Legislator Case Law & Legislation
1507/2018 AI generated

1507/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1507/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Υπόκειται προς κρίση η από 3-5-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 1882/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας έφεσης της εναγομένης και εδώ αναιρεσείουσας κατά της 201/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 6-4-2010 αγωγή του ενάγοντος και εδώ αναιρεσίβλητου για καταβολή επικουρικής σύνταξης και εφ' άπαξ παροχής, σύμφωνα με την επικληθείσα σύμβαση ειδικής ασφαλιστικής κάλυψης προσωπικού. Επί της έφεσης αυτής, αρχικά, είχε εκδοθεί η 6888/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επί αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής, εκδόθηκε η 22/ 2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης στο δικαστήριο της παραπομπής εκδόθηκε η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση με την ένδικη, δεύτερη αίτηση αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

1507/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, σύμφωνα με τον από 21-12-1981 Οργανισμό της εναγομένης, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν ορισμένου χρόνου και έληγε αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του. Ότι η εναγομένη, την 8-1-2010, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο και, ειδικότερα, λόγω διαπράξεως πειθαρχικών παραπτωμάτων εκ μέρους του ενάγοντος.

Keywords

AI generated
health impairment in military insurance impairment of military security termination of service termination of mandate leave for military service termination of insurance benefits
AI generated
22/2015
Supreme Court annuls lower court ruling denying supplementary pension rights upon employer dismissal due to contract interpretation errors.
1259/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2184/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2293/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2011 αίτησή της.
287/2013
Supreme Court dismisses appeal regarding Article 74 of Law 3371/2005, ruling it applies only to those establishing immediate pension rights before 2012.
1888/2017
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του νομοθετικού διατάγματος 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" (που έχει εφαρμογή λόγω του εδώ κρίσιμου χρόνου), όλες οι ημεδαπές και αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφάλισης διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ν.δ.
232/2021
Supreme Court allows appeal against labor court decision for dismissal of lawyer citing lack of reasoning.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1507 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1507/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Τόμπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Κεφαλοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 201/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6888/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας είχε ζητήσει ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14-1-2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 22/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την τότε προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο. Κατόπιν, εκδόθηκε η 4952/2015 μη οριστική και 1882/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκειται προς κρίση η από 3-5-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 1882/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας έφεσης της εναγομένης και εδώ αναιρεσείουσας κατά της 201/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 6-4-2010 αγωγή του ενάγοντος και εδώ αναιρεσίβλητου για καταβολή επικουρικής σύνταξης και εφ' άπαξ παροχής, σύμφωνα με την επικληθείσα σύμβαση ειδικής ασφαλιστικής κάλυψης προσωπικού. Επί της έφεσης αυτής, αρχικά, είχε εκδοθεί η 6888/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επί αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής, εκδόθηκε η 22/ 2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης στο δικαστήριο της παραπομπής εκδόθηκε η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση με την ένδικη, δεύτερη αίτηση αναίρεσης.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (τότε εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος), την 15-3-1979, είχε προσληφθεί ως κλητήρας στην επιχείρηση της εναγομένης (τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, που προέκυψε ύστερα από διαδοχικές, αλλά μη αμφισβητούμενες μεταβολές στο πρόσωπο του εργοδότη), η οποία αναπτύσσει ασφαλιστικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

Ότι, σύμφωνα με τον από 21-12-1981 Οργανισμό της εναγομένης, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν ορισμένου χρόνου και έληγε αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του. Ότι η εναγομένη, την 8-1-2010, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο και, ειδικότερα, λόγω διαπράξεως πειθαρχικών παραπτωμάτων εκ μέρους του ενάγοντος.

Ότι με την από 8-6-1984 Σύμβαση Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης Προσωπικού Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας Εμπορική (στο εξής αναφέρεται ως Κανονισμός), στην οποία υπήχθη συμβατικώς και ο ενάγων, η Εμπορική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εναγομένη), ως τότε εργοδότης, είχε αναλάβει τη βελτίωση της ασφαλιστικής κάλυψης του προσωπικού της με την παροχή σύνταξης και εφάπαξ αποζημίωσης, υπό τους όρους που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση.

Ότι στη σύμβαση αυτή απέκτησε και ο ενάγων την ιδιότητα του ασφαλισμένου, η δε εργοδότρια εταιρεία παρακρατούσε τις αναλογούσες εισφορές υπέρ του συσταθέντος ειδικού λογαριασμού για τις συνταξιοδοτικές παροχές. Ότι στην ασφαλιστική σύμβαση, μεταξύ άλλων, ορίζονται και τα εξής: "Άρθρο 2. Σκοπός και υποκείμενα της ασφάλισης. 1.

Σκοπός της παρούσας συμφωνίας είναι η κατά τους όρους του Κανονισμού παροχή βοηθείας είτε σε ασφαλισμένους που, λόγω γήρατος, συμπλήρωσης ορισμένου χρόνου υπηρεσίας, αναπηρίας ή ατυχήματος, παύουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην εταιρία είτε - σε περίπτωση θανάτου τους - σε μέλη των οικογενειών τους.

Η βοήθεια συνίσταται σε μηνιαία σύνταξη (πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα, χρήσης και επιδόματος αδείας) και εφάπαξ παροχή. Άρθρο 3. Απώλεια της ιδιότητας του ασφαλισμένου- Δικαιώματα. 1. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου η ιδιότητα του ασφαλισμένου χάνεται αυτοδίκαια με την απώλεια της ιδιότητας του εργαζομένου στην εταιρεία για οποιοδήποτε λόγο. 2.

Εξαιρετικά, η ιδιότητα του ασφαλισμένου διατηρείται στην περίπτωση που ο αποχωρών έχει συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για την απονομή μηνιαίας σύνταξης και εφάπαξ παροχής, πλην του ορίου ηλικίας που προβλέπει ο Κανονισμός και δεν ζητήσει εγγράφως την επιστροφή των ποσών της επόμενης παραγράφου. 3.

Όποιος χάσει την ιδιότητα του ασφαλισμένου δικαιούται να λάβει ατόκως μόνον ό,τι έχει καταβάλει στον ειδικό λογαριασμό (η σύσταση του οποίου προβλέπεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης), λόγω εισφοράς ή εξαγοράς. 4. Οι κατά την παρ.2 ασφαλισμένοι δικαιούνται της μηνιαίας και εφάπαξ παροχής που τους αναλογεί μόλις συμπληρώσουν το απαραίτητο όριο ηλικίας και εφόσον έχουν υποβάλει στην εταιρία όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά.

Άρθρο 6. Πραγματική και Συντάξιμη υπηρεσία. 1. Πραγματική υπηρεσία είναι ο χρόνος που διανύεται στην εταιρία από 1-1-1982 και μετά. Πραγματική υπηρεσία λογίζεται και η πραγματική υπηρεσία στην εταιρία που εξαγοράσθηκε καθώς και η μέχρι δύο (2) ετών στρατιωτική θητεία που εξαγοράσθηκε. Συμπληρωμένο κατά την αποχώρηση εξάμηνο υπολογίζεται ως πλήρες έτος. 2.

Συντάξιμη υπηρεσία είναι: α) Η παραπάνω πραγματική υπηρεσία, β) Η οπουδήποτε αλλού προϋπηρεσία που εξαγοράσθηκε με ανώτατο όριο τα πέντε (5) έτη, συμπεριλαμβανομένης της μέχρι δύο (2) ετών στρατιωτικής θητείας .3. Η εξαγορά υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας προϋποθέτει αίτηση. Για την εξαγορά στρατιωτικής θητείας η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την απόλυση από το Στρατό. 4.

α) Η εξαγορά της πραγματικής υπηρεσίας και της συντάξιμης προϋπηρεσίας γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο που κάνει την εξαγορά των εισφορών που αναλογούν στο χρόνο που αναγνωρίζεται. β) Η εξαγορά υπολογίζεται με ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε σύνολο ποσοστού εισφορών εταιρίας και ασφαλισμένου, με βάση τις αποδοχές.

γ) Το ποσό της εξαγοράς προσδιορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και καταβάλλεται σε είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις ή εξήντα ισόποσες έντοκες μηνιαίες δόσεις με ετήσιο επιτόκιο 10%. Άρθρο 7. Δικαιούχοι παροχών. Δικαίωμα για μηνιαία σύνταξη και εφάπαξ παροχή έχουν όσοι πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις: 1.

Άνδρες: α) Μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που ορίζει εκάστοτε ο Οργανισμός και εφόσον έχουν 15ετή υπηρεσία στην εταιρία και 15ετή ασφάλιση κατά τον Κανονισμό. β) Μετά τη συμπλήρωση τριάντα (30) χρόνων συντάξιμης υπηρεσίας, από τα οποία είκοσι πέντε (25) χρόνια είναι πραγματική υπηρεσία κατά το άρθρο 6 παρ.1. [...] 3.

Άνδρες και Γυναίκες : α) Απόλυση από την υπηρεσία για ολική ή μερική σωματική ή πνευματική ανικανότητα και συνταξιοδότηση για την αναπηρία αυτή από το ΙΚΑ". Ότι από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ιδιότητα του ασφαλισμένου και κατ' επέκταση το δικαίωμα λήψης των παροχών που στηρίζεται σ' αυτήν χάνεται όταν ο ασφαλισμένος απολέσει την ιδιότητα του εργαζομένου στην εταιρία για οποιοδήποτε λόγο.

Ότι, κατ' εξαίρεση, η ιδιότητα του ασφαλισμένου διατηρείται στην περίπτωση που ο αποχωρών έχει συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για την απονομή μηνιαίας σύνταξης και εφάπαξ παροχής, πλην του ορίου ηλικίας που προβλέπει ο Κανονισμός (δηλαδή πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τους άνδρες υπαλλήλους στο άρθρο 7 παρ.1 περ.

β', γ' και δ' της Σύμβασης) και δεν ζητήσει εγγράφως την επιστροφή των εισφορών ή ενδεχομένως της εξαγοράς προϋπηρεσίας που κατέβαλε στον ειδικό λογαριασμό. Ότι μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι και η συμπλήρωση τριάντα (30) ετών συντάξιμης υπηρεσίας από τα οποία τα είκοσι πέντε (25) έτη είναι πραγματική υπηρεσία, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, οπότε, κατ' εξαίρεση, ο αποχωρών εργαζόμενος διατηρεί στην περίπτωση αυτή την ιδιότητα του ασφαλισμένου και δικαιούται να λάβει τις ασφαλιστικές παροχές και το δικαίωμα αυτό γεννάται αμέσως κατά το χρόνο της αποχώρησης του.

Ότι ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι, από την 1-1-1982 έως τη λύση της εργασιακής του σύμβασης δια της άνω καταγγελίας, διένυσε στην εταιρία τριάντα (30) έτη υπηρεσίας, συνυπολογιζομένων και των δύο (2) ετών της στρατιωτικής του θητείας, από τα οποία τα είκοσι πέντε (25) έτη είναι πραγματική υπηρεσία, υπέβαλε προς το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης εργοδότριας την από 25-2-2010 αίτηση για τη λήψη των προβλεπόμενων παροχών (εφάπαξ και μηνιαία σύνταξη) από τη Σύμβαση Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2 και 7 παρ.1 περ.

β' αυτής. Ότι κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων κατά την κατάρτιση του από 8-6-1984 Κανονισμού Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις των διατάξεων της σύμβασης, σύμφωνε με την καλή πίστη και κατόπιν στάθμισης α) της διάταξης του άρθρου 18 παρ.7 αυτής, στην οποία ορίζεται ότι για την απονομή της εφάπαξ παροχής σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εξόδου από την υπηρεσία, πλην θανάτου ή αναπηρίας, πρέπει να συντρέχει και χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην εταιρεία τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και β) της διάταξης του άρθρου 19 αυτής, στην οποία ορίζεται ότι σε περίπτωση που ασφαλισμένος απολύεται από την εταιρεία για κατάχρηση, υπεξαίρεση, απάτη ή πλαστογραφία από τις οποίες επήλθε οικονομική ζημία σε βάρος της, από την εφάπαξ παροχή του παρακρατείται και αποδίδεται στην εταιρεία ποσό ίσο με τη ζημία, προκύπτει ότι στην έννοια της "αποχώρησης" από την υπηρεσία στο υφιστάμενο κενό της διάταξης του άρθρου 3 παρ.2 του Κανονισμού εμπίπτει και η περίπτωση της απώλειας της θέσης εργασίας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη, οπότε, αν συντρέχουν οι λοιπές χρονικές προϋποθέσεις, ο απολυόμενος δικαιούται τις ασφαλιστικές παροχές που προβλέπει ο Κανονισμός.

Ότι εν προκειμένω ο ενάγων, που απώλεσε την ιδιότητα του εργαζομένου λόγω καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη, δικαιούται κατ' αρχήν τις ασφαλιστικές παροχές που προβλέπει η από 8-6-1984 Σύμβαση Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης (Κανονισμός). Ότι στην ερμηνευτική αυτή κρίση κατέληξε για την ένδικη υπόθεση και η 22/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της από 14-1-2014 αίτησης αναίρεσης του εφεσίβλητου κατά της 6888/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβληθείσα απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται ως προς το άνω επιλυθέν ζήτημα από την αναιρετική απόφαση.

Ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις της Σύμβασης Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης, προϋπόθεση λήψης από τον ενάγοντα των εκεί προβλεπόμενων παροχών και συγκεκριμένα της μηνιαίας σύνταξης μέχρι τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ) και της εφάπαξ παροχής, είναι η συμπλήρωση, από 1-1-1982 έως 8-1-2010, τριάντα (30) ετών συντάξιμης υπηρεσίας, από τα οποία τα είκοσι πέντε (25) έτη να είναι πραγματική.

Ότι, ειδικότερα, κατά το άρθρο 6 της Σύμβασης Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης πραγματική υπηρεσία είναι κατ' αρχάς ο χρόνος που διανύεται στην εταιρία από 1-1-1982, καθώς και η μέχρι δύο (2) ετών στρατιωτική θητεία που εξαγοράσθηκε, η οποία επίσης λογίζεται ως πραγματική υπηρεσία, ενώ συντάξιμη υπηρεσία είναι η ανωτέρω πραγματική υπηρεσία και η οπουδήποτε αλλού προϋπηρεσία που εξαγοράσθηκε με ανώτατο όριο τα πέντε (5) έτη, συμπεριλαμβανομένης της μέχρι δύο (2) ετών στρατιωτικής θητείας.

Ότι η εξαγορά της πραγματικής υπηρεσίας και της συντάξιμης υπηρεσίας γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο που πραγματοποιεί την εξαγορά των εισφορών που αναλογούν στο χρόνο που αναγνωρίζεται. Ότι για την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας απαιτείται αίτηση, που υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την απόλυση από το στρατό (άρθρο 6 παρ.3 εδ.

β' του Κανονισμού) και η εξαγορά πραγματοποιείται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο των εισφορών που αναλογούν στο χρόνο που αναγνωρίζεται και υπολογίζεται με ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε σύνολο του ποσοστού εισφορών ασφαλισμένου και εταιρίας με βάση τις αποδοχές και το ποσό της εξαγοράς προσδιορίζεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου.

Ότι σύμφωνα με την ….-12-2015 βεβαίωση χρόνου ασφάλισης του Ταμείου Επαγγελματικής Ασφάλισης Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων (ΤΕΑΠΑΕ) ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος, ως έμμισθος υπάλληλος στην "..." από 15-3-1979 έως 31-12-1998 και στην "... ΑΕ" (εναγομένη) από 1-1-1999 έως 30-11-2009, έχοντας πραγματοποιήσει 9.112 ημέρες εργασίας (30 έτη, τέσσερις μήνες και δώδεκα ημέρες).

Ότι στον αναφερόμενο στη βεβαίωση αυτή χρόνο ασφάλισης περιλαμβάνεται και το χρονικό διάστημα από 2-12-1980 έως 4-11-1982, κατά το οποίο ο ενάγων υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Ότι στο συνημμένο στη βεβαίωση αυτή έγγραφο αναγράφεται ότι ο ενάγων είχε είκοσι πέντε (25) ημέρες εργασίας και αντίστοιχης ασφάλισης το Δεκέμβριο του 1980, από είκοσι πέντε (25) ημέρες εργασίας και αντίστοιχης ασφάλισης κάθε μήνα των ετών 1981 και 1982, πλην του μηνός Νοεμβρίου 1982 για τον οποίο αναφέρεται ότι είχε είκοσι μία (21) ημέρες εργασίας.

Ότι από το ανωτέρω έγγραφο, στο οποίο αναγράφεται σε επισημείωση ότι "για τη στρατιωτική θητεία καταβλήθηκαν κανονικά οι εισφορές από την εταιρεία", αποδεικνύεται η εξαγορά των δυο (2) ετών της στρατιωτικής θητείας, με την καταβολή των αντίστοιχων εισφορών, αφού στην αντίθετη περίπτωση ο χρόνος από 2-12-1980 έως 4-11-1982 δεν θα βεβαιωνόταν ως χρόνος ασφάλισης.

Ότι η εξαγορασθείσα στρατιωτική θητεία δύο (2) ετών δύναται να προστεθεί στο χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας των είκοσι οκτώ ετών που διένυσε ο ενάγων από 1-1-1982 έως 8-1-2010 με συνέπεια να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ.1 περ. β' της Σύμβασης που απαιτούνται για τη θεμελίωση δικαιώματος επικουρικής σύνταξης και εφάπαξ παροχής από τον ειδικό λογαριασμό της εναγομένης.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους συναφείς λόγους έφεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή.

4. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας του ενάγοντος. Τούτο διότι ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές του ως προς τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, το ποσό εξαγοράς της μέχρι δύο ετών στρατιωτικής θητείας υπολογίζεται σε ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε σύνολο του ποσοστού εισφορών ασφαλισμένου (εδώ αναιρεσίβλητου) και εταιρίας (εδώ αναιρεσείουσας) με βάση τις αποδοχές, προσδιορίζεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο στον τηρούμενο ειδικό λογαριασμό για εφάπαξ παροχή και επικουρική σύνταξη του προσωπικού της εταιρίας, ακολούθως και αντιφατικώς προς τα ανωτέρω δέχεται ότι η εξαγορά του χρόνου της στρατιωτικής θητείας του αναιρεσίβλητου έγινε με την καταβολή από την αναιρεσείουσα των εισφορών για τη στρατιωτική του θητεία προς το Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων (ΤΕΑΠΑΕ), δηλαδή σε διαφορετικό ασφαλιστικό φορέα.

Από τις ανωτέρω παραδοχές γεννάται ασάφεια ως προς το κρίσιμο ζήτημα εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό, που θα έπρεπε να έχει συντελεσθεί με τον προσδιορισμό του ποσού εξαγοράς από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και την καταβολή αυτού από τον ενάγοντα προς τον ειδικό λογαριασμό τον οποίο τηρεί η εναγομένη.

Η έλλειψη αυτή, όμως, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο πέραν των άλλων επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

5. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 συνάγεται ότι τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, έτσι ώστε, λόγω της μοναδικότητάς του για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, αυτό να προσδιορίζεται με ασφάλεια. Η παράλειψη του στοιχείου αυτού δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση.

Συνεπώς, η δυνατότητα προβολής βασίμως της ενδεχόμενης ακυρότητας του δικογράφου για τον προαναφερόμενο λόγο προϋποθέτει τη συνδρομή βλάβης στο διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΚΠολΔ159 παρ.3). Η αναιρεσείουσα με λόγο αίτησής της αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, επικαλούμενη ακυρότητα αφ' ενός της από 3-1-2017 κλήσης με την οποία κλητεύθηκε για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων και αφ' ετέρου των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου υποβληθεισών προτάσεων του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, λόγω της μη αναγραφής αντιστοίχως του ΑΦΜ αυτού. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, επειδή η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με επίκληση βλάβης της από την ανωτέρω έλλειψη (ΚΠολΔ 562 αρ.2).

6. Από το συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την υπόθεση, της παρ.2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ.2 του άρθρου 581 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, συνάγονται τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ.1 ΚΠολΔ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 914/2015, 1393/2014).

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αποβαίνει περιττή. Κατόπιν αυτού και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1882/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300 ) ευρώ, για δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα,

την 29η Οκτωβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ