Legislator Case Law & Legislation
1507/2022 AI generated

Appeal dismissed because the appealed judgment was not final due to lack of service, rendering the appeal inadmissible.

Case Number 1507/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment rendered in absentia. The appellant argued the judgment was final, but the court found it was not yet final because the judgment had not been served to the absent defendants, meaning the statutory period for filing an objection had not started. Consequently, the appeal was declared inadmissible as it sought to challenge a non-final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 503(1) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rendered in absentia is inadmissible if the judgment has not been served to the absent parties, as the judgment remains subject to the objection period and is not yet final.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal judgment rendered in absentia lack of service non-final judgment objection period Code of Civil Procedure finality of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 49/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1507 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1507/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. συζ. Ε. Κ., το γένος Κ. Μ., 2) Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/43/1/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2021 αίτησή του και τους από 10-12-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 602/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις 7357β'/14-4-2021, 7356β'/14-4-2021 και 8027β'/20-1-2022, 8026β'/20-1-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θράκης Χ. Μ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο των δικογράφων της από 12-1-2021 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 10-12-2021 δικογράφου προσθέτων αυτής λόγων, κατά της με αριθμ. 259/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με πράξεις καταθέσεως δικογράφων και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-4-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Οι τελευταίοι όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α` και γ` ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 78/2022, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 33/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του περί αυτής δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) διαφορετικά είναι απαράδεκτη έστω και αν έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο που συζητείται η αναίρεση (ΑΠ 1087/2020).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντίστοιχα.

Συνεπώς, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 602/2021, ΑΠ 327/2020, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).

Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 602/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δημοσιεύθηκε στις 31-8-2020. Όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αυτής εφετειακής αποφάσεως στους ερημοδικασθέντες εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσίβλητους, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι τους έχει κοινοποιηθεί η εν λόγω απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι` αυτούς, κατ` άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως όπως δεν προκύπτει ούτε και επίκληση γίνεται και για το εάν οι αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν εξακολουθητικά δικαίωμα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτούς και έτσι καθίσταται απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 49/2020).

Το γεγονός, ότι με την επίδοση της από 12-1-2021αιτήσεως αναιρέσεως στους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων όπως εμφαίνεται από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα, με επίκληση, με αριθμ. 7357β'/14-4-2021 και 7356β'/14-4-2021 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θράκης Χ. Μ., ώστε αυτοί να παραστούν κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε σε αυτούς και η 259/2020 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην τους, δεν αρκεί, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση αυτής στους αναιρεσιβλήτους ώστε να αρχίσει να τρέχει γι` αυτούς, κατ` άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ο χαρακτήρας δε της απόφασης ως τελεσίδικης κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του περί αυτής δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως δεν άρχισε να τρέχει για τους αναιρεσιβλήτους η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί ως προς αυτούς τελεσίδικη, όπως ισχυρίζεται με τις προτάσεις της και η παριστάμενη τρίτη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη από 12-1-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/2021 αίτηση αναιρέσεως και οι από 10-12-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8/2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της 259/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθούν αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτα (ως δικόγραφα) κατ` άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης τρίτης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2021 (αριθμ. εκθ. κατ. 2/2021) αίτηση και τους από 10-12-2021 (αριθμ. εκθ. κατ. 8/2022) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 259/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ