Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to raise evidence objection at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Single Member Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that specific electronic emails were inadmissible evidence violating her right to free communication, but failed to raise this objection during the appeal proceedings. The court ruled that since the emails were not contested at the second instance and did not influence the appellate court's finding of fact, the appeal was inadmissible and without merit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 2 C.P.D.; Art. 240 C.P.D.: An appeal based on the inadmissibility of evidence raised at first instance is inadmissible if not properly argued before the appellate court, as the appellate court's findings remain valid when the contested evidence did not affect the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1507 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1507/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Φ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγέλη.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον… και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέλλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ως άνω εταιρεία έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", όπως προκύπτει και από τις από 18-5-2017 προτάσεις του ενώπιου του Δικαστηρίου τούτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-10-2010 και 15-11-2010 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1682/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 20-10-2010 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγόμενου (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης, ήδη αναιρεσιβλήτου, εταιρείας με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", που δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών καθαρισμού κτιρίων, προσελήφθη από την τελευταία ως προϊσταμένη έργου (operational manager), και προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την 6-8-2010, οπότε αυτή την απέλυσε, εκ λόγω εκδικήσεως, με έγγραφη καταγγελία και προσφέροντας της ως αποζημίωση ποσό μικρότερο του νομίμου, με αποτέλεσμα η καταγγελία να είναι άκυρη και η εργοδότρια, πρώτη εναγόμενη, να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της, ενώ την προηγουμένη της καταγγελίας της συμβάσεως ημέρα, ο δεύτερος των εναγόμενων ετέλεσε εις βάρος της αξιόποινες πράξεις (παράνομη κατακράτηση και εξύβριση).
Εζήτησε δε ακολούθως με την αγωγή α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της επιδείξει τα περιγραφόμενα σ’ αυτήν έγγραφα, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 17.040 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν το ποσό των 95.124, ευρώ, άλλως δε και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 81.597,84 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κατέστη απαιτητό έκαστο των επί μέρους κονδυλίων έως εξοφλήσεως.
Εξάλλου η πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη με την από 15-11-2010 αγωγή της, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι στην ρηθείσα σύμβαση που είχε συνάψει με την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, είχε περιληφθεί επί πλέον και ρήτρα εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού, καθώς και ποινική ρήτρα ποσού 60.000 ευρώ, σε περίπτωση αθετήσεως των εκ της ρήτρας ταύτης υποχρεώσεων της και ότι η εναγόμενη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, παρέβη τις υποχρεώσεις της αυτές.
Εζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη να απόσχει από κάθε ανταγωνιστική ενέργεια και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να της καταβάλει νομιμοτόκως το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ, λόγω καταπτώσεως της ως είρηται ποινικής ρήτρας. Με την πρωτόδικη απόφαση, οι δύο ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και η μεν πρώτη εξ αυτών έγινε εν μέρει δεκτή για το χρηματικό ποσό των 2.789,40 ευρώ, η δε δευτέρα έγινε δεκτή για το αιτούμενο χρηματικό ποσό στο σύνολο της.
Με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, έγινε δεκτή η ασκηθείσα από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα έφεση και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως δε το Εφετείο, επιλαμβανομενο της ουσίας της υποθέσεως δέχθηκε εν μέρει και τις δύο συνεκδικασθείσες αγωγές και ανεγνώρισε την υποχρέωση των διαδίκων να καταβάλουν αμοιβαίως και με το νόμιμο τόκο η αναιρεσίβλητος το χρηματικό ποσό των 2.937,72 ευρώ και η αναιρεσείουσα το ποσό των 20.000 ευρώ.
Η τελευταία ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την εναντίον της αγωγή της αναιρεσιβλήτου πλήττεται ήδη από την αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Δυνάμει της από 25-9-2009 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας - εναγόμενης ...(ήδη αναιρεσείουσας)...και του δεύτερου εναγόμενου (ήδη αναιρεσιβλήτου)...εταιρείας..., με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης-ενάγουσας (ήδη αναιρεσιβλήτου)...η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών καθαρισμού κτιρίων, η τελευταία προσέλαβε την πρώτη προκειμένου να εργαστεί, ως προϊσταμένη έργου (operational manager), με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης...
με πλήρες ωράριο... Ειδικότερα, η προσληφθείσα είχε τις αρμοδιότητες, ιδίως, της εύρεσης νέων πελατών, αντικατάστασης του Γενικού Διευθυντή σε συναντήσεις πριν την τελική παρουσίαση των προσφορών με άλλα στελέχη της εταιρίας, χειρισμού μεγάλων λογαριασμών, αξιολόγησης και εκπαίδευσης εργολάβων, υποστηρικτικής παρουσίας σε θέματα μεγάλων πελατών, εκτίμησης έργων μεγάλων πελατών και συγγραφή οικονομικών προσφορών και παράδοσης έργων στις τελικές συμφωνίες, των δημοσίων σχέσεων.
Σχετικά με το ύψος των συμφωνηθέντων και καταβαλλόμενων τακτικών αποδοχών, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων..., προκύπτει ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της εργαζόμενης συμφωνήθηκαν στο ύψος των 2860 ευρώ, ενώ οι καθαρές, μετά την παρακράτηση από τον εργοδότη των ασφαλιστικών εισφορών, ανερχόντουσαν στο ποσό των 2000 ευρώ μηνιαία.
Επί πλέον, όμως, με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε και : α) ειδικό μπόνους για τους πρώτους 10 μήνες της συνεργασίας, ήτοι από 1-10-2009 έως 31-8-2010, ποσού 500 ευρώ μηνιαία....., β)έκτακτο ποσοστό πωλήσεων σε περίπτωση επίτευξης σύναψης συμβολαίων αποκλειστικά από την εργαζόμενη, γ) η παροχή εταιρικού κινητού τηλεφώνου με κάλυψη εξόδων λογαριασμού ύψους 200 ευρώ μηναία, και παροχή αυτοκινήτου με έξοδα μετακίνησης ποσού 200 ευρώ μηνιαία....Το ποσό των 400 ευρώ που συμφωνήθηκε και καταβαλλόταν μηνιαία στην εκκαλούσα εργαζομένη για τα έξοδα κινητού τηλεφώνου και εξόδων μετακίνησης, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση ή μη της δαπάνης, αποτελούν και υπολογίζονται ως τακτική αποδοχή της τελευταίας....
Συνεπώς, οι συνολικές μηνιαίες ακαθάριστες τακτικές συμφωνηθείσες και καταβαλλόμενες αποδοχές της ενάγουσας- εναγόμενης...ανερχόταν στο ύψος των 3260 ευρώ, ενώ οι μηνιαίες καθαρές τακτικές αποδοχές της στο ύψος των 2400 ευρώ. Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι μηνιαίες αποδοχές της τελευταίας ανερχόντουσαν στο ύψος των 2900 ευρώ...
Για το λόγο αυτό, ενόψει του ότι δεν έχει ασκηθεί αντέφεση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν μπορεί να καταστεί δυσμενέστερη η θέση της εκκαλούσας, το παρόν Δικαστήριο δέχεται ότι οι συμφωνηθείσες και καταβαλλόμενες καθαρές μηνιαίες αποδοχές της εκκαλούσας με βάση τις οποίες υπολογίζεται η οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ,οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας....
ανέρχονταν στο ύψος των 2900 ευρώ....Πέραν των ως άνω, στην παράγραφο Η της ένδικης σύμβασης, με τον τίτλο "ρήτρα εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού", συμφωνήθηκε το απόρρητο της σύμβασης και των περιεχομένων όρων της και η υποχρέωση των συμβαλλομένων σε απόλυτη εχεμύθεια έναντι παντός τρίτου συμπεριλαμβανομένων των πελατών της εργοδότριας, των συνεργατών ή υπαλλήλων της.
Ακόμη, η εργαζόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να μην αναλάβει προσωπικά ή μέσω τρίτου παρένθετου προσώπου ή/και επιχείρησης εργασίες σε πελάτες εν δυνάμει υποψήφιους της ..., κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και για δυο έτη μετά την έξοδο της από την .... Σε περίπτωση, δε, αθέτησης των παραπάνω υποχρεώσεων η εργαζόμενη υποχρεούτο να καταβάλει στην ...
ως ποινική ρήτρα το ποσό των 60.000 ευρώ, μη αποκλειόμενης και περαιτέρω αποζημίωσης της εργοδότριας. Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η εργαζόμενη εκκαλούσα άρχισε να παρέχει την εργασία της από 1-10-2009. Ειδικότερα, προσέφερε την εργασία της επί οκτάωρο πέντε ημέρες την εβδομάδα ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή.
Εργασία καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου της και απασχόληση και τα Σάββατα δεν αποδείχθηκε... Τελικά, περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του ιδίου έτους (2010), η εργοδότρια πληροφορήθηκε ότι η εργαζομένη της είχε ιδρύσει νέα εταιρεία με το ίδιο αντικείμενο και προετοίμαζε την αποχώρηση της. Την πληροφορία αυτή συνέδεσε με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και την εν γένει έλλειψη διάθεσης της για εργασία.
Για το λόγο αυτό την κάλεσε στην έδρα της εταιρείας για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει την πληροφορία και τις υποψίες περί ανταγωνισμού. Η συνάντηση, έλαβε χώρα στην αίθουσα συσκέψεων της εταιρείας στις 5-8-2010, παρουσία του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας - δεύτερου εναγόμενου..., του μάρτυρα Γ. Σ., ο οποίος ήταν και ο λογιστής της εταιρείας και του δικηγόρου της εταιρείας.
Κατά τη συνάντηση αυτή η εργαζόμενη ενάγουσα -εναγόμενη...δεν διέψευσε την ίδρυση ανταγωνιστικής εταιρείας. Έτσι, την 6-8-2010 η εργοδότρια κατήγγειλε εγγράφως την επίδικη σύμβαση εργασίας προσφέροντας το ποσό των 5955,11 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 2700 ευρώ αντιστοιχούσε σε αποζημίωση απόλυσης και το υπόλοιπο στις ανάλογες αποδοχές για το μήνα Αύγουστο 2010, επίδομα αδείας και Χριστουγέννων...
Σχετικά με τα όσα διεμείφθησαν κατά την ως άνω συνάντηση...δεν αποδείχθηκε....ότι....ο δεύτερος εναγόμενος και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης ....., "κλείδωσε την τελευταία σε ένα δωμάτιο στην έδρα της εταιρείας απαγορεύοντας της να εξέλθει και την εξύβρισε με τις φράσεις...και ότι στη συνέχεια την απέπεμψε από την εργασία της απαγορεύοντας της να πάρει το memorystick, τo οποίο της ανήκε και στο οποίο είχε αποθηκεύσει προσωπικά της αρχεία...Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα η καταγγελία στην οποία προέβη η εφεσίβλητη εταιρεία δεν οφείλεται σε αισθήματα εκδίκησης...
Ακολούθως, σχετικά με την ίδρυση ανταγωνιστικής εταιρείας αποδείχθηκε ότι πράγματι στις 30-7-2010 καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων εταιρειών η σύσταση της εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ με το διακριτικό τίτλο ..., καθώς και το καταστατικό της, όπως καταρτίσθηκε με τη με αρ. .../20-7-2010 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Π.. Σκοπός της ως άνω εταιρείας ήταν, μεταξύ άλλων, και η παροχή υπηρεσιών εργολάβου καθαριότητας, καθαρισμού ειδικών επαγγελματικών χώρων, καθαρισμού οικιών και άλλων χώρων, συνήθεις υπηρεσίες καθαρισμού, υπηρεσίες απολύμανσης, απεντόμωσης και μυοκτονίας. Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας αυτής, το αντικείμενο της δραστηριότητας της οποίας ήταν...ανταγωνιστικό της δραστηριότητας της εργοδότριας - εναγόμενης, ορίσθηκε η ενάγουσα.
Μάλιστα, η τελευταία, στην οποία εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα και εξουσίες, που σχετίζονταν με την διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρείας, δέσμευε "με μόνη την υπογραφή της υπό την εταιρική επωνυμία την εταιρεία σε όλες τις συναλλαγές της και είχε το δικαίωμα υπογραφής παντός εγγράφου και διενέργειας πάσης άλλης διατυπώσεως αναγκαίας για την υλοποίηση των εξουσιών αυτών".
Όμως, ήδη από το μήνα Μάιο του έτους 2010, η τελευταία, εκμεταλλευόμενη την ελευθερία κινήσεων της και τις διασυνδέσεις της στην εφεσίβλητη..., είχε αρχίσει τις διαδικασίες για την σύσταση και δημοσίευση της ως άνω εταιρείας της και κυρίως την προσέλκυση πελατών. Χαρακτηριστικές είναι οι παρακάτω ηλεκτρονικές της επιστολές :
α) η από 4-5-2010 επιστολή στην οποία αναφέρει για την εταιρεία "που πρόκειται να κάνει", β) η από 17-6-2010 επιστολή την οποία απευθύνει στον κ. Θ.. Με αυτήν ζητά από τον τελευταίο να την συμβουλεύσει και πληροφορήσει σχετικά με τη νομική μορφή και τη λειτουργία της υπό σύσταση εταιρείας. Από το περιεχόμενο της ίδιας επιστολής προκύπτει, επίσης, ότι έχει καταλήξει στα ποσοστά της ίδιας και του συνεταίρου της με την επισήμανση ότι "θα φαίνεται ο γιος του συνεταίρου της, δεδομένου ότι δεν μπορεί να φαίνεται η ίδια".
Τέλος, στην ίδια επιστολή ενημερώνει τον παραλήπτη ότι "ήδη μπήκε στην διαδικασία και κυνηγά δουλειές", γ) η από 18-6-2010 επιστολή της εταιρείας ... προς την εταιρεία ... AE, η οποία ήταν εν δυνάμει πελάτισσα της εργοδότριας της. Με την επιστολή αυτή, προβαίνει σε "αναλυτική προσφορά παροχής ανταγωνιστικών υπηρεσιών (υπηρεσιών καθαρισμού για όλους τους χώρους της εταιρείας), μετά την πραγματοποίηση σχετικής επίσκεψης στους χώρους της τελευταίας", δ) η από 18-6-2010 και με αναγραφόμενη ώρα την 13.45 (ήτοι ώρα εντός του νομίμου ωραρίου της) επιστολή της προς τον συνεταίρο της, στην οποία καθοδηγεί τον τελευταίο σχετικά με μια προσφορά σε νοσοκομείο, η οποία "δεν έχει δοθεί ακόμη από εδώ".
Σύμφωνα με τα παραπάνω η ενάγουσα-εναγόμενη..., ενώ εργαζόταν στην εναγόμενη- ενάγουσα .... εταιρεία, προσέγγιζε και προσήλκυε εν δυνάμει πελάτες της τελευταίας για δικό της λογαριασμό και για λογαριασμό της νέας ανταγωνιστικής εταιρείας της. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, και δεν υπήρξαν συμβάσεις για λογαριασμό της εργοδότριας...εταιρείας, οφειλόμενες στην πρωτοβουλία και τις ενέργειες της εργαζόμενης...Μάλιστα, η τελευταία, παρότι με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι δικαιούται ποσοστά επί των πωλήσεων που επιτεύχθηκαν χάρη στην ίδια, δεν είναι σε θέση να αναφέρει κάποια έστω συμβόλαια, και ζητεί την επίδειξη εγγράφων για να μπορέσει να διεκδικήσει τα αντίστοιχα ποσά.
Κατά συνέπεια, η εκκαλούσα παραβίασε τον προαναφερθέντα όρο της έγγραφης σύμβασης, περί υποχρέωσης πίστης και μη ανταγωνισμού, ο οποίος...είναι έγκυρος για το χρονικό διάστημα της διάρκειας της εργασιακής της σχέσης, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα περί ακυρότητας του σχετικού όρου.
Συνεπώς, νόμιμη συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνηθείσας κατά τα άνω ποινής των 60.000 ευρώ. Πλην όμως το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις ανωτέρω περιστάσεις και συγκεκριμένα ότι πρόκειται για συμφωνηθείσα ποινή, που δεν καλύπτει τη ζημία, εφόσον, αυτή, όπως προαναφέρθηκε, συμφωνήθηκε σωρευτικά με το δικαίωμα αποζημίωσης, την έκταση της εκ μέρους της εναγόμενης παράβασης των συμβατικών της υποχρεώσεων, τις συνέπειες που είχε η συμπεριφορά της στη λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας, την έκταση του οφέλους που προσδοκούσε η εναγόμενη από την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της, για την οποία συμφωνήθηκε η ποινή, την ωφέλεια που πράγματι προέκυψε στην ίδια και στην υπό σύσταση και στη συνέχεια διοικούμενη από αυτήν εταιρεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ποινική ρήτρα που συμφωνήθηκε στην προκείμενη περίπτωση είναι υπέρμετρη.
Για το λόγο αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η προβληθείσα πρωτοδίκως επικουρικά, αλλά και επαναφερόμενη με λόγο της κρινόμενης έφεσης ένσταση της εναγόμενης περί μείωσης αυτής στο προσήκον μέτρο (άρθρο 409 ΑΚ) και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην... ενάγουσα -εναγόμενη εταιρεία το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ το οποίο κρίνεται προσήκον.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή για μεγαλύτερο ποσό και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει το συνολικό ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση μείωσης του ποσού της ποινικής ρήτρας, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς το σημείο αυτό, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης της εναγόμενης Α.
Φ.......
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτής κατά το κριθέν βάσιμο ως άνω μέρος της, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσειούσης να καταβάλει εντόκως στην αναιρεσίβλητο, λόγω καταπτώσεως της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας το ποσό των 20.000 ευρώ.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν εστέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 178,179, 361,652, 404, 405 και 409 του Α.Κ. , τις οποίες εφήρμοσε και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, και πληρότητα τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσειουσα, κατά την διάρκεια της εργασιακής της σχέσεως παρεβίασε τον έγκυρο και θεμιτό για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα όρο της εγγράφου συμβάσεως που συνήψε με την αναιρεσίβλητη, περί υποχρεώσεως πίστεως και μη ανταγωνισμού, ιδρύοντας ανταγωνιστική της τελευταίας εταιρεία, με σκοπό την προσέλκυση πελατών αυτής και επιδεικνύοντας συνάμα αδιαφορία για την εκπλήρωση των συμβατικών έναντι αυτής υποχρεώσεων της.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ειδικές περιστάσεις και τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν την παράβαση από την αναιρεσείουσα της υποχρεώσεως της περί μη ανταγωνισμού αθέμιτη και αντίθετη στα χρηστά ήθη, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση σχετικά με την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων , τα αποδεικτικά μέσα που παρά το νόμο ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 911/2002,1348/2013).
Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από ίδια την απόφαση 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που ώφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως , η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
α’ , ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση της δικανικής του πεποιθήσεως ότι συντρέχει περίπτωση καταπτώσεως της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας λόγω παραβιάσεως εκ μέρους της του συμβατικού όρου περί μη ανταγωνισμού, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα αντίγραφα (εκτυπώσεις) των μνημονευομένων στην προσβαλλομένη απόφαση τεσσάρων (από 4-5-2010, 17-6-2010, 18-6-2010 και 15-6-2010) ηλεκτρονικών επιστολών της, που προσκομίσθηκαν ενώπιον του από την αναιρεσίβλητη, στην κατοχή της οποίας είχαν περιέλθει κατά παραβίαση του δικαιώματος αυτής (αναιρεσείουσας) περί ελευθέρας επικοινωνίας και ανταποκρίσεως και απορρήτου των επιστολών και ότι τον ισχυρισμό της αυτόν είχε προβάλλει ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τον επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της εφέσεως και των προτάσεως της αναιρεσειούσης, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι ενώ το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί ως επιτρεπτά αποδεικτικά στοιχεία τις ανωτέρω ηλεκτρονικές επιστολές, παρά τις αντιρρήσεις που προέβαλε η αναιρεσείουσα με την προσθήκη στις προτάσεις της, η τελευταία δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως σχετικό παράπονο κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, ούτε επανέφερε νομίμως τον περί απαραδέκτου των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων ισχυρισμό της ενώπιον του Εφετείου, με λόγο εφέσεως ή με τις κατατεθείσες προτάσεις της.
Τούτο δε διότι στις προτάσεις της αυτές έχουν απλώς ενσωματωθεί οι προτάσεις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον προαναφερθέντα ισχυρισμό της, και παραπομπή στις σελίδες των πρωτοδικών προτάσεων στις οποίες αυτός περιέχεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ..
Εξάλλου η προβαλλόμενη, ως άνω, αναιρετική πλημμέλεια δεν προκύπτει, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα, από την προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον αναφέρονται μεν σ’ αυτήν, ως ενισχυτικό, του αποδεικτικής της πορίσματος, στοιχείο οι επίμαχες ηλεκτρονικές επιστολές της αναιρεσειούσης, όχι όμως ως προϊόντα παραβιάσεως του δικαιώματος αυτής στην ελευθέρα επικοινωνία και στο απόρρητο των επιστολών, αλλά ως νομίμως κτηθέντα και επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο αυτός αναιρετικός λόγος τυγχάνει και αβάσιμος, ως αλυσιτελής, διότι όπως προκύπτει από περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο ήχθη στην διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος περί παραβιάσεως από την αναιρεσείουσα της περί εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού συμφωνίας και καταπτώσεως εντεύθεν της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας, από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα και δη μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων προεξάρχουσα θέση κατέχουν η συστατική πράξη της ανταγωνιστικής εταιρείας που συνέστησε η αναιρεσείουσα και το καταστατικό αυτής.
Συνεπώς, οι ενδεικτικώς αναφερόμενες στην απόφαση ως εκδηλώσεις της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, ως άνω, ηλεκτρονικές επιστολές, δεν άσκησαν επίδραση στην διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος και του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο δεν θα ήταν διαφορετικό, και εάν δεν είχαν ληφθεί υπόψη οι επιστολές αυτές.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον αυτή, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 23-6-2015 (αριθμ. εκθ. κατ, ...-7-2016) αίτηση της Α. Φ. του Ε., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 176/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ