Supreme Court allows partial cassation of appeal against eviction, remanding for further trial on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the cassation appeal against the First Instance Court's eviction judgment. The appellants argued that the respondent's claim was an abuse of right, but the Court found their defense merely denied the existence of the respondent's rights. Consequently, the Court annulled only the damages portion of 13,500 euros regarding destroyed potatoes and remanded the case for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The mere denial of the existence of the respondent's rights by the appellants does not constitute an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, as it fails to meet the threshold for abuse of right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1507 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1507/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Γ., 2) Φ. Κ. του Ν. και 3) Ν. Κ. του Χ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Καρέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/ΤΜ/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1976/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2019 αίτησή τους και με τους από 30-1-2020 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 18-9-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1976/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων κατά της υπ' αριθ.206/ΤΜ/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30-12-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 30-1-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 30-1-2020 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 22-3-2021 (βλ.
την υπ' αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Βέροιας Α. Κ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα αρχική ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 31-5-2021, κατ' εφαρμογή του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 37 ν. 4842/2021, η οποία άρχισε να ισχύει από 1-1-2022, αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (A.Π.5/2020, Α.Π.1424/2017).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π.5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Α.Π.18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.261/2020, Α.Π.18/2018, Α.Π.1487/2017).
Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (Α.Π.1537/2022, Α.Π.1812/2022, Α.Π.203/2019, Α.Π.1596/17).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ.
Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.
Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως.
Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (Α.Π.125/2022, Α.Π.1257/2017, Α.Π.313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ' ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.
Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 578/1980, ΑΠ 125/2022).
Εξ άλλου από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών εξαρτάται εάν ο εξώδικος συμβιβασμός έχει αναγνωριστικό (μέρους της απαίτησης) ή δημιουργικό χαρακτήρα, αν δηλαδή τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν τη διατήρηση της παλαιάς ενοχής (κατά ένα μέρος) ή την κατάργησή της και τη δημιουργία νέας (Α.Π.125/2022, Α.Π.990/2007, Α.Π.931/1979).
Η σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.
Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού (Α.Π.125/2022, Α.Π.1483/2018, Α.Π.1738/2017, Α.Π.1527/2017, Α.Π.669/2016).
Ειδικότερα, εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα μέρους της απαίτησης με βάση την παλαιά έννομη σχέση για την οποία η διένεξη, το δικαστήριο της ουσίας εκδίδει απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η ως άνω απαίτηση, όπως αυτή περιορίσθηκε με τη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού (Α.Π.125/2022, πρβλ.
Α.Π.1070/2017), ενώ εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει δημιουργικό χαρακτήρα κατάργησης της παλαιάς έννομης σχέσης για την οποία η διένεξη και δημιουργία νέας, η αγωγή ερειδόμενη στην παλαιά έννομη σχέση, απορρίπτεται (Α.Π.125/2022).
Εξάλλου, το άρθρο 361 του ΑΚ που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" εκφράζει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που πηγάζει από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος (Ολ.Α.Π.33/2002), συνεπεία της οποίας τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος.
Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (Α.Π.1518/2013, Α.Π.1519/2013). Κατά τη σαφή δε έννοια του άρθρου 383 Α.Κ, επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων αν ο οφειλέτης περιέλθει σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, ο δανειστής μπορεί να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή.
Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, ο δανειστής έχει δικαίωμα είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αξιώνοντας παράλληλα την εύλογη αποζημίωση που ορίζει το άρθρο 387 Α.Κ, είτε να απαιτήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση. Προϋπόθεση των αξιώσεων αυτών του δανειστή είναι η υπερημερία του οφειλέτη (Α.Π.698/2008).
Ενώ κατά το άρθρο 385 Α.Κ., σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, ο δανειστής δεν απαιτείται να τάξει προηγουμένως εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση της παροχής κατά το άρθρο 383 Α.Κ., εάν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως (Α.Π.293/2021, ΑΠ 1421/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σε αυτήν εκτίθενται τα εξής: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ο οποίος δραστηριοποιείται στον τομέα της γεωργίας (της παραγωγής βιολογικών προϊόντων) είχε συνάψει με τους εναγόμενους (ήδη αναιρεσείοντες) στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας, που διήρκεσε από το έτος 2008 έως τον Απρίλιο του 2015, συμβάσεις μίσθωσης αγροτικών γαιών.
Ότι οι μισθώσεις αυτές ήταν εικονικές, προκειμένου να ενταχθούν τα εν λόγω αγροτεμάχια από τους εναγόμενους στο πρόγραμμα βιολογικών καλλιεργειών, ενώ στην πραγματικότητα ο ενάγων είχε αναλάβει την καλλιέργεια των αγρών και τη συγκομιδή των παραγόμενων σε αυτούς προϊόντων και οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να πωλούν τα προϊόντα στις βιολογικές λαϊκές αγορές της Αττικής, στις οποίες δραστηριοποιούνται, και να του καταβάλουν το αντίτιμο που αναλογεί στην πώληση αυτών.
Ότι, επειδή υπήρχε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων για τις ποσότητες των πωληθέντων προϊόντων και των οφειλόμενων από τους εναγομένους ποσών για τα έτη 2012 και 2013, οι διάδικοι προέβησαν το Πάσχα του 2014 στην κατάρτιση προφορικής σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, σύμφωνα με την οποία διακανονίστηκε, ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις (εκτίθενται στην αγωγή τα ποσά, που πρότεινε ο ενάγων και αντιπρότειναν οι εναγόμενοι), η υφισταμένη, εκ της προαναφερθείσης αιτίας, οφειλή των εναγομένων έναντι του ενάγοντος, στο ύψος των 150.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καταβαλλόταν μέχρι το Δεκέμβριο του 2014.
Ότι έναντι της ανωτέρω οφειλής τους οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των 125.000 ευρώ έως το τέλος του 2014, έκτοτε όμως δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβαν από τη μεταξύ τους σύμβαση συμβιβασμού, με συνέπεια να έχουν καταστεί υπερήμεροι οφειλέτες. Επιπλέον, εκθέτει ότι τα βιολογικά προϊόντα που απέστειλε στους εναγομένους ήταν αποθηκευμένα σε πλαστικές κλούβες και κλουβάκια, τα οποία, κατά τα συμφωνηθέντα, όφειλαν να του επιστρέφουν, καθόσον η αγορά τους έχει σημαντικό κόστος.
Ότι οι εναγόμενοι δεν του έχουν επιστρέψει 7.000 πλαστικές κλούβες, ιδιοκτησίας του, η αξία των οποίων ανέρχεται σε 2,50 ευρώ ανά κλούβα και συνολικά στο ποσό των 17.500 ευρώ, και 1.500 πλαστικά κλουβάκια, επίσης ιδιοκτησίας του, η αξία των οποίων ανέρχεται σε 2 ευρώ ανά κλουβάκιο και συνολικά στο ποσό των 3.000 ευρώ.
Ότι για το λόγο αυτό ο ενάγων με την από 5-6-2015 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, που επιδόθηκε στους εναγομένους στις 12-6-2015 τους καλούσε να προβούν στην εξόφληση της ανωτέρω οφειλής τους, εντός προθεσμίας 30 ημερών, ήτοι έως τις 12-7-2015, ενώ επιπλέον τους καλούσε να του επιστρέψουν τις 7.000 πλαστικές κλούβες και τα 1.500 πλαστικά κλουβάκια, άλλως να υποχρεωθούν να του καταβάλουν την αξία τους.
Ότι, περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν παρέλαβαν από τον ενάγοντα, ως όφειλαν βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, 18 τόνους πατάτες, οι οποίες παρέμειναν αποθηκευμένες σε ψυκτικούς θαλάμους, με συνέπεια να σαπίσουν και να υποστεί ο ενάγων ζημία ανερχόμενη σε (18.000 κιλά πατάτας Χ 0,75 ευρώ το κιλό =)13.500 ευρώ. Ότι, επιπλέον, ο ενάγων δαπάνησε για τη συντήρηση και αποθήκευση των αδιάθετων ως άνω προϊόντων σε ψυκτικούς θαλάμους το ποσό των 4.000 ευρώ.
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 63.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, καθώς και το ποσό των 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, νομιμότοκα. Επικουρικά δε ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων, να του καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, ως προς το κονδύλιο των 25.000 ευρώ, αφού περιέχονται σ` αυτήν όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία που δικαιολογούν τη νομική θεμελίωσή του στη διάταξη του άρθρου 871 Α.Κ. περί εξώδικου συμβιβασμού και συγκεκριμένα η συμφωνία των διαδίκων για τον τερματισμό της μεταξύ τους έριδας από τις καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης αγροτικών προϊόντων ως και οι αμοιβαίες μεταξύ τους υποχωρήσεις.
Ειδικότερα, εκτίθενται η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος πρόταση προς συμβιβασμό συγκεκριμένου ποσού, ήτοι συνολικά 150.000 ευρώ, ύστερα από υποχωρήσεις εκ μέρους του και περιορισμό των αρχικώς αιτηθέντων απ' αυτόν ποσών των 135.000 ευρώ και 47.000 ευρώ για τις καλλιεργητικές περιόδους 2013 και 2012 αντίστοιχα, και η αποδοχή εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό και των υπολοίπων εναγομένων, του ποσού αυτού, ύστερα από αντίστοιχες εκ μέρους τους υποχωρήσεις από τις αντιπροτάσεις τους προς καταβολή των ποσών 1.540 ευρώ και 35.000 ευρώ για τις αντίστοιχες καλλιεργητικές περιόδους, ως και ο χρόνος εξόφλησης του ως άνω μεταξύ τους, ύστερα από τις ως άνω αμοιβαίες υποχωρήσεις, συμφωνηθέντος ποσού (των 150.000 ευρώ), από το οποίο, ύστερα από την εν μέρει εξόφλησή του απέμεινε υπόλοιπο 25.000 ευρώ.
Ενώ, δεν απαιτείται η αναλυτική αναφορά των πωληθέντων προϊόντων κατ' είδος, ποσότητα, τιμή και χρονολογία, αφού το ως άνω κονδύλιο δεν στηρίζεται στις διατάξεις της πώλησης. Περιέχει συνεπώς η αγωγή, αναφορικά με το κονδύλιο των 25.000 ευρώ, όλα τα κατά νόμο ικανά και αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του δικαιώματος του ενάγοντος, η προστασία του οποίου ζητείται, που εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτό, δεν εμποδίζεται δε η αποτελεσματική άμυνα των εναγομένων ούτε ο δικαστικός έλεγχος περί του αν πληρούται το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως προς το κονδύλιο αυτό (των 25.000 ευρώ) δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., για τη γένεση του οικείου δικαιώματος του ενάγοντος. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, πρώτος πρόσθετος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο δεύτερος, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση αυτού από τον αριθ.1 και όχι 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερθείσα (871 Α.Κ.) διάταξη ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς εσφαλμένα έκρινε ορισμένο και νόμιμο το κονδύλιο των 25.000 ευρώ της αγωγής, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ως προς το κονδύλιο των 13.500 ευρώ, που ζητείται ως αποζημίωση για την καταστροφή της αναφερόμενης ποσότητας πατάτας, είναι αόριστη, καθόσον σ' αυτή δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, ήτοι από τα άρθρα 361, 343 α', 383 και 385 του Α.Κ., για τη στήριξη του αιτήματος αυτού, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση του και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης ως προς αυτό.
Συγκεκριμένα ουδεμία μνεία γίνεται, σύμφωνα μ' όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, περί του τρόπου με τον οποίο οι αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι οφειλέτες της υποχρέωσής του να παραλάβουν τις πατάτες και ιδίως του χρόνου, κατά τον οποίο έπρεπε να παραληφθούν αυτές, ότι ο ενάγων έταξε προς τους εναγόμενους, ως υπερήμερους οφειλέτες της ανωτέρω ενοχικής τους υποχρέωσης, ήτοι της παραλαβής της αναφερόμενης ποσότητας πατάτας από την συναφθείσα μεταξύ τους αμφοτεροβαρή σύμβαση, εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της την αποκρούει, ή ότι από την όλη στάση των εναγομένων προέκυπτε ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και συνεπώς δεν επικαλέσθηκε τις νόμιμες προϋποθέσεις για την εκ μέρους του άσκηση της ανωτέρω αξίωσης προς αποζημίωση.
Επομένως, οι τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση αυτών από τον αριθ.14 και όχι 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο το κονδύλιο των 13.500 ευρώ της αγωγής λόγω αοριστίας και ότι έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έτσι το έκρινε ορισμένο και συνεπώς παραδεκτό, είναι βάσιμοι.
Παρέλκει δε η εξέταση του δεύτερου σκέλους του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το παραπάνω κονδύλιο (των 13.500 ευρώ), ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου.
Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, ενώ κατά το άρθρο 1097 του ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο (Α.Π.1222/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ασχολείται επαγγελματικά με την παραγωγή αγροτικών βιολογικών προϊόντων στην ευρύτερη περιοχή της Αλεξάνδρειας Ημαθίας, όπου διαθέτει αγροκτήματα στις τοποθεσίες Γεράκι, Παλιομπόστανα, Παλατίτσια, Τσεσμέ, Παλιόμυλος κλπ.
Από το έτος 2008 άρχισε τη συνεργασία του με τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι πωλούν παρόμοια προϊόντα σε λαϊκές αγοράς των Αθηνών, όπου κατέχουν διακριτές θέσεις (πάγκους). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού Λειτουργίας Πρότυπων Αγορών Βιολογικών Προϊόντων, δικαίωμα συμμετοχής στις αγορές αυτές έχουν μόνο τα μέλη του Συλλόγου Βιοκαλλιεργητών Αγορών Αττικής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 7 του καταστατικού του συλλόγου αυτού μέλη μπορούν να γίνουν όσοι βιοκαλλιεργητές είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και συγκεκριμένα παράγουν προϊόντα προς πώληση και έχουν υπογράψει σύμβαση με εγκεκριμένο από τις αρμόδιες αρχές Οργανισμό Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων, δηλαδή ρητά απαιτείται ο πωλητής βιολογικών προϊόντων να είναι και παραγωγός.
Έτσι, προκειμένου να ενταχθούν τα αγροτεμάχια του ενάγοντος στο πρόγραμμα βιοκαλλιεργειών από τους εναγομένους, οι διάδικοι συνήψαν εικονικά μισθωτήρια, στην πραγματικότητα όμως συμφώνησαν να ασχολείται ο ενάγων με την παραγωγή των προϊόντων αυτών και οι εναγόμενοι να τα πωλούν στις λαϊκές αγορές, καταβάλλοντάς του το τίμημα που αναλογεί στην πώληση από παραγωγό των προϊόντων αυτών.
Η συνεργασία των διαδίκων ήταν αρμονική και είχαν αναπτύξει στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις (είχαν γίνει κουμπάροι). Το Πάσχα του έτους 2014 υπήρξε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων για οφειλόμενα ποσά των ετών 2012-2013, διότι δεν είχαν προβεί σε εκκαθάριση των δοσοληψιών τους και η απαίτηση του ενάγοντος, ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις όλων των πλευρών, περιορίστηκε στο ποσό των 150.000 ευρώ, που έπρεπε να του καταβάλουν οι εναγόμενοι μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2014.
Από το ποσό αυτό οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των 125.000 ευρώ και αρνούνται να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των 25.000 ευρώ, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντος. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έστελνε τα αγροτικά προϊόντα σε πλαστικές κλούβες και σε πλαστικά κλουβάκια και οι εναγόμενοι δεν του επέστρεψαν 7.000 και 1.500 αντίστοιχα, η αξία των οποίων ανέρχεται συνολικά σε 20.500 ευρώ (7.000 Χ 2,50 ευρώ τιμή μονάδας = 17.500 ευρώ και 1.500 Χ 2 ευρώ τιμή μονάδας = 3.000 ευρώ).
Ο ενάγων με την από 5-6-2015 εξώδικη διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε στους εναγομένους στις 12-6-2015, κάλεσε αυτούς να του εξοφλήσουν το υπόλοιπο ποσό της οφειλής τους εντός προθεσμίας 30 ημερών και να του επιστρέψουν τις κλούβες, άλλως να του καταβάλουν την αξία τους ήτοι 20.500 ευρώ. Οι εναγόμενοι με την από 25-6-2015 εξώδικη απάντησή τους αρνήθηκαν τη συνεργασία τους με τον ενάγοντα, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί καλλιεργούσαν τα βιολογικά προϊόντα και γι' αυτό είχαν λάβει και πιστοποιήσεις από τους αρμόδιους φορείς, η μόνη δε σχέση που είχαν μαζί του ήταν αυτή της μίσθωσης των αγροκτημάτων, από την οποία αιτία του όφειλαν από μισθώματα παρελθόντων ετών το ποσό των 6.230 ευρώ, καθώς και επιστροφή 500 κλουβών που τους είχε δανείσει, τις παραπάνω δε εκκρεμότητές τους θα τακτοποιούσαν μέχρι τέλος Ιουλίου 2015, γεγονός που δεν έγινε.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγομένων είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η πραγματική τους συνεργασία ήταν ο ενάγων να είναι παραγωγός από δικά του αγροκτήματα βιολογικών προϊόντων και αυτοί πωλητές των προϊόντων αυτών στις λαϊκές αγορές των Αθηνών. Οι δε πιστοποιήσεις που έγιναν στο όνομά τους από τους αρμόδιους φορείς δεν ανατρέπει την πραγματική τους συνεργασία, διότι αυτές (πιστοποιήσεις) έπρεπε να γίνουν αναγκαστικά στο όνομά τους, αφού στην αντίθετη περίπτωση δεν θα μπορούσαν να είναι μέλη του οικείου Συλλόγου τους ούτε και πωλητές τέτοιων προϊόντων, όπως προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν παραγγείλει στον ενάγοντα 18 τόνους πατάτες, τις οποίες ο ενάγων είχε τοποθετήσει σε ψυκτικούς θαλάμους, πλην όμως αυτοί δεν παρέλαβαν το εμπόρευμα, με συνέπεια αυτό να καταστραφεί (σάπισε) και έτσι ο ενάγων να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 13.500 ευρώ (18.000 κ.
Χ 0,75 ευρώ/κιλό). Για λογαριασμό όλων των εναγομένων αλλά και δικό του ενεργούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος έκλεινε τις συμφωνίες για τα προϊόντα και την αμοιβή του ενάγοντος και γι' αυτό νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη. Ως προς την οφειλή των 25.000 ευρώ, η αγωγή νομική θεμελίωση έχει τη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ περί εξώδικου συμβιβασμού, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου και όχι τις διατάξεις της πώλησης και γι' αυτό δεν απαιτείται η αναλυτική αναφορά των προς πώληση προϊόντων κατ' είδος, ποσότητα, τιμή και χρονολογία.
Όμοια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες κρίνονται ουσία αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσίβλητου (αφού είχε απορρίψει το κονδύλιο των 7.000 ευρώ, για ηθική βλάβη ως μη νόμιμο και το κονδύλιο των 4.000 ευρώ για αποζημίωση ως αβάσιμο) και υποχρέωσε τους εναγόμενους να του καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά και συνολικά το ποσό των 59.000 ευρώ, κατ' ίσα μέρη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά: α)με το κονδύλιο των 25.000 ευρώ, που ζητείται με βάση την σύμβαση συμβιβασμού και β) με το κονδύλιο των 20.500 ευρώ, που αφορά την αξία των πλαστικών κλουβών και κλουβακίων, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 871, 1094 και 1097 του ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές.
Συγκεκριμένα: α) ότι το Πάσχα του έτους 2014 υπήρξε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων για οφειλόμενα ποσά των ετών 2012-2013, λόγω μη εκκαθάρισης των δοσοληψιών τους και η απαίτηση του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις όλων των πλευρών, περιορίστηκε στο ποσό των 150.000 ευρώ, που έπρεπε να του καταβάλουν οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2014, β) ότι από το ποσό αυτό οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των 125.000 ευρώ και αρνούνται, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντος, να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των 25.000 ευρώ, γ) ότι ο ενάγων έστελνε τα αγροτικά προϊόντα σε πλαστικές κλούβες και σε πλαστικά κλουβάκια και οι εναγόμενοι δεν του επέστρεψαν 7.000 και 1.500 αντίστοιχα, η αξία των οποίων ανέρχεται συνολικά σε 20.500 ευρώ (7.000 Χ 2,50 ευρώ τιμή μονάδας = 17.500 ευρώ και 1.500 Χ 2 ευρώ τιμή μονάδας = 3.000 ευρώ) και δ) ότι ο ενάγων με την από 5-6-2015 εξώδικη διαμαρτυρία του (επιδόθηκε στους εναγομένους στις 12-6-2015) κάλεσε αυτούς να του εξοφλήσουν το υπόλοιπο ποσό της οφειλής τους εντός προθεσμίας 30 ημερών και να του επιστρέψουν τις κλούβες, άλλως να του καταβάλουν την αξία τους ήτοι 20.500 ευρώ.
Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος (κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση αυτού από τον αριθ.19 και όχι 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, ως προς τα κονδύλια αυτά, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π.250/2014, Α.Π.1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π.747/2019, Α.Π.841/2017, Α.Π.118/2017).
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι η δεύτερη και ο τρίτων αυτών δεν συμμετείχαν στην κατάρτιση του δήθεν συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων. Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος διότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά είναι αρνητικός ισχυρισμός της ιστορικής βάσης της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων με τις προεκετεθείσες παραδοχές ότι "για λογαριασμό όλων των εναγομένων αλλά και για δικό του ενεργούσε ο πρώτος εναγόμενος".
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π.6/2016, Α.Π.28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π.10/2012, Α.Π.267/2021).
Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π.6/2016).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Α.Π.267/2021, Α.Π.311/2020, Α.Π. 333/2019).
Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (Α.Π.109/2019, Α.Π. 985/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα:
"Στην προκειμένη περίπτωση τα περιστατικά που επικαλούνται οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες" για τη θεμελίωση στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. του λόγου έφεσης, ότι δηλαδή η μόνη σχέση που τους συνδέει με τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) είναι αυτή της μίσθωσης των αγροκτημάτων του και ότι η οφειλή τους προέρχεται μόνο από καθυστερούμενα μισθώματα, δεν θεμελιώνει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον με τα περιστατικά αυτά οι εκκαλούντες αρνούνται απλώς την ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος".
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παρακάτω ισχυρισμό τους, που δεν συνιστούσε μόνο άρνηση της ύπαρξης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, ήτοι ότι "με το από 25-6-2015 εξώδικό τους διαμήνυσαν στον αντίδικο τους ότι η μόνη συμβατική σχέση που τους συνδέει είναι αυτή της μίσθωσης από την οποία οφείλουν το ποσό των 6.320 ευρώ, θεωρώντας ότι μετά την παρέλευση ενάμιση και πλέον έτους έως την άσκηση της αγωγής, το έτος 2017, σιωπηρά αποδέχθηκε τον ισχυρισμό τους" και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής τους με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη ως μη νομίμου του ως άνω ισχυρισμού τους, είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό τους και τον απέρριψε ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι δεν θεμελιώνεται η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον με τα περιστατικά αυτά οι αναιρεσείοντες αρνούνται την ύπαρξη του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κονδύλιο των 13.500 ευρώ (αποζημίωση για την καταστροφή της αναφερόμενης ποσότητας πατάτας), στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ.1976/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ