίωσης κατά της αναιρεσίβλητης ενέχει ανεπίτρεπτη «εγγύηση μελλοντικής παραδόσεως τίτλων με εξασφαλισμένη απόδοση».
Κατά το μέρος, τέλος, που το Εφετείο έκρινε ότι η συμφωνία αυτή έγινε και καθ' υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του αναιρεσείοντος, όχι μόνο, δηλαδή, καθ' υπέρβαση του σκοπού της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, στο κρίσιμο ζήτημα των περιορισμών που παραβίασε ο αναιρεσείων , αφού δεν εκτίθενται καθόλου ποίοι είναι οι περιορισμοί που παραβίασε και αν αυτοί είχαν τεθεί με το καταστατικό ή με απόφαση της γενικής συνέλευσης και εάν τους γνώριζε ή όφειλε να τους γνωρίζει ο αναιρεσείων και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί εάν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Κωδ.Ν.2190/1920 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του π.δ. 409/1986), αν δηλαδή συντρέχουν ή δε συντρέχουν οι όροι του πραγματικού της διάταξης αυτής.
Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2588/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2006 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ