Legislator Case Law & Legislation
1507/2023 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for considering inadmissible new facts altering the case's historical basis.

Case Number 1507/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision which had accepted a claim based on new facts not originally presented. The plaintiff argued for a legislative gap regarding state guarantees, but the court ruled this constituted an impermissible alteration of the case's historical foundation. Consequently, the lower court erred by relying on these inadmissible arguments to find the claim substantively valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224, 560 of the Code of Civil Procedure; A claim cannot be accepted as substantively valid if it relies on new facts introduced during proceedings that alter the historical basis of the original suit, constituting an impermissible modification under Article 224.

Keywords

AI generated
impermissible modification of case alteration of historical basis inadmissible new facts substantive validity of claim legislative gap argument Code of Civil Procedure annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Law 2322/1995
Law 2790/2000

Cited Case Law

AI generated
No specific cited cases were identified in the provided text.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1507 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1507/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σταυρούλα Ντούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 2465/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών 2465/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 16-10-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υποχρέωσε το τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 3059,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6%, από εγγύηση παροχής δανείου. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με το v. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις" (Α' 143), ρυθμίζεται η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, με τα άρθρα 1 παρ. 1 περ. ββ και 5 επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, να παρέχει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε πιστωτικά ιδρύματα, για την κάλυψη δανείων που χορηγούν σε ομάδες φυσικών προσώπων, με απόφασή του, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 12 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι " 1. Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διϋπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρείες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:

α) Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα)... ββ) Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων.

γγ)...". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι " 1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων. 2.

Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων λειτουργούν υπέρ του Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3....4.

Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (ΓΑ. -Δ 25). 5.

Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (ΓΛΚ Δ25) βεβαιωμένων ήδη οφειλών, και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".

Στη διάταξη του άρθρου 65 του ν. 2362/1995 και στην παράγραφο 3 αυτού, όπως αναριθμήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3871/2010 (Α' 141/17-8201 Ο), ορίζεται ότι "Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεων του, που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησης του μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, τόσο κατά του πρωτοφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων".

Με το ν. 2790/2000 "Αποκατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών από την τέως ... ... και άλλες διατάξεις" (Α'24) λήφθηκαν μέτρα για τη στεγαστική αποκατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών από την τέως ... ... και παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση, με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, να καθοριστούν οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια των πάσης φύσης ενισχύσεων, το ύψος των δανείων, των επιδοτήσεων, των δωρεάν επιχορηγήσεων και των λοιπών απαλλαγών για την ενοικίαση, κατασκευή ή αγορά κατοικίας στις τέσσερεις ζώνες εγκατάστασης Α, Β, Γ και Δ της ελληνικής επικράτειας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 4.

Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "1. Στο πλαίσιο του προγράμματος ιδιοκατοίκησης των ομογενών, η Πολιτεία μεριμνά για την δωρεάν παροχή οικοπέδων, όπου αυτό είναι δυνατόν, την ατελή έκδοση οικοδομικής άδειας και τη χορήγηση δανείων και επιδοτήσεων... 3. Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια των πάσης φύσεως ενισχύσεων, το ύψος των δανείων, των επιδοτήσεων, των δωρεάν επιχορηγήσεων και των λοιπών απαλλαγών για την ενοικίαση, κατασκευή ή αγορά κατοικίας καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας Και Οικονομικών, κλιμακώνονται δε 6νάλογα με τη ζώνη του άρθρου 4 που βρίσκεται η κατοικία.

Το Δημόσιο παρέχει εγγύηση αποπληρωμής των δανείων σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις". Κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων εκδόθηκε, αναφορικά με τη στεγαστική αποκατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών από την τέως ... ..., μία σειρά κοινών υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες ορίστηκαν οι δικαιούχοι, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης δανείων για αγορά πρώτης κατοικίας, το ύψος και η διάρκεια αυτών, ο τρόπος εξόφλησής τους, καθώς και ότι για τα δάνεια αυτά θα παρέχονταν η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Μεταξύ αυτών, εκδόθηκε η ΚΥΑ 96629/6295/2003 (Β' 560) αναφορικά με τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών στις ζώνες Α, Β, Γ και Δ της ελληνικής επικράτειας, η οποία τροποποίησε την ΚΥΑ 96629/22220/02/2000, καθόρισε νέους όρους για τη χορήγηση των εν λόγω δανείων και όρισε την παύση ισχύος των ΚΥΑ 35395/657/1999, 9716/169/2020 και 33764/532/2000.

Για τη χορήγηση δανείων σύμφωνα με τους όρους της ως άνω ΚΥΑ, παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου με τη με αριθμό 2/31230/0025/2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β '772/17-6-2003), όπως τροποποιήθηκε με την 2/563365/0025/2003 απόφαση του ιδίου Υπουργού (Β' 1541), μετά την έκδοση της ΚΥΑ 96629/15345/2003 (Β' 1332). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμό 14979/2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής (Β' 1510/7.10.2004), αναφορικά με τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών στις ζώνες Α, Β, Γ και Δ της ελληνικής επικράτειας, η οποία κωδικοποίησε την ισχύουσα μέχρι τότε σχετική νομοθεσία, όρισε την παύση ισχύος της ΚΥΑ 96629/22220/02/2002 και καθόρισε νέους όρους για τη λήψη στεγαστικών δανείων από δικαιούχους των οποίων οι δανειακές συμβάσεις, νέες ή συμπληρωματικές, θα υπογραφούν μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, ανεξάρτητα από το πότε υποβλήθηκαν οι σχετικές αιτήσεις.

Στην εν λόγω ΚΥΑ ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3 ότι "1. Αίτηση για χορήγηση στεγαστικής συνδρομής επιτρέπεται να υποβληθεί από τους ομογενείς μόνο μια φορά. Η αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Ένταξης, της Διεύθυνσης Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας, στην περιοχή της οποίας θα γίνει χρήση του δανείου (αναλυτικά ανά Νομό και Δήμο, αν το γνωρίζει ο ομογενής).

Στην αίτηση αναγράφεται και η Τράπεζα από την οποία ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί να δανειοδοτηθεί, 2. Μαζί με την αίτηση υποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά: 3. Η αρμόδια Υπηρεσία της Περιφέρειας (Τμήμα Κοινωνικής Ένταξης της Διεύθυνσης Αστικής Κατάστασης, Αλλοδαπών και Μετανάστευσης), μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών της κατηγορίας Α, που της προσκομίζονται από τον αιτούντα συντάσσει σχετική βεβαίωση δανειοληπτικής ικανότητας.

Η βεβαίωση αυτή αποστέλλεται, τόσο προς το δικαιούχο, όσο και προς τη χρηματοδότρια Τράπεζα, που αυτός έχει επιλέξει, με αντίγραφο όλου του φακέλου (δικαιολογητικά Κατηγορίας Α). Από τη βεβαίωση δανειοληπτικής ικανότητας της Περιφέρειας, πρέπει να προκύπτουν τα εξής: -Ο αριθμός πρωτοκόλλου της αίτησης του δικαιούχου στην Περιφέρεια και ο αύξων αριθμός της σε σχέση με το σύνολο των αιτήσεων, που έχουν υποβληθεί στην Περιφέρεια αυτή. -Ο αύξων αριθμός της αίτησης που δίνεται, σε επίπεδο ζώνης εγκατάστασης, από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α., σε συνέχεια των μέχρι σήμερα χορηγηθέντων αριθμών. -Ότι πρόκειται για παλιννοστούντα ομογενή (ομογενείς σε περίπτωση από κοινού αίτησης) από Χώρα της τέως ...ς ...ς, κάτοχο (ή κατόχους) ελληνικής ιθαγένειας ή Ε.Δ.

Τ.Ο. -Ο Δήμος ή η Κοινότητα της μέχρι τότε μόνιμης κατοικίας του / των δικαιούχου / ων. -Ο

Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.), Ο χρόνος εγκατάστασης στην Ελλάδα. -Ο σκοπός χορήγησης της στεγαστικής συνδρομής. -Η ζώνη εγκατάστασης, στην οποία η στεγαστική συνδρομή αφορά, και αναλογικά η κατηγορία επιδότησης επιτοκίου του δανείου.-Το ότι ο αιτών δικαιούται κρατική αρωγή, επειδή το δάνειο θα χρησιμοποιηθεί στην Α ή Β ζώνη εγκατάστασης, με υπόμνηση προς την Τράπεζα ότι πρέπει να αφαιρεθεί κατά τον υπολογισμό του δανείου, που τελικά θα χορηγηθεί, με βάση και τα δικαιολογητικά της κατηγορίας Β".

Με τη με αριθμό 2/1804/0025/2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ την 29.7.2005, (Β' 1 070), παρασχέθηκε ανεπιφύλακτα η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες της Ευρωπαϊκής ...ς για τη χορήγηση 35.000 δανείων για τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών από χώρες της τέως ...ς ...ς, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ως άνω με αριθμό 14979/2004 κ.υ.α.

Στην εν λόγω υπουργική απόφαση ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εγγύηση αυτή καλύπτει το κεφάλαιο του δανείου, καθώς και τόκους υπερημερίας για χρονικό διάστημα μέχρι και ένα τρίμηνο από τη λήξη της κάθε ληξιπρόθεσμης δόσης. Ορίστηκε περαιτέρω ότι "Με την εγγύηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλεί τις προερχόμενες από τις ανεξόφλητες δόσεις των ανωτέρω δανείων απαιτήσεις των Τραπεζών.

Οι Τράπεζες αυτές σε περίπτωση που δεν εξοφλήσουν οι πρωτοφειλέτες τις ληξιπρόθεσμες δόσεις τους ή μέρος αυτών, δικαιούνται αφού παρέλθει ένα τρίμηνο από τη λήξη της κάθε δόσης, να ζητήσουν από το Δημόσιο (ΓΛΚ Δ.25) την εξόφληση των εγγυημένων απαιτήσεών τους μετά από προηγούμενη βεβαίωσή τους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των 3 μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων Τραπεζών που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, όσους από τους εγγυημένους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι και το προαναφερόμενο τρίμηνο) παραμένουν ακόμη ανεξόφλητοι.

Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, οι δανείστριες Τράπεζες θα πρέπει να υποβάλλουν με σχετικό έγγραφό τους στο ΓΛΚ Δ25, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, τα εξής δικαιολογητικά: 1. Τη συναφθείσα σύμβαση, 2. Κατάσταση αναλυτικού υπολογισμού των εγγυημένων απαιτήσεών τους, στην οποία να φαίνονται όλα τα στοιχεία του κάθε δανείου...

3. To αντίγραφο της τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης... -O έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης καθώς και η αντιμετώπιση στα πλαίσια αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση ανατίθεται στη Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (ΓΛΚ Δ25)...".

Περαιτέρω, νομοθετικό κενό υφίσταται, όταν μία σχέση δεν ρυθμίζεται ειδικώς, αν και η ρύθμισή της επιβάλλεται, παρουσιάζει δε ομοιότητες προς άλλη ρυθμιζόμενη περίπτωση, οι οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση των ξένων και κατ' αρχήν άσχετων διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της δικαστικής διάγνωσης μίας διαφοράς, η πλήρωση του κενού καλύπτεται με αναλογία, δηλαδή με την ανάλογη εφαρμογή της νομοθετικώς ρυθμιζόμενης περίπτωσης και τη δημιουργία ερμηνευτικώς ad hoc κανόνα δικαίου, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώσει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή της εφαρμοζόμενης ρύθμισης.

Προϋποθέσεις της αναλογίας είναι α) η ύπαρξη νομοθετικού κενού, το οποίο πρέπει να είναι ακούσιο, δηλαδή όταν ο νομοθέτης άφησε αρρύθμιστη μία περίπτωση, η οποία απαιτούσε ρύθμιση. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, δηλαδή με προσφυγή σε έναν άλλο κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μία περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να την ρυθμίσει, β) η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος με το μη ρυθμισθέν και γ) η ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 407/2021, ΑΠ 730/2018, ΑΠ 1296/2013, ΑΠ 1121/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 περ. α' ΚΠολΔ (που αντιστοιχεί στο άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του ίδιου Κώδικα) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 125/2023, ΑΠ 2098/2022).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όχι μόνον όταν τα "πράγματα", τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα οποία το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως, όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1528/2022, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017).

Συνεπώς, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, ο οποίος προτάθηκε απαραδέκτως, λόγω του ότι αποτελούσε ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής, και τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 5α του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ή ο λόγος από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παράλληλα δε, στην περίπτωση αυτή, ιδρύεται και ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) (ΑΠ 473/2022, ΑΠ 666/2022, ΑΠ 376/2018).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237 παρ.1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.

Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Αντίθετα, η απαγόρευση δεν αφορά τη νομική βάση της αγωγής, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 948/2019, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 778/2011), καθόσον ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί νομικές διατάξεις, επί των οποίων στηρίζει την αγωγή του, αφού η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής στον κατάλληλο νομικό κανόνα γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia.

Έτσι ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις από εκείνες που τυχόν είχε επικαλεσθεί με το δικόγραφο της αγωγής του.

Συνεπώς, η απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ1867/2017, 1183/2015). Επέρχεται, δηλαδή, η μεταβολή αυτή, όταν με τις προτάσεις εκτίθενται για πρώτη φορά τα περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 368/2020, ΑΠ 389/2010). Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, εκτός των άλλων, η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1152/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα πλαίσια των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη νομοθετημάτων, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ A.E." κατάρτισε με τους Α.

Γ. και Κ. Έ., εγκατεστημένους στην Ελλάδα ομογενείς από την τέως ... ... και κατόχους της Ελληνικής Ιθαγένειας, δανειακές συμβάσεις για την στεγαστική τους αποκατάσταση με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100%. Ειδικότερα: 1) Ο Γ. Α. του Γ. και της Ν., ομογενής από την ..., εγκατεστημένος στην Ελλάδα στις 05-10-1992 και κάτοχος της Ελληνικής Ιθαγένειας, υπέβαλε προς την Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, αίτηση για την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να δανειοδοτηθεί από την ανωτέρω Τράπεζα για την αγορά κατοικίας, επισυνάπτοντας στην εν λόγω αίτηση όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Στη συνέχεια, με την υπ'αριθ. ...: .../.../Α/.../...-2004 βεβαίωση προς δανειοδότηση, η ως άνω Διεύθυνση του γνωστοποίησε ότι εγκρίνει το αίτημά του για δανειοδότηση ποσού έως 60.000 Ευρώ για αγορά κατοικίας με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100% και επιδότηση επιτοκίου κατά 100% λόγω του ότι η προς αγορά κατοικία βρισκόταν στην Α' Ζώνη Εγκατάστασης, ήτοι στον Ν. ....

Κατόπιν αυτού, υπογράφηκε μεταξύ της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (...) και του ως άνω παλιννοστούντος, η υπ' αριθ- .../...12-2004 σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου ποσού 39.000,00 Ευρώ, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100% και επιδότηση επιτοκίου σε ποσοστό 100%. Η διάρκεια του δανείου ορίσθηκε σε 22 έτη και η εξόφληση συμφωνήθηκε να λάβει χώρα σε εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις με την πρώτη καταβλητέα 24 μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης και οι επόμενες την αντίστοιχη ημέρα του επόμενου εξαμήνου και εφεξής, με την τελευταία δόση καταβλητέα στις ...12-2026, συμφωνήθηκε δε περίοδος χάριτος 18 μηνών περιλαμβανόμενης στη συνολική διάρκεια του δανείου κατά την οποία υπολογίζονται τόκοι επί του ποσού του δανείου με το επιτόκιο του δανείου.

Το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και ίσο προς αυτό των έντοκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου 12μηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη κάθε περιόδου εκτοκισμού του δανείου, προσαυξανόμενο κατά 2,2%, επιδοτούμενο από λογαριασμό του Ν 128/75 κατά ποσοστό 100% (Α' Ζώνη Εγκατάστασης). Με την ίδια σύμβαση ορίστηκε ότι σε περίπτωση μη εκπληρώσεως από τον δανειολήπτη των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση, όπως και στην περίπτωση ανακριβούς δηλώσεως, θα κηρύσσεται ολόκληρο το ποσό του δανείου ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό, θα καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου ποινική ρήτρα σε ποσοστό 3% επί του συνολικού ποσού του δανείου και το δάνειο θα εκτοκίζεται από τη χορήγησή του με επιτόκιο μεγαλύτερο κατά 2% από το επιτόκιο που καθορίσθηκε με την δανειακή σύμβαση.

Προς εξυπηρέτηση της σύμβασης, τηρήθηκε ο υπ' αριθ. ....00........ δανειακός λογαριασμός καθώς και o υπ' αριθ. ....00........ λογαριασμός στον οποίο η τράπεζα μετέφερε ληξιπρόθεσμες δόσεις πλέον των τόκων ώστε να παρακολουθούνται ξεχωριστά. Ο ανωτέρω δανειολήπτης, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, κατέστη υπερήμερος στην καταβολή των εξής δόσεων:

α) της 10ης δόσης λήξεως την ...06-2011 ποσού 569,66 Ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 13,60 Ευρώ, ήτοι συνολική οφειλή δόσης 583,26 Ευρώ, β) της 11ης δόσης λήξεως την ...12-2011 ποσού 604,52 Ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας εκ 14,43 Ευρώ, συνολική οφειλή δόσης 618,95 Ευρώ και γ) της 12ης δόσης λήξεως την ...06-2012 ποσού 625,83 Ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 14,94 Ευρώ, ήτοι συνολική οφειλή δόσης 640,77 Ευρώ και συνολική οφειλή για τις ανωτέρω δόσεις ποσού 1.842,99 Ευρώ (κεφάλαιο 1.800,01 Ευρώ πλέον τόκων 42,98 Ευρώ).

Εξαιτίας της μη καταβολής των ως άνω δόσεων, η δανείστρια Τράπεζα απέστειλε στην αρμόδια Διεύθυνση (25η) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την από 26-09-2012 συστημένη επιστολή της με αίτημα την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, επισυνάπτοντας και τις βεβαιωτικές καταστάσεις οφειλών του δανειολήπτη καθώς και την αναλυτική κατάσταση κίνησης του τηρούμενου λογαριασμού, πλην όμως η εν λόγω Υπηρεσία δεν απάντησε στο υποβληθέν αίτημά της ούτε της κατέβαλε το ανωτέρω, καλυπτόμενο από την εγγύηση, ποσό των 1.842,99 Ευρώ. 2) Ο Έ.

Κ. του Ι. και της Σ., ομογενής από την Α., εγκατεστημένος στην Ελλάδα στις 16-05-1992 και κάτοχος της Ελληνικής Ιθαγένειας, υπέβαλε προς την Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, αίτηση για την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να δανειοδοτηθεί από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ-" για την αγορά κατοικίας, επισυνάπτοντας στην εν λόγω αίτηση όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. ...: .../.../Α/...Ι...Ο6-2004 βεβαίωση προς δανειοδότηση, η ανωτέρω Διεύθυνση του γνωστοποίησε ότι εγκρίνει το αίτημά του για δανειοδότηση ποσού έως 60.000 Ευρώ για αγορά κατοικίας με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100% και επιδότηση επιτοκίου κατά ποσοστό επίσης 100% λόγω του ότι η προς αγορά κατοικία βρισκόταν στην Α' Ζώνη Εγκατάστασης, ήτοι στον N. ... (Περιφέρεια Ανατολ.

Μακεδονίας - Θράκης). Κατόπιν αυτού, υπογράφηκε μεταξύ της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (Κατάστημα ...) και του ανωτέρω παλιννοστούντος, η υπ' αριθ. .../11-11-2004 σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου ποσού 39.000,00 Ευρώ, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100% και επιδότηση επιτοκίου σε ποσοστό 100%. Η διάρκεια του δανείου ορίσθηκε σε 22 έτη και η εξόφληση συμφωνήθηκε να λάβει χώρα σε εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις με την πρώτη καταβλητέα 24 μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης και οι επόμενες την αντίστοιχη ημέρα του επόμενου εξαμήνου και εφεξής, με την τελευταία δόση καταβλητέα στις 11-11-2026, συμφωνήθηκε δε περίοδος χάριτος 18 μηνών περιλαμβανόμενης στη συνολική διάρκεια του δανείου Κατά την οποία υπολογίζονται τόκοι επί του ποσού του δανείου με το επιτόκιο του δανείου.

Το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και ίσο προς αυτό των έντοκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου 12μηνης της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη κάθε περιόδου εκτοκισμού του δανείου, προσαυξανόμενο κατά 2,2% επιδοτούμενο από λογαριασμό του Ν 128/75 κατά ποσοστό 100% (Α' Ζώνη Εγκατάστασης). Με την ίδια σύμβαση ορίστηκε ότι σε περίπτωση μη εκπληρώσεως από τον δανειολήπτη των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση, όπως και στην Περίπτωση ανακριβούς δηλώσεως, θα κηρύσσεται ολόκληρο το ποσό του δανείου ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό, θα καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου ποινική ρήτρα σε ποσοστό 3% επί του συνολικού ποσού του δανείου και το δάνειο θα εκτοκίζεται από τη χορήγησή του με επιτόκιο μεγαλύτερο κατά 2% από το επιτόκιο που καθορίσθηκε με την δανειακή σύμβαση.

Προς εξυπηρέτηση της σύμβασης τηρήθηκε ο υπ'αριθ. ....00........ δανειακός λογαριασμός καθώς και o υπ'αριθ. ....00........ λογαριασμός, στον οποίο η τράπεζα μετέφερε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις πλέον των αναλογούντων τόκων ώστε να παρακολουθούνται ξεχωριστά. Ο προαναφερόμενος δανειολήπτης, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, κατέστη υπερήμερος στην καταβολή των εξής δόσεων:

α) της 11ης δόσης λήξεως την 11-11-2011 ποσού 562,07 Ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 13,42 Ευρώ, ήτοι συνολική οφειλή δόσης ποσού 575,49 Ευρώ και β) της 12ης δόσης λήξεως την 11-05-2012 ποσού 625,83 Ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας εκ 14,94 Ευρώ, ήτοι συνολική οφειλή δόσης ποσού 640,77 Ευρώ και συνολική οφειλή των ανωτέρω δόσεων ποσού 1.216,26 Ευρώ (κεφάλαιο 1.187,90 Ευρώ πλέον τόκων 28,36 Ευρώ).

Εξαιτίας της μη καταβολής των εν λόγω δόσεων, η δανείστρια Τράπεζα απέστειλε στην αρμόδια Διεύθυνση (25η) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την από 26-09-2012 συστημένη επιστολή της, αιτούμενη την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, επισυνάπτοντας και τις βεβαιωτικές καταστάσεις οφειλών του δανειολήπτη καθώς και την αναλυτική κατάσταση κίνησης του τηρούμενου λογαριασμού, πλην όμως η ως άνω Υπηρεσία δεν απάντησε στο υποβληθέν αίτημά της, ούτε της κατέβαλε το ανωτέρω, καλυπτόμενο από την εγγύηση, ποσό των 1.216,26 Ευρώ....

Το εναγόμενο προέβαλε ένσταση ελευθερώσεώς του από την εγγυητική του ευθύνη κατ' άρθρο 862 ΑΚ, η οποία κρίνεται απορριπτέα καθώς δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της ενάγουσας ως προς την μη ικανοποίησή της από τους πιστούχους ούτε προέκυψε ότι κατά το ένδικο τρίμηνο αδράνησε έτσι ώστε τρίτοι δανειστές να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση κατά των πιστούχων και να ικανοποιηθούν προνομιακά κατά την διανομή του πλειστηριάσματος.

Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του Ν 2322/1995, η οποία, ως ειδική, υπερισχύει της διατάξεως του άρθ. 862 ΑΚ. Η συγκεκριμένη διάταξη του Ν 2322/1995, περιορίζει την δυνατότητα ελευθερώσεως του εγγυητή Δημοσίου μόνο στις περιπτώσεις που από υπαιτιότητα του πιστωτή είτε δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης είτε αυτές εξέλιπαν εκ των υστέρων, ενώ η επίσης ειδική - έναντι της ως άνω γενικής διάταξης του άρθ. 862 ΑΚ - διάταξη του άρθρου 65 παρ. 4 του Ν 2362/1995 ορίζει ότι το Δημόσιο ελευθερώνεται από την εγγύηση όταν αυτή δεν χορηγήθηκε έγκυρα για οποιονδήποτε λόγο αλλά πάντοτε από υπαιτιότητα του πιστωτή.

Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν οι ανωτέρω περιπτώσεις ελευθερώσεως του εναγομένου από την εγγυητική του ευθύνη και συνεπώς η προβληθείσα από αυτό ένσταση ελευθερώσεώς του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Απορριπτέα επίσης τυγχάνει και η προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση διζήσεως του άρθρου 855 AK καθώς, δυνάμει των διαλαμβανόμενων στη μείζονα σκέψη νομοθετημάτων, η ευθύνη του εναγομένου έναντι της ενάγουσας είναι αυτόνομη σε σχέση με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη ενώ οι εγγυήσεις παρέχονται ανεπιφύλακτα με μόνη προϋπόθεση κατάπτωσής τους την εκ μέρους του οφειλέτη καθυστέρηση της οφειλόμενης δόσης επί τρίμηνο.

Τέλος, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι τα επίδικα δάνεια δεν καλύπτονται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου καθώς οι δανειακές συμβάσεις καταρτίστηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από 07-10-2004 έως 29-07-2005 κατά το οποίο το Δημόσιο δεν ευθυνόταν ως εγγυητής αφού δεν είχε εκδοθεί σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών περί παροχής της εγγύησης Ελληνικού Δημοσίου.

Προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, το εναγόμενο (επικαλείται) την υπ' αριθ. 144/2016 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, η οποία έχει (γίνει) νόμιμα αποδεκτή και σύμφωνα με την οποία τα δάνεια που χορηγήθηκαν από πιστωτικά ιδρύματα για την στεγαστική αποκατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών από την τέως ... ...

μετά τη θέση σε ισχύ της υπ' αριθ. 14979/2004 ΚΥΑ μέχρι την έκδοση της υπ' αριθ. 2/1804/0025/2005 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δηλαδή του χρονικού διαστήματος από 07-10-2004 έως 29-07-2005, δεν καλύπτονται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Επί του ανωτέρω ισχυρισμού του εναγομένου πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. ββ του N 2322/1995 (όπως ισχύουν), παρέχεται η δυνατότητα στον Υπουργό Οικονομικών, με απόφασή του και με τη σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διϋπουργικής Επιτροπής, να χορηγήσει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε πιστωτικά ιδρύματα για την κάλυψη δανείων που χορηγούν σε ειδικές ομάδες φυσικών προσώπων.

Επιπρόσθετα, με το άρθ. 3 Ν 2790/2000, θεσπίστηκαν τρόποι μέριμνας της Ελληνικής Πολιτείας για την στεγαστική αποκατάσταση των ομογενών που προέρχονταν από χώρες της τέως ...ς ...ς και παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση με σχετικές ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών να καθοριστούν οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια των εν λόγω ενισχύσεων καθώς και το ύψος των στεγαστικών δανείων, ενώ παράλληλα προβλέφθηκε η δυνατότητα παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την εξόφληση των δανείων.

Κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω νόμων, εκδόθηκαν σχετικές ΚΥΑ, όπως η υπ' αριθ. 35395/657/14-10-1999 (όπως τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθ. 35141/545/16-10-2001, 96629/22220/02/26-09-2002) για την στεγαστική αποκατάσταση των ομογενών στις περιφέρειες της Αν. Μακεδονίας, Θράκης και Βορείου Αιγαίου και η υπ' αριθ- 2/76320/0025/26-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία χορηγήθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την αποπληρωμή των χορηγηθέντων δανείων, η υπ' αριθ. 9716/169/10-03-2000 (όπως τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθ. 33764/5/32/06-10-2001 και 96629/22220/02/2002) για την στεγαστική αποκατάσταση των ομογενών παλιννοστούντων στις γεωγραφικές ζώνες Β', Γ' και Δ' της Επικράτειας και η υπ' αριθ. 2/22306/0025/07-06-2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Δημοσίου στην αποπληρωμή των δανείων που χορηγήθηκαν βάσει των ως άνω ΚΥΑ.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η επίδικη υπ' αριθ. 14979/04-10-2004 ΚΥΑ για την στεγαστική αποκατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών στις Ζώνες Α', Β', Γ' και Δ' της Επικράτειας, η οποία κωδικοποίησε την υπάρχουσα μέχρι τότε ενώ παράλληλα θέσπισε και νέες ρυθμίσεις αναφορικά με τη στεγαστική αποκατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών όπως και την εγγραφή εμπράγματου βάρους υπέρ της δανειοδότριας τράπεζας για την εξασφάλιση της απαίτησής της από τις δανειακές συμβάσεις.

Στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ΚΥΑ εμπίπτουν, κατά ρητό όρο αυτής, όλες οι συμβάσεις δανείου που έχουν υπογραφεί μετά την δημοσίευσή της ανεξαρτήτως του χρόνου υποβολής της σχετικής αίτησης. Ακολούθως, 10 μήνες μετά την έκδοση της εν λόγω ΚΥΑ, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2/1804/0025/08-07-2005 απόφαση Υπουργού Οικονομικών με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάνεια που χορηγήθηκαν με τους όρους και τις προϋποθέσεις της υπ' αριθ. 14979/04-10-2004 ΚΥΑ.

Για το διάστημα αυτό, δηλαδή από τη δημοσίευση της εν λόγω ΚΥΑ στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 07-10-2004 μέχρι και την δημοσίευση της υπ' αριθ. 2/1804/0025/08-07-2005 αποφάσεως στις 29-07-2005 υπάρχει νομοθετικό κενό αφού δεν υφίσταται αντίστοιχη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών περί παροχής εγγυήσεως στα δάνεια που καταρτίστηκαν βάσει της ανωτέρω ΚΥΑ και δεν προβλέπεται με τον N 2322/1995 αναδρομική ισχύς της υπ' αριθ. 2/1804/0025/08-07-2005 υπουργικής αποφάσεως.

Στο νομοθετικό αυτό κενό θεμελιώνει το εναγόμενο τον ισχυρισμό του περί μη παροχής της εγγύησης του Δημοσίου στις επίδικες δανειακές συμβάσεις αφού αυτές καταρτίστηκαν κατά το ανωτέρω κρίσιμο διάστημα. Ωστόσο, παρά τα ανωτέρω, το εναγόμενο Δημόσιο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, εξέδωσε για τα ένδικα δάνεια τις υπ' αριθ. ...: .../.../Α/ .../...-2004 και .../.../Α/.../...6-2004 εγκριτικές πράξεις - βεβαιώσεις προς δανειοδότηση και ενέκρινε την δανειοδότηση των ως άνω πιστούχων για την αγορά κατοικίας με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά ποσοστό 100% και επιδότηση επιτοκίου κατά 100%, με βάση την υπ' αριθ. 96629/222220/2002 ΚΥΑ όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 96629/6295/08-05-2003 ΚΥΑ που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν 2790/2000.

Στις εν λόγω εγκριτικές πράξεις βασίστηκε η ενάγουσα και προέβη στην κατάρτιση των ένδικων δανειακών συμβάσεων με τους συγκεκριμένους δανειολήπτες. Εξ άλλου, το εναγόμενο, ουδέποτε απάντησε αρνητικά στην ενάγουσα επικαλούμενο νομοθετικό κενό κατά τη σύναψη των συμβάσεων όταν η ενάγουσα υπέβαλε στην αρμόδια Διεύθυνση του ΓΛΚ αίτημα για την κατάπτωση της εγγύησης ως προς τα συγκεκριμένα δάνεια.

Και ναι μεν δεν είχε εκδοθεί ακόμα η υπ' αρίθ. 144/2016 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ, αλλά μετά το αίτημα που είχε ήδη υποβάλει η ενάγουσα το έτος 2012, το εναγόμενο όφειλε να συμβουλευθεί άμεσα τη Νομική του Υπηρεσία και σε εύλογο χρονικό διάστημα να απαντήσει ως προς την ύπαρξη ή μη νομοθετικού κενού, πλην όμως η ως άνω Γνωμοδότηση εκδόθηκε μετά από 4 έτη από την υποβολή του αιτήματος της ενάγουσας (κατά τη Συνεδρίαση της 1ης Ιουνίου 2016 του ΝΣΚ) και έγινε αποδεκτή αρμοδίως στις αρχές του έτους 2017.

Με την έκδοση των παραπάνω εγκριτικών πράξεων - βεβαιώσεων προς δανειοδότηση δημιουργήθηκε στην ενάγουσα η πεποίθηση ότι οι συναφθείσες το ανωτέρω κρίσιμο διάστημα δανειακές συμβάσεις είχαν την κάλυψη του Ελληνικού Δημοσίου και για τον λόγο αυτό προέβη στην κατάρτισή τους, γεγονός που καθιστά καταχρηστική την επίκληση του ισχυρισμού του εναγομένου περί νομοθετικού κενού το προαναφερόμενο διάστημα.

Δεν ευθύνεται άλλωστε η ενάγουσα για την καθυστέρηση στην έκδοση της επίδικης απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να φέρει η ίδια το βάρος των συνεπειών αυτής της καθυστέρησης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.059,25 Ευρώ (1.842,99 + 1.216,26), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας ποσοστού 6% από την επομένη της επιδόσεις της αγωγής (άρθ.21 του Κώδικα Περί Δικών του Δημοσίου που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 109 παρ.2 ΕισΝΑΚ και ως ειδικό υπερισχύει των διατάξεων του ΑΚ)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να προβάλει την ύπαρξη νομοθετικού κενού και συνεπώς την μη ύπαρξη νόμιμης σύμβασης εγγύησης μεταξύ των διαδίκων. Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλόμενης απόφασης, το εναγόμενο - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αμυνόμενο κατά της αγωγής, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι τα επίδικα δάνεια δεν καλύπτονται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου καθώς οι δανειακές συμβάσεις καταρτίστηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από 07-10-2004 έως 29-07-2005 κατά το οποίο το Δημόσιο δεν ευθυνόταν ως εγγυητής, αφού δεν είχε εκδοθεί σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών περί παροχής της εγγύησης Ελληνικού Δημοσίου.

Απαντώντας στον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη τράπεζα ισχυρίστηκε, ότι το αναιρεσείον κατά κατάχρηση δικαιώματος επικαλέστηκε την ύπαρξη νομοθετικού κενού, αφού με την έκδοση των αναφερόμενων εγκριτικών πράξεων - βεβαιώσεων προς δανειοδότηση δημιουργήθηκε σ' αυτή η πεποίθηση ότι οι συναφθείσες το ανωτέρω κρίσιμο διάστημα δανειακές συμβάσεις είχαν την κάλυψη του Ελληνικού Δημοσίου και για τον λόγο αυτό προέβη στην κατάρτισή τους.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως νομοθετικού κενού και μη ευθύνης αυτού ως εγγυητή δεν συνιστούσε ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής, ως προς την συνδρομή των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών περιστατικών και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για "αντένσταση" της αναιρεσείουσας - ενάγουσας.

Έτσι, τα επικληθέντα από τη τελευταία ως άνω, πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της δήθεν "αντένστασης", αποτελούν ουσιαστικά τη βάση μιας άλλης αγωγής και, ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ήταν απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν έγινε προσθήκη νέων περιστατικών, που συνιστά ανεπίτρεπτη, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Θεμελιώνει δηλαδή ο ισχυρισμός αυτός το αίτημα της αγωγής, επί άλλων - πέραν των αρχικώς με την ένδικη αγωγή προβληθέντων- πραγματικών περιστατικών, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της. Παρ' όλα αυτά, το Ειρηνοδικείο έκρινε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσίβλητης νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο και κατά παραδοχή αυτού δέχθηκε, όπως αναφέρθηκε, την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, υπέπεσε στην από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που απαραδέκτως προτάθηκαν από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και που δεν περιέχονταν στο δικόγραφο της αγωγής της. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, ενώ έκρινε νόμιμη την αγωγή με βάση τα άρθρα 361, 806, 845 επ.

ΑΚ, την υπ' αριθμ. 96629/6295/05-05-2003 και 96629/15345/17-9-2003 ΚΥΑ, τις υπ' αριθμ. 2/31230/0025/06-06-2003 και 2/56365/10-10-2003 αποφάσεις του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και τα άρθρα 1, 11 Ν.2322/1995, Ν.2790/2000 περί "Αποκατάστασης παλιννοστούντων ομογενών από την τέως ... ...", που αποτελούσαν και την μοναδική βάση της αγωγής και στη συνέχεια έκρινε ότι υπήρχε νομοθετικό κενό όσον αφορά την εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάνεια των ομογενών παλλινοστούντων, κατά το χρονικό διάστημα από 7-10-2004 έως 29-7-2005, επομένως και για την ευθύνη από τις επίδικες συμβάσεις εγγύησης, εντούτοις, αντί να ερευνήσει αν είναι δυνατή η πλήρωση του νομοθετικού αυτού κενού, έλαβε υπόψη τον παραπάνω, μη νομίμως προταθέντα, ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής προβολής εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ύπαρξης νομοθετικού κενού, και έκανε δεκτή την αγωγή αυτής ως ουσιαστικά βάσιμη, καίτοι έπρεπε να απορρίψει τον ως άνω ισχυρισμό ως δικονομικά απαράδεκτο, εφόσον έτσι μεταβαλόταν ανεπίτρεπτα η ιστορική βάση της αγωγής και δεν υπήρξε απλώς διευκρίνηση ή παραδεκτή συμπλήρωση των αγωγικών ισχυρισμών.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση και όχι από τον αρ. 6), με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2465/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ