Legislator Case Law & Legislation
1507/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on misreading evidence, ruling it was a matter of fact evaluation not law.

Case Number 1507/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a loan dispute. The appellant argued the lower court misread a bank receipt, claiming it did not prove the money transfer originated from the Greek branch. The court found this was not a misreading error but a different evaluation of evidence, as the lower court relied on multiple documents rather than just the disputed one.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged misreading of evidence is inadmissible if the lower court's finding was based on a comprehensive evaluation of all evidence rather than exclusively on the document in question.

Keywords

AI generated
misreading of evidence evaluation of facts appeal admissibility loan contract bank transfer proof code of civil procedure evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 184, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 878/2011
Supreme Court Case 1484/2004
Supreme Court Case 1598/2003
Supreme Court Case 123/2017
Supreme Court Case 295/2018
Supreme Court Case 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1507 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1507/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Θ. Δ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παραρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου:

Π. Δ. του Θ., κατοίκου ... Ηνωμένου Βασιλείου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χουλιάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.12.2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5644/2015, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3500/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2456/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19.07.2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, προκύπτει ότι με τη σύμβαση έντοκου δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι για τη σύναψη της σύμβασης του δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση, κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή στον οφειλέτη (ΑΠ 878/2011, ΑΠ 1484/2004, ΑΠ 1598/2003). Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου.

Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και οριστικά να το εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου, εφόσον δε το άρθρο 806 ΑΚ δεν διακρίνει είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από τον δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη.

Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρέωσης για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν. Το άτοκο δάνειο αντιθέτως είναι ετεροβαρής δικαιοπραξία (AΠ 123/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο έγγραφο της αναιρέσεως η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Η απλή μνεία του αριθμού της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει δεν αρκεί, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως (AΠ 863/2020, ΑΠ 1199/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

[II] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Ο εναγόμενος είναι θείος (αδελφός του πατέρα) του ενάγοντα, κατοικεί στο … από το έτος 1975 ενώ το 1977 τέλεσε γάμο με την Αγγλίδα υπήκοο A. E. B., από τον οποίο έχει αποκτήσει τέσσερα αγόρια, γεννηθέντα από το 1980 έως το 1989. Έχει πλέον αποκτήσει την βρετανική υπηκοότητα, ενώ επί δεκαετίες διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας δερματίνων ειδών, την οποία κατά το έτος 2011 (εννοεί μετέβαλε σε) επιχείρηση εμπορίας τροφίμων (delicatessen) στην εμπορική συνοικία ....

O ενάγων έχει ολοκληρώσει μουσικές σπουδές και κατά διαστήματα έχει εργαστεί σε διάφορες σχετικές και μη εργασίες. Ενδιαφερόμενος να ενταχθεί σε πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νέους αγρότες ή να ξεκινήσει μια νέα ζωή εργαζόμενος στο Ηνωμένο Βασίλειο περί τα μέσα Μαϊου 2004 επισκέφθηκε τον εναγόμενο θείο του στο Λονδίνο, που παρέμεινε επί δίμηνο (μέχρι τα μέσα Ιουλίου) φιλοξενούμενος μάλιστα και σιτιζόμενος στην οικία του (εναγομένου).

Αφού δεν τελεσφόρησε οποιαδήποτε ένταξή του στα ως άνω προγράμματα, ούτε η ανεύρεση εργασίας στο κατάστημα του θείου του ή σε άλλον εργοδότη (πράγμα δύσκολο αφού δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα), αναχώρησε για θερινές διακοπές στην Ελλάδα, προτιθέμενος να επιστρέψει στο Λονδίνο το φθινόπωρο. Μάλιστα για το λόγο αυτό, με τη βοήθεια του εναγόμενου, μίσθωσε δωμάτιο στην οικία του φίλου του τελευταίου S. O.

για τρείς μήνες αφού δεν μπορούσε να φιλοξενείται πλέον και να συμβιώνει με την εξαμελή οικογένεια του εναγόμενου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο και για την αντιμετώπιση των εξόδων του ο ενάγων, μη δυνάμενος να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά του εκεί, αφού δεν διέθετε μόνιμη κατοικία και εργασία, μετέφερε από λογαριασμό που διέθετε σε λίρες Αγγλίας στην Τράπεζα Κύπρου (ανέλαβε και ενέβασε) στις 28.06.2004, σε λογαριασμό που διέθετε ο εναγόμενος στην Τράπεζα HSBC το ποσό των 15.000 λιρών Αγγλίας.

Τελικά ο ενάγων επέστρεψε στο Λονδίνο τέλη Σεπτεμβρίου του 2004 και έμεινε εκεί μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους στο ως άνω μισθωμένο δωμάτιο, για ένα διάστημα μάλιστα φιλοξενώντας και μια φίλη του που τον επισκέφθηκε από την Ελλάδα. Ισχυρίζεται ο ενάγων (και η μάρτυρας μητέρα του) ότι το άνω ποσό των 15.000 λιρών Αγγλίας το χορήγησε ως δάνειο στον εναγόμενο θείο του που του το είχε ζητήσει τηλεφωνικά στις 10.05.2004, όταν αυτός (ενάγων) βρισκόταν στην Ελλάδα.

Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν πείθει το Δικαστήριο αυτό. Καταρχάς δεν αποδεικνύεται αν το έμβασμα αυτό εστάλη από κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα (όπως ο ενάγων ισχυρίζεται) ή από αυτό που βρίσκεται στο Λονδίνο. Άλλωστε η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου, όπως την περιγράφουν όλοι οι ...μάρτυρές του, αλλά και φαίνεται από το γεγονός ότι έχει αποκτήσει ιδιόκτητη οικία σε κεντρική συνοικία του ..., διατηρεί κατάστημα σε εμπορική περιοχή αυτού, έχει αγοράσει εκτάσεις στην περιοχή της γενέτειράς του ...

Αρκαδίας, όπου και προβαίνει σε δωρεές και αγαθοεργίες και επισκέπτεται συχνά τη χώρα μας, δεν συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι είχε ανάγκη να δανειστεί χρήματα από τον ενάγοντα ανηψιό του, τη στιγμή μάλιστα που ως μόνιμος κάτοικος ..., με εμπορική δραστηριότητα και υπηκοότητα αγγλική, θα μπορούσε κάλλιστα να απευθυνθεί για το σκοπό αυτό σε πιστωτικό ίδρυμα του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σε κάθε όμως περίπτωση το ποσό των 15.000 λιρών αποδόθηκε στον ενάγοντα και συγκεκριμένα ποσό 4.800 λιρών είχε καταβάλει ο εναγόμενος για λογαριασμό του στις αρχές Ιουλίου 2004 ως μισθώματα στον ως άνω S. O., ποσό 3.650 λιρών είναι η αξία τριών γουναρικών που ο ενάγων αγόρασε από το κατάστημα του εναγόμενου με σκοπό να τις μεταπωλήσει στην Ελλάδα πριν την (πρώτη) αναχώρησή του από το Λονδίνο και συγκεκριμένα στις 06.07.2004, ποσό 5.000 λιρών εδόθη στον ενάγοντα με την επιστροφή του στο Λονδίνο στα τέλη Σεπτεμβρίου 2004 προκειμένου να προσπαθήσει να ανοίξει δικό του τραπεζικό λογαριασμό και ποσό 1.550 λιρών που εδόθη με την άφιξη της φίλης του στην Αγγλία για την αντιμετώπιση των εξόδων του (σύνολο 15.000 λιρών Αγγλίας).

Για όλα τα παραπάνω περιστατικά (καθώς και για τα χρονικά διαστήματα παραμονής του ενάγοντος στο Λονδίνο) καταθέτουν μετά λόγου γνώσης οι ... μάρτυρες του εναγομένου (σύζυγος και υπάλληλος στο κατάστημα αυτού ...), οι οποίες γνωρίζουν τα γεγονότα περί των οποίων κατέθεσαν. Μάλιστα η υπάλληλος του εναγόμενου ήταν παρούσα στο κατάστημα σε όλες τις ως άνω καταβολές και συναλλαγές, αμφότερες δε συνδέουν την παραμονή του εναγόμενου στο Λονδίνο κατά το πρώτο ως άνω χρονικό διάστημα με τη διεξαγωγή του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου (EURO) του 2004, στο οποίο συμμετείχε και το κατέκτησε η χώρα μας, τους αγώνες της οποίας παρακολουθούσε ο ενάγων με την οικογένεια του εναγομένου στην οικία του τελευταίου στο Λονδίνο.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός της άπρακτης παρόδου άνω των εννέα ετών από της φερομένης σύμβασης δανείου μέχρι και την άσκηση (12.08.2013) της υπό κρίση αγωγής, χωρίς να προκύπτει ουδεμία σχετική όχληση του εναγομένου. Ισχυρίζεται μεν ο ενάγων ότι για το λόγο αυτό του απέστειλε την από 26.11.2004 επιστολή, όμως δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε στοιχείο ότι η επιστολή αυτή (προσκομιζόμενη σε απλή φωτοτυπία) ελήφθη όντως από τον εναγόμενο, ούτε μπορεί να αναιρεθεί η κρίση αυτή του δικαστηρίου από τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενάγοντος και την κατάθεση της μάρτυρος μητέρας του, που δεν κρίνονται πειστικοί, γιατί ενώ για παράδειγμα στην αγωγή αναφέρεται ότι ο ενάγων εργάστηκε αφιλοκερδώς για την ανακαίνιση του καταστήματος του εναγόμενου για χρονικό διάστημα 6 μηνών συνολικά, τα χρονικά διαστήματα παραμονής του στο Λονδίνο που αμφότεροι επικαλούνται (από 12ως 27.03.2004, από 20έως 27.06.2004, από 30.06 έως 15.07.2004 και από 29.09 έως 05.12.2004) δεν υπερβαίνουν συνολικά τους 3,5 μήνες|».

Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση στο πλαίσιο του άρθρου 528 ΚΠολΔ, εξαφάνισε την πρωτόδικη 5644/2015 απόφαση και την 3500/2016 διορθωτική αυτής και απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν.

[III] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 επ. ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε η σύναψη του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα χρηματικού δανείου προς τον αναιρεσίβλητο, αλλά, αντιθέτως, η μεταφορά του ποσού των 15.000 λιρών Αγγλίας από λογαριασμό του αναιρεσείοντος στην Τράπεζα Κύπρου σε λογαριασμό που διέθετε ο εναγόμενος στην Τράπεζα HSBC έγινε για άλλη αιτία και δη το ποσό αυτό εμπιστεύθηκε ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο με σκοπό την αντιμετώπιση των εξόδων διαβίωσής του στο Λονδίνο λόγω της μη δυνατότητάς του να ανοίξει στη Βρετανία δικό του τραπεζικό λογαριασμό, αφού δεν διέθετε εκεί μόνιμη κατοικία και εργασία, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κατάρτισης συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων και εντεύθεν της μη υποχρέωσης απόδοσης αυτού την 28-8-2004, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την έλλειψη των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 806 ΑΚ, αφού στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό πόρισμα.

Είναι δε αβάσιμες, οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι:

(α) «ενώ δέχεται ότι η τράπεζα Κύπρου Ελλάδος στην οποία διέθετε (ο ενάγων) λογαριασμό σε λίρες Αγγλίας είχε υποκατάστημα στο Λονδίνο, εν συνεχεία δέχεται ότι ο αντίδικος του έδωσε δήθεν τον Σεπτέμβριο του 2004 το ποσό των 5.000 λιρών για να ανοίξει δικό του λογαριασμό στο Λονδίνο»,

(β) «η έλλειψη ανάγκης δανεισμού του αντιδίκου κατά την εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης λόγω και της δήθεν δυνατότητας του τελευταίου να λάβει δάνειο από πιστωτικό ίδρυμα του Ηνωμένου Βασιλείου στερείται λογικού ερείσματος», διότι το περιεχόμενο της αγωγής και οι αποδείξεις ... συνηγορούν υπέρ της εξαπάτησής (του) και όχι προς πρόθεση εκ μέρους του αντιδίκου προς λήψη δανείου από ιδιώτη ... για τα χρήματα που ζητήθηκαν ... δεν υπήρχε ποτέ πρόθεση ... να αποπληρωθούν...»,

(γ) «... τα περί δήθεν αναζήτησης επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο Λονδίνο, ...χωρίς να διευκρινίζει τι είδους σταδιοδρομία εννοεί, ούτε πως συνεχόταν με τις σπουδές που αποδέχεται ότι είχε κάνει στον τομέα της μουσικής υποπίπτουν στο σφάλμα των αντιφατικών αιτιολογιών και οδηγούν το Εφετείο σε εσφαλμένη εκτίμηση περί διαφορετικού σκοπού επισκέψεως και παραμονής στο Λονδίνο...και στην εσφαλμένη αντίληψη περί διαφορετικής αιτίας μεταβίβασης ...του επιδίκου ποσού... στον αντίδικο...»,

(δ) «η παραδοχή περί πώλησης από τον εναγόμενο στον ενάγοντα γουναρικών από το κατάστημά του προς μεταπώληση στην Ελλάδα έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι ο εναγόμενος διέθετε ευρεία οικονομική επιφάνεια...», αφού πρόκειται για πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου που κατά τα προεκτεθέντα συνέχονται με την αξιολόγηση και τη στάθμιση των αποδείξεων, μη αποτελούντα παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων λόγω της μη ταύτισης των δικών του επιχειρημάτων με εκείνα της προσβαλλόμενης, επί πλέον δε, τα υπό στοιχείο (α), (γ), (δ) διαλαμβανόμενα δεν συγκρούονται ούτε αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους, αποδυναμώνοντας την κρίση της απόφασης για την μη υπαγωγή της εν λόγω ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό του εν λόγω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν συνιστά το νομικό χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ.1, κατ' εκτίμηση, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

[IV] Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, AΠ 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 862/2020, ΑΠ1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Εν προκειμένω με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διαλαμβάνοντας την παραδοχή ότι «σκοπός της επίσκεψής του στο Λονδίνο ήταν η απασχόλησή του σε προγράμματα αγροτουρισμού στο ίδιο το Λονδίνο και αφού δεν τελεσφόρησε η ένταξή του σε τέτοια προγράμματα ούτε η εξεύρεση εργασίας στο κατάστημα του αντιδίκου ή σε άλλον εργοδότη αναχώρησε για θερινές διακοπές στην Ελλάδα», έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος εν όψει του ότι υπό τα εκτιθέμενα δεν προσάπτεται πλημμέλεια για λήψη υπόψη αυτοτελούς κατά την προαναφερόμενη έννοια ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης στηρίζοντας το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά πρόκειται για συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας εξαγόμενο από τις αποδείξεις, που όμως δεν ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, κατά τα προεκτεθέντα.

[V] Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 217/2016, 2031/2007).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:

(α) ότι «μίσθωσε δωμάτιο στην οικία S. O.

(β) ως προς την απόδοση από τον αντίδικο των επί μέρους ποσών και περί της δήθεν μεταξύ τους οικονομικής συναλλαγής, δηλαδή της καταβολής των 4.800 λιρών προς τον (S.) O. για τη μίσθωση του δωματίου για λογαριασμό του, της πώλησης των γουναρικών σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) αξίας 3650 λιρών, της καταβολής 5.000 λιρών στον ίδιο για την αντιμετώπιση των εξόδων του στο Λονδίνο και των 1550 λιρών σ' αυτόν κατά την άφιξη της φίλης του, το άθροισμα των οποίων ανερχόταν σε 15.000 λίρες Αγγλίας,

(γ) ως προς τις δωρεές, τις αγαθοεργίες και τις δήθεν αγορασθείσες εκτάσεις του αντιδίκου στη γενέτειρά του,

(δ) ως προς το ότι ο εναγόμενος του πώλησε τρία γουναρικά αξίας 3650 λιρών Αγγλίας,

(ε) ως προς την καλή οικονομική κατάσταση και την έλλειψη ανάγκης δανεισμού του εναγόμενου,

(στ) ως προς τη δήθεν αποστολή του ποσού των 15.000 λιρών Αγγλίας στο λογαριασμό του εναγόμενου από τον λογαριασμό του ενάγοντος στο πλαίσιο συμβάσεως εμπιστεύματος και την απόδοση του άνω ποσού από τον πρώτο στον δεύτερο».

Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι υπό την κατ’ επίφαση πλημμέλεια των ως άνω παραδοχών, με επίκληση «της μη ορθής εκτίμησης των στοιχείων, της ανεπάρκειας των καταθέσεων των μαρτύρων του εναγόμενου, της αντίφασης των ισχυρισμών του τελευταίου, της απόδοσης μεγαλύτερης βαρύτητας από αποδεικτικής σκοπιάς στα αποδεικτικά στοιχεία του εναγόμενου και ειδικότερα στις καταθέσεις των μαρτύρων του απ' ότι στα δικά του στοιχεία και στη μάρτυρά του», πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 ΚΠολΔ), παρά τα όσα αντιστοίχως αδόκιμα ο αναιρεσείων αιτιάται. Επί πλέον, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά τις υπό στοιχείο (α), (γ), (δ) αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς καταλυτικούς της ένδικης αγωγής που να επιδρούν ουσιωδώς στην έκβαση της δίκης υπό την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

[VI] Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11 περ.

γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο ΑΠ 225/2017, ΑΠ 516/2016).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005 ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1454/2017).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα: (α) το εξοδολόγιο και την απόδειξη της τράπεζας Κύπρου με την ένδειξη «Κατάστημα ...» περί του ζητήματος αποστολής του εμβάσματος του επίδικου ποσού από το εν Ελλάδι υποκατάστημα (β) τις προγενέστερες αγωγές του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα μη επιδοθείσες χωρίς δική του υπαιτιότητα όσον αφορά το ζήτημα της μη οχλήσεως του εναγομένου, (γ) το αεροπορικό εισιτήριο της 12.03.2004 από Αθήνα προς Λονδίνο, (δ) το αεροπορικό εισιτήριο της 27.03.2004 από Λονδίνο προς Αθήνα, (ε) το από 20.05.2004 έγγραφο της τράπεζας Κύπρου περί πληρωμών του στην Αθήνα, (στ) το αντίγραφο βιβλιαρίου καταθέσεων της τράπεζας EUROBANK του ...

λογαριασμού του περί των συναλλαγών του από 22.04.2004 ως 28.09.2004 στο υποκατάστημα ... ..., όσον αφορά τους χρόνους παραμονής του στην Ελλάδα, ζ) το από 20.12.2004 με ... έγγραφο της τράπεζας Κύπρου (visa) για αγορά την 05.12.2004 εισιτηρίου του από αεροδρόμιο HEATHROW (αρ.παραστ. ...) όσον αφορά το χρόνο παραμονής στο Λονδίνο. Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε «χωρίς εξαίρεση και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξαρτήτως αν μνημονεύονται ρητά ή όχι ...»,αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης (ιδιαιτέρως δε από τις συναφείς σκέψεις και παραδοχές της) δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα πιο πάνω φερόμενα ως παραλειφθέντα.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθ’ όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω στοιχείων, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

[VII] Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 295/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπό στοιχείο 9 επικληθέντος και προσκομισθέντος ως αποδεικτικού στοιχείου (εγγράφου απόδειξης της τράπεζας Κύπρου με την ένδειξη ...) με την παραδοχή ότι «δεν αποδεικνύεται εάν το έμβασμα εστάλη από το κατάστημα της τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα ή από αυτό που βρίσκεται στο Λονδίνο», ενώ το αληθές είναι ότι το εν λόγω έγγραφο «βεβαιώνει ότι η αποστολή των χρημάτων έγινε από το υποκατάστημα της άνω τράπεζας στο Περιστέρι».

Από τα παραπάνω, όμως, δεν προκύπτει διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου ως προς το αληθινό περιεχόμενο τoυ πιο πάνω εγγράφου, (το οποίο σημειωτέον δεν παρατίθεται), δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά διαφορετική εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς το πρόσωπο του εκδότη του εγγράφου που ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στο έγγραφο που προπαρατέθηκε, αλλά σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ένορκες βεβαιώσεις και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προμνημονευόμενο έγγραφο.

Συνεπώς και ο τελευταίος αυτός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττάται τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ,176, 184, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.07.2018 αίτηση του Θ. Δ. για αναίρεση της με αριθμό 2456/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ